Μια οικονομία που έχει αλλάξει ουσιαστικά σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, αλλά εξακολουθεί να κινείται σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, περιγράφει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για την Ελλάδα, στο πλαίσιο της ετήσιας διαβούλευσης Article IV για το 2026 και της αξιολόγησης του χρηματοπιστωτικού τομέα (FSAP), που πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά μετά από δύο δεκαετίες.Πριν λίγη ώρα ολοκληρώθηκε η συνέντευξη τύπου της αποστολής του Δ.Ν.Τ για την Ελλάδα.
Η βασική γραμμή του Ταμείου είναι σαφής: η ελληνική οικονομία εμφανίζεται πλέον πιο ανθεκτική, ωστόσο οι κίνδυνοι δεν έχουν εξαφανιστεί έχουν μετατοπιστεί, και σε ορισμένες περιπτώσεις συγκεντρώνονται στο εσωτερικό της οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος.
Η ανάπτυξη στηρίζεται στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση και στις επενδύσεις που κινητοποιεί το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ ο τουρισμός συνεχίζει να καταγράφει ιστορικά υψηλά και η ανεργία υποχωρεί σε επίπεδα προ κρίσης.
Τι λέει το ΔΝΤ για το δημοσιονομικό μέτωπο
Στο δημοσιονομικό μέτωπο, το ΔΝΤ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην πρόοδο των τελευταίων ετών. Το πρωτογενές πλεόνασμα παραμένει άνω του 4% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος έχει μειωθεί κατά περίπου 65 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε πέντε χρόνια, με προοπτική περαιτέρω αποκλιμάκωσης κατά περίπου 35 μονάδες την επόμενη πενταετία. Αυτό δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο για στοχευμένες παρεμβάσεις, κυρίως για τη στήριξη της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.
Ωστόσο, το εξωτερικό περιβάλλον επιβαρύνει την εικόνα. Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και οι υψηλές τιμές ενέργειας αναμένεται να επιβραδύνουν την ανάπτυξη στο 1,8% το 2026, επηρεάζοντας κατανάλωση και τουρισμό. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι τα μέτρα στήριξης πρέπει να είναι προσωρινά και αυστηρά στοχευμένα, ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική ισορροπία.
Στο μέτωπο των επενδύσεων, το Ταμείο δεν βλέπει «κενό» μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης. Το δανειακό σκέλος του προγράμματος θα συνεχιστεί για τρία ακόμη χρόνια, ενώ αναμένεται μεγαλύτερη αξιοποίηση των διαρθρωτικών ταμείων και ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων. Συνολικά, ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται.
Το τραπεζικό σύστημα
Ιδιαίτερο βάρος δίνει το ΔΝΤ στο τραπεζικό σύστημα, το οποίο χαρακτηρίζει συνολικά ισχυρό και ανθεκτικό. Τα stress tests δείχνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να αντέξουν ακόμη και σε δυσμενή σενάρια, ενώ η ρευστότητά τους θεωρείται επαρκής για να στηρίξει την οικονομία.
Τα «κόκκινα» δάνεια δεν αποτελούν πλέον άμεσο κίνδυνο για τις τράπεζες, καθώς το μεγαλύτερο μέρος τους μεταφέρθηκε εκτός ισολογισμών την περίοδο 2019–2021 και πλέον διαχειρίζεται από servicers.Ωστόσο, το πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί , έχει μετατραπεί σε διαρθρωτική αδυναμία του συστήματος.Η αργή απονομή δικαιοσύνης και οι καθυστερήσεις στις διαδικασίες αφερεγγυότητας:
- περιορίζουν τη ζήτηση για νέα στεγαστικά δάνεια
- επιβραδύνουν την ανακύκλωση κεφαλαίων στην οικονομία
Την ίδια στιγμή, παρατηρείται αυξανόμενη συγκέντρωση δανεισμού σε μεγάλες επιχειρήσεις, γεγονός που δημιουργεί δυνητικούς κινδύνους συγκέντρωσης.
Καμπανάκι ΔΝΤ για ΜμΕ
Παράλληλα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο ευάλωτες τα νοικοκυριά με χαμηλές αποταμιεύσεις είναι εκτεθειμένα σε εισοδηματικά σοκ.Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η επιτάχυνση της επίλυσης των «κόκκινων» δανείων και η ενίσχυση του πλαισίου αφερεγγυότητας θα επιτρέψουν στις τράπεζες να διαφοροποιήσουν τα χαρτοφυλάκιά τους και να ενισχύσουν περαιτέρω την ανθεκτικότητά τους.
Σε επίπεδο δομής της οικονομίας, το Ταμείο αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει κάνει βήματα διαφοροποίησης. Οι εξαγωγές ξεπερνούν πλέον το 40% του ΑΕΠ, με σημαντική ενίσχυση τόσο των παραδοσιακών κλάδων όσο και νέων δυναμικών τομέων όπως τα φαρμακευτικά και τα καλλυντικά.
Το μήνυμα του ΔΝΤ είναι σαφές: η πρόοδος είναι ουσιαστική, αλλά η επόμενη φάση θα κριθεί από το αν η οικονομία θα μπορέσει να γίνει πιο παραγωγική, πιο διαφοροποιημένη και λιγότερο ευάλωτη σε εξωτερικούς και εσωτερικούς κραδασμούς.
ΠΗΓΗ: ot.gr



