Στην Ολομέλεια της Bουλής εισάγεται άμεσα προς ψήφιση το νομοσχέδιο για την ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών (ΑΣΠΤ), μια παρέμβαση που φιλοδοξεί να καλύψει ένα διαχρονικό θεσμικό κενό στην Ελλάδα: την απουσία πανεπιστημιακής εκπαίδευσης για το θέατρο, τον χορό και τη μουσική.

Η μεταρρύθμιση κρίνεται ως ιστορική τομή από την κυβέρνηση και την υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφία Ζαχαράκη, περιέχει ωστόσο ατέλειες και ασάφειες ή προβληματικές προσεγγίσεις, που έχουν προκαλέσει από προβληματισμό και επιφυλάξεις μέχρι αντιδράσεις σε θεσμικούς φορείς, όπως το Εθνικό Θέατρο αλλά και απορριπτική στάση εντός της καλλιτεχνικής κοινότητας και των επαγγελματιών της.

Η πρωτοβουλία που μεταφέρει τον βασικό συντονισμό της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης από το Υπουργείο Πολιτισμού στο Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού δεν προκύπτει εν κενώ. Η ίδρυση της ΑΣΠΤ έρχεται ως απάντηση σε ένα πάγιο αίτημα του κλάδου – την ακαδημαϊκή αναγνώριση των σπουδών ηθοποιών, χορευτών, μουσικών και άλλων επαγγελματιών του χώρου.

Οι κινητοποιήσεις που οδήγησαν στην ΑΣΠΤ

Κυρίως η ΑΣΠΤ αποτελεί απόρροια των μαζικών κινητοποιήσεων των καλλιτεχνών την περίοδο 2022-2023, όταν έγινε αντιληπτό ότι με το Προεδρικό Διάταγμα 85/2022 οι απόφοιτοι δραματικών σχολών, σχολών χορού και άλλων καλλιτεχνικών ειδικοτήτων κατατάσσονταν διοικητικά στην κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για προσλήψεις στον δημόσιο τομέα. Η ρύθμιση πυροδότησε εκτεταμένες αντιδράσεις στον καλλιτεχνικό χώρο με απεργίες, καταλήψεις και συνεχείς κινητοποιήσεις.

Τότε το αίτημα για ουσιαστική αναγνώριση των σπουδών και δημιουργία ανώτατης καλλιτεχνικής εκπαίδευσης έφερε στο τραπέζι του διαλόγου τους αρμόδιους φορείς, με αποτέλεσμα τα υπουργεία Πολιτισμού και Παιδείας να προχωρήσουν στην επίλυση του προβλήματος μέσα από τη σύσταση μιας πανεπιστημιακής δομής για την καλλιτεχνική εκπαίδευση.

Πρόσφατα η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματικές βασικές διατάξεις του Προεδρικού Διατάγματος 85/2022. Συγκεκριμένα έκρινε ότι δεν μπορεί οι απόφοιτοι καλλιτεχνικών σχολών να αντιμετωπίζονται ως απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και ότι το κράτος υποχρεούται να τους διακρίνει θεσμικά από αποφοίτους λυκείου ή ΙΕΚ, τονίζοντας ότι οι καλλιτεχνικές σχολές είναι ανώτερης βαθμίδας εκπαίδευση, με συνταγματική κατοχύρωση (άρθρο 16 του Συντάγματος). Η απόφαση αυτή του ΣτΕ αποτέλεσε μια δικαίωση των κινητοποιήσεων των προηγούμενων ετών.

Βασικοί πυλώνες της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών

Τι προβλέπει όμως το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού με τίτλο «Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σύσταση νέας κατηγορίας θέσεων Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης, πλαίσιο λειτουργίας Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης και Ανώτερων Σχολών Μουσικής Εκπαίδευσης και άλλες ρυθμίσεις»;

Ποιο είναι το πλέγμα παρεμβάσεων που προβλέπει στην καλλιτεχνική παιδεία, τη θεσμική οργάνωση και την ενίσχυση της σύνδεσης σπουδών και επαγγελματικής προοπτικής;

Το υπό εξέταση – από την Πέμπτη 19 Μαρτίου στην Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής – νομοσχέδιο, παρέμεινε σε δημόσια διαβούλευση από τις 18 Φεβρουαρίου έως τις 10 Μαρτίου 2026, μετά από την παράταση που ζητήθηκε από φορείς και σωματεία και δόθηκε από το Υπουργείο Παιδείας.

Κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης καταγράφηκαν 2647 σχόλια από κρατικούς φορείς, όπως το Εθνικό Θέατρο, εκπροσώπους αναγνωρισμένων σχολών της ιδιωτικής καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, σωματεία και ομοσπονδίες επαγγελματιών στον χώρο της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, ιδρύματα όπως το Ωδείο Αθηνών, συλλόγους διδασκόντων και σπουδαστών σχολών, πολιτών, κ.ά.

Η Σχολή θα έχει τη μορφή ενός δημόσιου αυτοδιοικούμενου Α.Ε.Ι ειδικού σκοπού και αποστολή της θα είναι η παροχή τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης στους τομείς της δραματικής, της ορχηστικής και της μουσικής τέχνης. Θα παρέχει σπουδές πρώτου, δεύτερου και τρίτου κύκλου, δηλαδή προπτυχιακές, μεταπτυχιακές και διδακτορικές και θα είναι τετραετούς φοίτησης, με την διεθνή ονομασία «University of Performing Arts (U.O.P.A)» και έδρα την Αθήνα.

Συγκεκριμένα η Α.Σ.Π.Τ. διαρθρώνεται σε ακαδημαϊκές μονάδες δύο (2) επιπέδων: α) τις Σχολές και β) τα Τμήματα. Αποτελείται από τη Σχολή Παραστατικών Τεχνών με τα εξής Τμήματα πέντε σχολών: Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου, Ορχηστικής Τέχνης της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Ορχηστικής Τέχνης της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, Δραματικής Τέχνης του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και Μουσικής Τέχνης του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης.

Δραματική Σχολή Εθνικού Θεάτρου

Οι πέντε προαναφερθείσες σχολές «απορροφούνται» από την ΑΣΠΤ και θα σταματήσουν το εκπαιδευτικό τους έργο το 2029 ενώ η λειτουργία τους θα επικεντρωθεί σε εργαστήρια και μορφωτικά προγράμματα. Η προσωρινή διοίκηση θα ασκείται από 11μελή διοικούσα επιτροπή, με εκπροσώπηση των πέντε φορέων.

Η έναρξη λειτουργίας της σχολής θα στηριχθεί προσωρινά στις υφιστάμενες υποδομές των φορέων, χωρίς διακοπή της εκπαιδευτικής δραστηριότητας τους. Η κοινή χρήση χώρων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού θα ρυθμίζεται μέσω προγραμματικών συμφωνιών, όρους λειτουργίας και συντονισμό.

Η υπουργός στην ομιλία της κατά την πρώτη συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, υπογράμμισε ότι η μεταρρύθμιση συνοδεύεται από σαφή μηχανισμό εφαρμογής, επιτρέποντας την άμεση λειτουργία της σχολής με αξιοποίηση υφιστάμενων υποδομών και τόνισε, χαρακτηριστικά ότι «η μετάβαση δεν γίνεται με θεσμικό κενό. Η Α.Σ.Π.Τ. μπορεί να ξεκινήσει άμεσα, με χρήση υφιστάμενων υποδομών και με ρεαλιστικούς όρους εφαρμογής, χωρίς να εξαρτάται από την προηγούμενη ολοκλήρωση νέων κτιριακών εγκαταστάσεων. Αυτό σημαίνει σοβαρή μεταρρύθμιση. Όχι μόνο να θεσπίζεις, αλλά και να μπορείς να εφαρμόζεις».

Ειδικότερα η ΑΣΠΤ θα οργανωθεί στα πρότυπα της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ) και θα λειτουργεί με τους κανόνες που ισχύουν για τα ΑΕΙ (θα έχει Σύγκλητο, Συμβούλιο Διοίκησης και Καλλιτεχνικό Συμβούλιο).

Η εισαγωγή στα τμήματα θα πραγματοποιείται μέσω ειδικών εξετάσεων, συμπεριλαμβανομένων δια ζώσης δοκιμασιών ή ακροάσεων. Η φοίτηση θα διέπεται από ειδικούς κανόνες, προσαρμοσμένους στις απαιτήσεις των παραστατικών τεχνών, με αποκλεισμό των μετεγγραφών και δυνατότητα κατατάξεων για αποφοίτους ΑΕΙ και ανώτερων σχολών καλλιτεχνικής και μουσικής εκπαίδευσης. Οι απόφοιτοι της ΑΣΠΤ θα κατατάσσονται στο επίπεδο 6 στην κλίμακα του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων και θα έχουν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν θέση στο δημόσιο και τη δημόσια εκπαίδευση.

Παράλληλα, οι κάτοχοι τίτλων ανώτερης καλλιτεχνικής εκπαίδευσης μπορούν να διεκδικούν θέσεις και στην κατηγορία Τ.Ε., για τις οποίες ως τυπικό προσόν ορίζεται πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ ή ισότιμος τίτλος (προβλέπεται η έκδοση προεδρικού διατάγματος για τον καθορισμό ενιαίων κριτηρίων στελέχωσης).

Οι Σχολές Ανώτερης Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης μετονομάζονται σε Ανώτερες Σχολές Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης (ΑΣΚΕ). Οι σπουδές των ΑΣΚΕ κατατάσσονται στο επίπεδο 5 (και όχι στο 6) του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων και αναγνωρίζονται ως τυπικό προσόν για θέσεις κατηγορίας Τ.Ε. «Παράλληλα, δημιουργούνται ακαδημαϊκοί διάδρομοι σύνδεσης με την ανώτατη εκπαίδευση, διασφαλίζοντας συνέχεια σπουδών και επαγγελματική εξέλιξη.»

Σε ό,τι αφορά τους διδάσκοντες, θεσπίζονται συγκεκριμένα κριτήρια για την εκλογή σε μόνιμες ακαδημαϊκές βαθμίδες (επίκουρος, αναπληρωτής καθηγητής, καθηγητής). Οι υποψήφιοι θα πρέπει να διαθέτουν πτυχίο ΑΕΙ, αποδεδειγμένο και διακεκριμένο καλλιτεχνικό έργο, τουλάχιστον πενταετή επαγγελματική εμπειρία, καθώς και τριετή αυτοδύναμη διδακτική προϋπηρεσία σε ανώτατο ίδρυμα στην Ελλάδα ή το εξωτερικό.

Την ίδια στιγμή, το νομοσχέδιο αφήνει «παράθυρο» για την κατ’ εξαίρεση πρόσληψη σε μόνιμες θέσεις καλλιτεχνών εγνωσμένου κύρους, ακόμη και χωρίς πανεπιστημιακό τίτλο σπουδών. Η διάταξη αυτή αποτυπώνει τη διαχρονική ιδιαιτερότητα του καλλιτεχνικού πεδίου, όπου η αναγνώριση δεν ταυτίζεται πάντα με την τυπική ακαδημαϊκή διαδρομή.

Παράλληλα, εισάγεται η κατηγορία του Ειδικού Καλλιτεχνικού Προσωπικού (ΕΚΑΠ), η οποία έρχεται να καλύψει εξειδικευμένες διδακτικές και καλλιτεχνικές ανάγκες. Ωστόσο, τίθεται σαφές ποσοτικό όριο: τα μέλη του ΕΚΑΠ δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 20% των μονίμων διδασκόντων, πρόβλεψη που αποσκοπεί στο να διατηρηθεί ο βασικός κορμός μόνιμου ακαδημαϊκού προσωπικού.

Στο σκέλος της επαγγελματικής κατοχύρωσης των αποφοίτων, το νομοσχέδιο επαναφέρει ουσιαστικά την αρχική κυβερνητική κατεύθυνση για τη δημιουργία μιας διακριτής κατηγορίας στο Δημόσιο, με τίτλο «Καλλιτεχνική Εκπαίδευση (Κ.Ε.)». Η κατηγορία αυτή θα αφορά αποφοίτους ανώτερων καλλιτεχνικών σχολών τριετούς φοίτησης, επιχειρώντας να καλύψει ένα διαχρονικό θεσμικό κενό.

Στην κατηγορία Κ.Ε. θα εντάσσονται ειδικότητες που ασκούν είτε καθαρά καλλιτεχνικό έργο είτε εκπαιδευτικό έργο σε συναφή αντικείμενα. Οι απόφοιτοι θα έχουν τη δυνατότητα να διεκδικούν θέσεις τόσο στον στενό δημόσιο τομέα όσο και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο Δημόσιο, διευρύνοντας έτσι τις επαγγελματικές τους διεξόδους.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πρόβλεψη ότι το ίδιο πτυχίο θα μπορεί να γίνεται αποδεκτό και ως προσόν διορισμού σε θέσεις της κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.).

Αντιδράσεις και διεκδικήσεις

Εθνικό Θέατρο

Η πρώτη παρέμβαση-αντίδραση από το Εθνικό Θέατρο στο υπό διαμόρφωση νομοσχέδιο για την Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών έγινε στις 2 Μαρτίου, με σχετική δημόσια ανακοίνωση κινούμενη σε έναν άξονα επιφυλακτικής αποδοχής, αλλά και σαφών ενστάσεων ως προς κρίσιμες πτυχές της εφαρμογής του.

Η διοίκηση του Εθνικού (η καλλιτεχνική διευθύντρια Αργυρώ Χιώτη, η αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου Έρση Πίττα και η διευθύντρια σπουδών της Δραματικής Σχολής του Εθνικού, Δηώ Καγγελάρη) εξέφρασε τον προβληματισμό της για την ενσωμάτωση  των υφιστάμενων κρατικών δραματικών σχολών — μεταξύ αυτών η Δραματική Σχολή Εθνικού Θεάτρου — στο νέο πανεπιστημιακό πλαίσιο. Σε επίπεδο λειτουργίας, τέθηκαν επί τάπητος ζητήματα για τη μεταβατική περίοδο: πώς θα ενταχθούν οι ήδη φοιτούντες σπουδαστές, τι θα ισχύσει για τα διπλώματα που έχουν ήδη απονεμηθεί, ποια θα είναι η σχέση του νέου ιδρύματος με το Εθνικό Θέατρο.

Ακολούθησε η τοποθέτηση του Εθνικού Θεάτρου στις διατάξεις του νομοσχεδίου κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης και βεβαίως η επίσημη τοποθέτηση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του Εθνικού, Αργυρώς Χιώτη, την Παρασκευή 20 Μαρτίου, στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής.

Κεντρικός άξονας της παρέμβασής της Αργυρώς Χιώτη ήταν η αντίθεση του Εθνικού Θεάτρου στην απορρόφηση της Σχολής από το νέο πανεπιστημιακό σχήμα. «Αυτό που επιδιώξαμε […] ήταν η διατήρηση της φυσιογνωμίας της Σχολής με κάθε τρόπο», ανέφερε, αποκαλύπτοντας ότι η πρόταση του Εθνικού ήταν «η μετεξέλιξη της υπάρχουσας αυτόνομης δομής ή η απλή διασύνδεσή της» με την ιδρυθείσα Σχολή. Αντίθετα, όπως είπε, διαπιστώθηκε ότι «η βούληση της Πολιτείας ήταν η απορρόφηση […] δηλαδή η κατάργηση της σημερινής μορφής της».

Αιχμή υπήρξε για τη διαδικασία προετοιμασίας του νομοσχεδίου. Η καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού υπογράμμισε ότι, παρά τις συνεχείς παρεμβάσεις του οργανισμού επί τρία χρόνια, «ποτέ μέχρι την έναρξη της δημόσιας διαβούλευσης δεν είχε τεθεί υπόψη μας σχέδιο κειμένου», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η συμβολή του Εθνικού θα μπορούσε να είναι ουσιαστικότερη εάν υπήρχε έγκαιρη ενημέρωση.

Ωστόσο, μετά την κατάθεση του νομοσχεδίου, αναγνώρισε ότι υπήρξαν βελτιώσεις κατόπιν συναντήσεων και διαβουλεύσεων με την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας. Κρίσιμο σημείο, όπως τόνισε, είναι η θεσμική διασύνδεση της νέας σχολής με το Εθνικό Θέατρο: «Κρίνουμε απαραίτητη την ουσιαστική στο διηνεκές διασύνδεση […] με το ίδιο το Εθνικό Θέατρο», σημείωσε, προσθέτοντας ότι χωρίς αυτήν «η ομώνυμη έννοια καθίσταται κενό γράμμα».

Όπως είπε η Αργυρώ Χιώτη: «Η προσθήκη στο νομοσχέδιο, μετά τη διαβούλευση υποχρέωσης σύναψης προγραμματικών συμβάσεων εντός έξι μηνών μεταξύ ΑΣΠΤ και φορέων για σειρά ζητημάτων πέραν της απλής χρήσης των υποδομών –  για παράδειγμα, προπαρασκευαστικά τμήματα δωρεάν προετοιμασίας υποψήφιων σπουδαστών, γνωμοδοτική αρμοδιότητα επί προγραμμάτων σπουδών και διδασκαλίας υποτροφιών για τους αριστούχους πρακτικής μαθητείας, χρήση σκηνών, βεστιάριο για πτυχιακές εξετάσεις – μπορεί να εξασφαλίσει την ουσιαστική σχέση με το Εθνικό Θέατρο. Είναι μια σημαντική βελτίωση και θα θέλαμε ακόμη πιο εναργή αποτύπωση της δεσμευτικότητας της.

Δεύτερον, επιμείναμε στη διατήρηση της φύσης των σπουδών ως παραστατικών. Πολύ σημαντικό αυτό, σε αντιδιαστολή με την κατά κανόνα θεωρητική φύση των λοιπών πανεπιστημιακών αντικειμένων. Κάποιες ρυθμίσεις, ιδιαίτερα αναφορικά με τα προσόντα των διδασκόντων, έδειχναν αρχικώς να μην κατανοούν τη διάκριση και να επιχειρούν αναβάθμιση δια της θεωρητικοποίησης. Έχουμε και εδώ μια ουσιώδη βελτίωση, ιδίως στις ρυθμίσεις που αφορούν στα μέλη ΔΕΠ και ΕΚΑΠ, τόσο στις βασικές όσο και στις μεταβατικές διατάξεις. Μεταβλήθηκε η προϋπόθεση της προηγούμενης αυτοδύναμης διδασκαλίας και έτσι δίνεται η δυνατότητα σε μεγάλο αριθμό σε μεγαλύτερο αριθμό καλλιτεχνών εγνωσμένου κύρους να διδάσκουν να διδάξουν στην ΑΣΚΤ, κυρίως στα πρακτικά καλλιτεχνικά μαθήματα, που εκ των πραγμάτων πρέπει και να υπερτερούν, διατηρώντας τον παραστατικό της χαρακτήρα.»

Σημαντική θεωρεί η καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού και την αποδοχή του αιτήματος να μη διακοπεί η λειτουργία της Σχολής κατά τη μεταβατική περίοδο, εξασφαλίζοντας «ομαλή μετάβαση […] χωρίς διακοπή του δικαιώματος εγγραφής σε δημόσια σχολή». Την ίδια στιγμή, επέμεινε στην ανάγκη διατήρησης ολιγομελών τμημάτων και ειδικών εισαγωγικών εξετάσεων, «όχι για πρακτικούς λόγους, αλλά για λόγους ουσίας της εκπαίδευσης».

Αιχμές διατυπώθηκαν και για επιμέρους ζητήματα, όπως ο «ακαδημαϊκός διάδρομος», με την κ. Χιώτη να σημειώνει ότι «η καλλιτεχνική κοινότητα θα ανέμενε […] μεγαλύτερη προνομιακή κατάταξη» για αποφοίτους δραματικών σχολών, καθώς και για την ανάγκη συνολικής ρύθμισης θεμάτων όπως είναι: η αναγνώριση ECTS στις καλλιτεχνικές σπουδές μετά από αξιολόγηση του προγράμματος σπουδών όλων των καλλιτεχνικών σχολών, η ανάγκη δίκαιης και ουσιαστικής λύσης αναγνώρισης των πτυχίων Κ. Ε. όχι μόνο στο προσοντολόγιο, αλλά και η θεσμοθέτηση συγκεκριμένων απαραίτητων εκπαιδευτικών και καλλιτεχνικών κριτηρίων για τη δυνατότητα ίδρυσης μιας καλλιτεχνικής σχολής. «Γενικότερα, είναι αυτονόητο ότι ιδιαίτερο βάρος για την επιτυχημένη ή μη έκβαση της νέας Σχολής εναποτίθεται στη Διοικούσα Επιτροπή κατά τη μεταβατική περίοδο, στη σύσταση δηλαδή της Διοικούσας Επιτροπής, αλλά και την αρμονική της σχέση με το κρίσιμης σημασίας Καλλιτεχνικό Συμβούλιο, τους πέντε φορείς και το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας», τόνισε η Αργυρώ Χιώτη.

Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος – Στάση αναμονής

Σε πιο ήπιους τόνους κινείται η τοποθέτηση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και του καλλιτεχνικού του διευθυντή Αστέριου Πελτέκη εν αναμονή του τελικού νομοσχεδίου. Όπως είπε ο ίδιος στην επικοινωνία που είχε το ΒΗΜΑ μαζί του σχετικά με την ίδρυση της ΑΣΠΤ: «Πρόκειται για μια πολύ σημαντική στιγμή, καθώς θεσπίζεται ένα νομοθετικό πλαίσιο που αναβαθμίζει την καλλιτεχνική εκπαίδευση σε ανώτατη βαθμίδα, μέσα από μια διπλή παρέμβαση: αφενός, τη δημιουργία Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (ΑΕΙ) που θα προσφέρει ανώτατες σπουδές αποκλειστικά στον τομέα των Παραστατικών Τεχνών και, αφετέρου, την ένταξη και μετατροπή των υφιστάμενων δραματικών σχολών, τριετούς φοίτησης, σε ανώτερες σχολές καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, αντίστοιχες της πρώην βαθμίδας των ΤΕΙ».

«Όσον αφορά στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει περαιτέρω δήλωση ή επίσημη τοποθέτηση πριν από την ολοκλήρωση των σχετικών εργασιών», επισήμανε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ, Αστέρης Πελτέκης. @Mike Rafail

Ανησυχία στις ιδιωτικές Ανώτερες Δραματικές Σχολές

Έντονη ανησυχία έχει προκαλέσει το υπό συζήτηση νομοσχέδιο για την ΑΣΠΤ ως προς την μελλοντική αναγνώριση των σπουδών που παρέχουν οι ιδιωτικές – υπό το Υπουργείο Πολιτισμού – Ανώτερες Δραματικές Σχολές στην Ελλάδα ως ισότιμες με αντίστοιχες ευρωπαϊκές.

Ο διευθυντής της Ανώτερης Δραματικής Σχολής Αθηναϊκή Σχολή Κάλβου- Καλαμπόκη και εκπρόσωπος των Ανώτερων Δραματικών Σχολών, Μιχάλης Καλαμπόκης εξηγεί στο ΒΗΜΑ το υφιστάμενο τοπίο και τους διαφαινόμενους κινδύνους.

«Μέχρι σήμερα η Δραματική εκπαίδευση παρεχόταν μόνο σε Ανώτερο επίπεδο (δηλαδή επαγγελματική εκπαίδευση) τόσο από τις δύο κρατικές σχολές (Εθνικού Θεάτρου και Κρατικού Βορείου Ελλάδας), όσο και από ιδιωτικές και οι δύο ανήκοντας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τριτοβάθμια και ιδιωτική γίνεται; Ναι. Το προβλέπει το Σύνταγμα. Γιατί σε αυτή τη μορφή εκπαίδευσης δεν μπορούν να σπουδάσουν πολλές και πολλοί κρατικά μιας και ο αριθμός σπουδαστών σε κάθε τμήμα είναι εξαιρετικά μικρός», επισημαίνει ο Μιχάλης Καλαμπόκης.

Και σημειώνει: «Επί πολλά έτη υπήρχε μια παρεξήγηση: Ότι οι Ανώτερες σπουδές δεν υπάρχουν πια, γιατί τα πρώην ΤΕΙ που ήταν Ανώτερα, έγιναν Ανώτατα. Ένα υποτιθέμενο ‘’θολό τοπίο’’ που εκμεταλλεύτηκαν όσοι δεν ήθελαν την ύπαρξη ιδιωτικών σχολών ή ήθελαν να προτείνουν εργαστηριακές εκπαιδεύσεις ή ήθελαν να εκτοπίσουν τους ηθοποιούς από το δικαίωμα να διδάσκουν στα σχολεία Θέατρο. Μαζί με τους παραπάνω θα βάλω και όσους ήθελαν να δημιουργηθεί κενό στην εκπαίδευση προκειμένου να καλυφθεί από ιδιωτικά πανεπιστήμια. Η Ανώτερη ωστόσο εκπαίδευση ποτέ δεν καταργήθηκε, είναι δυναμική και κρατικά εποπτευόμενη δίνοντας ισάξιο κρατικό τίτλο και εκπαιδεύοντας επαγγελματίες ηθοποιούς.»

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας καλλιτεχνικών σχολών στο Υπουργείο Παιδείας. @INTIME NEWS

Ως προς το τι διακυβεύεται τώρα, ο κ. Καλαμπόκης εξηγεί: «Αναφορικά στις Ανώτερες σχολές που έβγαλαν το 100% των καλλιτεχνών και θα βγάζουν το 90% των μελλοντικών (μιας και στις δύο Ανώτατες σχολές θα εισάγονται ελάχιστοι) αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε έντονο πρόβλημα. Η κυβέρνηση δεν κατατάσσει τους τίτλους σπουδών των αποφοίτων καλλιτεχνών στο επίπεδο της τριτοβάθμιας ως οφείλει (διαφοροποιημένο βέβαια από αυτό των ΑΕΙ, σεβόμενο το άρθρο 16 του Συντάγματος). Στερεί έτσι τη δυνατότητα από τους Έλληνες και Ελληνίδες ηθοποιούς να συνεχίσουν άμεσα σε μεταπτυχιακές σπουδές, να μπορέσουν να παρακολουθήσουν προγράμματα παιδαγωγικής επάρκειας για να μπορούν να διδάξουν στα σχολεία, να θεωρούνται ίσοι με τους καλλιτέχνες του εξωτερικού που έχουν κάνει ίδιες πρακτικές σπουδές, μένουν σε αμφιβολία οι σπουδαστικές διευκολύνσεις και ερμηνεύει τις σχολές ως επιπέδου κατάρτισης και τις εντάσσει δίπλα στα ΙΕΚ (ΣΑΕΚ).

Έτσι δημιουργεί δύο ταχύτητες καλλιτεχνών με τη μία κατηγορία να έχει όλα τα δικαιώματα και την άλλη να μην μπορεί καν να τα αποκτήσει. Αντιπροτείνει οι απόφοιτοι να κάνουν επιπλέον δύο έτη στο Ανοιχτό πανεπιστήμιο ή 4 άτομα από τα εκατοντάδες ετησίως να κάνουν αλλά δύο έτη στο νέο Πανεπιστήμιο (Εθνικό και Κρατικό), δηλαδή σύνολο 5 έτη, προκειμένου να έχουν ίδια δικαιώματα, ενώ ιδιωτικά πανεπιστήμια θα μπορούν να δίνουν πλήρη εργασιακά δικαιώματα με 3 έτη σπουδών.»

Ο εκπρόσωπος των Ανώτερων Δραματικών Σχολών επισημαίνει ότι συνεχίζουν τις διαβουλεύσεις: «Οι δίκαιες λύσεις υπάρχουν. Χρειάζεται και η πολιτική βούληση. Για τα δικαιώματα όλων των καλλιτεχνών και όχι μόνο λίγων.»

Απόρριψη από σωματεία, καλλιτέχνες θεάτρου και σπουδαστές

Από την πλευρά της η Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος Ακροάματος (Π.Ο.Θ.Α) αντιτίθεται στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού θεωρώντας ότι υποβαθμίζει ξανά τα πτυχία των αποφοίτων καλλιτεχνικών σχολών και καλεί σε ευθυγράμμιση με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι απόφοιτοι της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, αφού θα έχουν ισότιμα επαγγελματικά δικαιώματα με αυτά των αποφοίτων των μουσικών θεατρικών τμημάτων, θα πρέπει να μπορούν να διδάξουν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση αντικείμενα μουσικής, χορού και θεάτρου αντίστοιχα, επισημαίνει η ΠΟΘΑ. Ο τρόπος που έχει διαμορφωθεί το νομοσχέδιο, ειδικά ο ακαδημαϊκός διάδρομος αποκλείει την πλειονότητα των σπουδαστών αλλά και των αποφοίτων από τη δημόσια δωρεάν εκπαίδευση, διότι οι απόφοιτοι είναι πολλοί, σημειώνεται από την Ομοσπονδία.

Την πλήρη αντίθεσή του στο νομοσχέδιο εκφράζει το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ) θεωρώντας ότι «ενσωματώνει τους αντιεκπαιδευτικούς νόμους των τελευταίων τουλάχιστον 10 ετών, με κατακερματισμένα πτυχία και επαγγελματικά δικαιώματα μεταξύ άλλων, ενώ δεν προβλέπει τίποτα για την αναβάθμιση και ουσιαστική ενοποίηση των πέντε κρατικών σχολών του Εθνικού Θεάτρου, του ΚΘΒΕ, του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης, της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης. Αντίστοιχα την καθολική αντίθεσή του στην ΑΣΠΤ έχει εκφράσει ο Σύλλογος Σπουδαστών Σχολών Χορού, Θεάτρου και Κινηματογράφου, του οποίου ο πρόεδρος Λευτέρης Κλίτσος δηλώνει στο ΒΗΜΑ ότι πρόκειται για «ένα πανεπιστήμιο για λίγους, ακριβό, με διασυνδέσεις με το ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο – ένα σχήμα χωρίς σαφή έδρα και με δίδακτρα».

Θυμίζουμε επίσης ότι από τις αρχές Μαρτίου περί τους 500 καλλιτέχνες θεάτρου έχουν υπογράψει ανοιχτή επιστολή προς την Υπουργό Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, ζητώντας την απόσυρση του νομοσχεδίου. Οι καλλιτέχνες σημειώνουν μεταξύ άλλων: «Το σχέδιο νόμου καταργεί κατ’ουσίαν δύο πολύ σημαντικές κρατικές σχολές Δραματικής Τέχνης με μακρά παράδοση: του Εθνικού Θεάτρου (έτος ίδρυσης: 1930) και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (έτος ίδρυσης: 1973). Το αίτημα της θεατρικής κοινότητας ήταν η ίδρυση νέων πανεπιστημιακών Τμημάτων με αντικείμενό τους την πράξη του θεάτρου, και όχι η απορρόφηση των δύο υπαρχουσών κρατικών Δραματικών Σχολών από τα υπό ίδρυση Τμήματα. Το αιτούμενο για τις κρατικές Δραματικές Σχολές ήταν η διαβάθμισή τους και η διασύνδεσή τους με τα νέα πανεπιστημιακά Τμήματα.»

Ο νόμος που θα καθορίζει το πλαίσιο λειτουργίας της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών αναμένεται να εισαχθεί προς συζήτηση και ψήφιση στη βουλή την Πέμπτη 26 Μαρτίου. Το επόμενο διάστημα, τόσο στη Βουλή όσο και στον δημόσιο διάλογο, θα κριθεί αν η ΑΣΠΤ θα αποτελέσει σημείο σύγκλισης ή νέα εστία έντασης στον χώρο του πολιτισμού.