«Μπλέξαμε με τον Τραμπ», «Δεν πρέπει να επαναληφθούν τα λάθη της Αραβικής Άνοιξης», «Για 80 χρόνια ζήσαμε καλά, αλλά και λίγο αμέριμνα». Με αυτές τις τοποθετήσεις, η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Θεόδωρος Ρουσόπουλος και ο Δημήτρης Καιρίδης έδωσαν το στίγμα μιας βραδιάς που εξελίχθηκε σε έκτακτη γεωπολιτική ανάλυση στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μίκης Θεοδωράκης».
Υπό τη βαριά σκιά της ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή και την είδηση ότι οι ελληνικοί Patriot στη Σαουδική Αραβία κατέρριψαν δύο ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους που στόχευαν εγκαταστάσεις της Saudi Aramco, η εκδήλωση της Δημοτικής Τοπικής Οργάνωσης Νέας Δημοκρατίας Πεντέλης λειτούργησε ως πεδίο ενημέρωσης αλλά και «ζεστάματος» του γαλάζιου μηχανισμού στα βόρεια.
Παρόλο που η αρχική πρόθεση των διοργανωτών ήταν η συζήτηση να εστιάσει στο ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αποκάλυψε ο Βουλευτής Β1’ Βορείου Τομέα Αθηνών και Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, Δημήτρης Καιρίδης, τα διεθνή γεγονότα επέβαλαν μια εντελώς διαφορετική ατζέντα. Σε αυτό το κλίμα, ο ίδιος, από τον ρόλο του συντονιστή, έθεσε το πλαίσιο της συζήτησης επισημαίνοντας πως «για 80 χρόνια ζήσαμε καλά, αλλά και λίγο αμέριμνα». Υπογράμμισε, μάλιστα, ότι οι επάλληλες διεθνείς κρίσεις επαναφέρουν πλέον επιτακτικά τη σημασία της πολιτικής, την οποία, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «κάπου την είχαμε ξεχασμένη».
«Ζούμε το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης»
Ακολούθως, η Βουλευτής Χανίων της Νέας Δημοκρατίας, πρώην Υπουργός Εξωτερικών και Πρόεδρος της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων, Ντόρα Μπακογιάννη, προχώρησε σε μια εκτενή ανάλυση, υπογραμμίζοντας ότι σε Ελλάδα και Ευρώπη βρισκόμαστε μπροστά σε πρωτόγνωρες προκλήσεις. «Ζούμε το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης», σημείωσε, εξηγώντας ότι για 80 χρόνια ειρήνης και ευημερίας, ιδιαίτερα μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, «πιστέψαμε ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία κέρδισε και έτσι θα πηγαίνουμε εφεξής, από το καλό στο καλύτερο». Ωστόσο, η κυρία Μπακογιάννη επεσήμανε ότι οι κρίσεις ξεκίνησαν «δειλά αρχικά, με τη ρωσική εισβολή στη Γεωργία», για να ακολουθήσουν η μεγάλη οικονομική κρίση, ο πόλεμος στην Ουκρανία και «το γεγονός ότι η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να θεωρεί δεδομένη την αμερικανική προστασία».
«Ο πόλεμος που ξεκίνησε δεν ξέρουμε κυριολεκτικά πού θα μας βγάλει», προειδοποίησε, υπογραμμίζοντας πως η ζημιά που συντελείται είναι ήδη πάρα πολύ μεγάλη. Η ίδια στάθηκε ιδιαίτερα στο «ένστικτο» του ελληνικού λαού, ο οποίος, παρά τις καθημερινές του δυσκολίες, αντιλαμβάνεται το μέγεθος της πρόκλησης και του κινδύνου. Σε αυτό το πλαίσιο, υπεραμύνθηκε της εξοπλιστικής πολιτικής της χώρας, δηλώνοντας πως «τα χρήματα που δόθηκαν από το υστέρημά μας έπιασαν τόπο».
«Μπλέξαμε με τον Τραμπ και το μείζον πλέον είναι το πόσο γρήγορα μπορούμε να ξεμπλέξουμε»
Προχώρησε μάλιστα σε μια καυστική σύγκριση, αναφέροντας πως «αν η Μεγάλη Βρετανία χρειάστηκε 12 μέρες για να βγάλει το καλύτερο αντιτορπιλικό της, εμείς χρειαστήκαμε 5 ώρες για να προσφέρουμε εγγυήσεις προστασίας στην Κύπρο», τοποθετώντας την Ελλάδα σε θέση ισχυρής αμυντικής θωράκισης στην περιοχή. Παράλληλα, σχολίασε τη στρατηγική της Τουρκίας, σημειώνοντας πως η Άγκυρα επένδυσε δισεκατομμύρια σε επιθετικά όπλα και τώρα, στερούμενη άμυνας, «είναι υποχρεωμένη να παίρνει δανεικά όπλα», γεγονός που προκαλεί εσωτερικές συζητήσεις στη γείτονα για την επιτυχία των ελληνικών κινήσεων.
«Μπλέξαμε με τον Τραμπ και το μείζον πλέον είναι το πόσο γρήγορα μπορούμε να ξεμπλέξουμε», σημείωσε χαρακτηριστικά η κυρία Μπακογιάννη, αναλύοντας τις δύο θεωρίες που κυριαρχούν για την επόμενη μέρα στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με την ίδια, ο Αμερικανός Πρόεδρος αναμένεται να κινηθεί βάσει τριών κρίσιμων αξόνων που θα καθορίσουν τις τελικές του αποφάσεις.
Η πρώτη θεωρία θέλει τον Τραμπ να επιχειρεί μια γρήγορη έξοδο από τον πόλεμο, πιεζόμενος από το ήμισυ του κόμματός του και το σκληρό ρεύμα του «MAGA» που τάσσεται παραδοσιακά κατά των πολεμικών εμπλοκών. Παράλληλα, ο ένοικος του Λευκού Οίκου έχει να αντιμετωπίσει το «αγκάθι» της εσωτερικής οικονομίας, με τις τιμές της βενζίνης να έχουν ήδη εκτιναχθεί, προκαλώντας έντονη ανησυχία. Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς αγορές εκπέμπουν σήματα «πολύ μεγάλου εκνευρισμού», αποτελώντας τον τρίτο καθοριστικό παράγοντα στην εξίσωση του Αμερικανού Προέδρου. Αυτοί οι τρεις πυλώνες —η πίεση του τραμπισμού, το κόστος της ενέργειας και η στάση των αγορών— αποτελούν, σύμφωνα με την κυρία Μπακογιάννη, τα βαρόμετρα που θα κρίνουν τη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ το επόμενο διάστημα.

Τόνισε δε πως το απρόβλεπτο του χαρακτήρα του Τραμπ και αποφάσεις όπως η πρόθεση να αγοράσει τη Γροιλανδία δημιουργούν «τεράστια ανασφάλεια» και μια κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής που απαιτεί γεφύρωση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αναφορά της για τις εσωτερικές ισορροπίες στην Τεχεράνη, όπου υπογράμμισε ότι πέρα από τους Φρουρούς της Επανάστασης, υφίσταται και ο επίσημος εθνικός στρατός. Όπως εξήγησε η πρώην Υπουργός, ο νόμιμος στρατός στελεχώνεται από παλαιές περσικές οικογένειες που ανήκουν παραδοσιακά στο σώμα και δεν θεωρείται τυφλής εμπιστοσύνης για το καθεστώς των μουλάδων. «Ενδεχομένως υπάρχει μια περίπτωση να επέμβει ο στρατός για να υπάρξει μια ομαλή αλλαγή καθεστώτος. Δεν νομίζω ότι θα γίνει εμφύλιος στο Ιράν. Είναι μια χώρα με εξαιρετικά υψηλό επίπεδο», εκτίμησε η κυρία Μπακογιάννη.
Κλείνοντας, η ίδια έδωσε έμφαση στον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας, επισημαίνοντας πως «τη σχέση μας με τις ΗΠΑ τη διατηρούμε ατόφια, το σπίτι μας όμως είναι η Ευρώπη και μαζί με την Ευρώπη πρέπει να φτιάξουμε τον αμυντικό μας βραχίονα».
«Oι πόλεμοι ξεκινούν με βεβαιότητες, αλλά καταλήγουν με ερωτήματα»
Στο ίδιο κλίμα προβληματισμού κινήθηκε και ο Θεόδωρος Ρουσόπουλος, εστιάζοντας στην ιστορική διάσταση των κρίσεων. Ο Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και πρώην Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης υπενθύμισε ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή αποτελούν τεκμήρια πως «τίποτε δεν είναι δεδομένο». Όπως σημείωσε, τα 80 χρόνια ειρήνης αποτελούν δυστυχώς «μια παρένθεση στην παγκόσμια ιστορία», προειδοποιώντας πως ο πολιτικός πολιτισμός που κατακτήσαμε «κινδυνεύει πλέον να διαρρηχθεί».
Παρά την κριτική που ασκείται στην Ευρώπη για έλλειμμα ηγετικότητας, ο κύριος Ρουσόπουλος υπογράμμισε ότι έχουμε ανεβάσει την Ευρώπη σε πολύ υψηλά επίπεδα σε όλους τους τομείς, θέτοντας ως κρίσιμο στοίχημα την ενότητα της ηπείρου. «Το μείζον ζητούμενο είναι πώς θα καταφέρουμε να μείνουμε ενωμένοι», επεσήμανε. Σχολιάζοντας μάλιστα τις διεθνείς προσωπικότητες, απάντησε στις φωνές από τις ΗΠΑ που υποτιμούν τη σημερινή ευρωπαϊκή ηγεσία, σημειώνοντας με νόημα πως αν ο Στάρμερ δεν είναι Τσώρτσιλ, «ούτε όμως και ο Τραμπ είναι Ρούσβελτ», θέτοντας το ρητορικό ερώτημα αν τελικά μαθαίνουμε από την Ιστορία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στη φύση των πολεμικών συγκρούσεων, σημειώνοντας ότι «οι πόλεμοι ξεκινούν με βεβαιότητες, αλλά καταλήγουν με ερωτήματα». Προέβλεψε δε ότι η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να διαρκέσει πάρα πολύ καιρό με άγνωστες συνέπειες, «κατά το πρότυπο του πολέμου στο Βιετνάμ». Καταλήγοντας, τόνισε ότι η δημοκρατία δεν αποτελεί μια στάσιμη κατάσταση, αλλά μια «καθημερινή απόφαση που την οφείλουμε στην Ευρώπη». Αναφερόμενος στους παράλληλους βίους του Ιράν και του Ιράκ, εξήγησε πόσο κρίσιμη είναι αποφυγή των λαθών της Αραβικής Άνοιξης, υπενθυμίζοντας ότι «ενώ το όραμα τότε ήταν η δημοκρατία, το αποτέλεσμα που τελικώς επήλθε ήταν αυτό του εξτρεμισμού».



