Ήταν αναμενόμενο, αν όχι προδιαγεγραμμένο. Το ωστικό κύμα από τις αμερικανοϊσραηλινές πυραυλικές επιθέσεις στην καρδιά της Τεχεράνης έφτασε μέχρι τους εύθραυστους καθρέφτες του ανακτόρου Γκολεστάν. Κάποιοι από αυτούς, που επί δύο αιώνες αντανακλούσαν την ανάμνηση του περασμένου μεγαλείου των σάχηδων, ράγισαν μέσα σε δευτερόλεπτα.
Πρόκειται για μια σκηνή σχεδόν συμβολική: τα θραύσματα του πολέμου να πέφτουν πάνω σε ένα παλάτι που είχε ήδη επιζήσει από επαναστάσεις, εναλλαγές καθεστώτων, ισχυρές δυναστείες και την πτώση μιας αυτοκρατορίας.

Σιωπηλοί μάρτυρες
Χτισμένα στη σκιά των χιονισμένων βουνών Αλμπόρζ, τα αυτοκρατορικά ανάκτορα του Ιράν στέκουν σήμερα ως σιωπηλοί μάρτυρες μιας τρικυμιώδους ιστορίας, η οποία τις τελευταίες ημέρες γράφεται με κεκτημένη ταχύτητα.
Δεν πρόκειται απλώς για αρχιτεκτονικά θαύματα ή πολυτελή μνημεία μιας έκπτωτης δυναστείας.

Είναι με έναν τρόπο οι μάρτυρες που παρακολουθούν εδώ και αιώνες την άνοδο και την πτώση των ισχυρών της χώρας αλλά και το σταυροδρόμι της απόλυτης εξουσίας, της αισθητικής ουτοπίας και, εσχάτως, της ωμής πραγματικότητας του πολέμου.

Από τις περίτεχνες αυλές των Κατζάρων μέχρι τα μοντερνιστικά σαλόνια των Παχλαβί, τα παλάτια του Ιράν αφηγούνται σιωπηρά αλλά με αναπολογητική φαντασμαγορία την ιστορία ενός έθνους που ισορροπούσε – όχι πάντοτε με μαεστρία- ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση.
Γκολεστάν: Το Παλάτι των Ρόδων «ράγισε»
Το λαβωμένο πια από τα πυρά του πολέμου ανάκτορο Γκολεστάν, γνωστό και ως Παλάτι των Ρόδων, είναι το παλαιότερο ιστορικό συγκρότημα της πόλης, Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, και απόλυτο σύμβολο της δυναστείας των Κατζάρων. Ναι, αυτών που εκτόπισε βίαια ο Ρεζά Παχλαβί, πατέρας του Μοχάμεντ Παχλαβί, για να αρπάξει με λαιμαργία το τιμόνι της χώρας τη δεκαετία του 1920.

Στο Γκολεστάν οι αναφορές στην κλασική περσική τέχνη – τα περίτεχνα πολύχρωμα πλακάκια, τα σιντριβάνια στους καταπράσινους κήπους και οι ψηλοί ανεμοδείκτες – παντρεύονται με τις ευρωπαϊκές επιρροές του 19ου αιώνα.
Η περίφημη Αίθουσα των Καθρεφτών, με τους τοίχους και τις οροφές της καλυμμένες από χιλιάδες μικροσκοπικά θραύσματα καθρέφτη δημιουργούν ένα πρισματικό, σχεδόν παραισθησιογόνο εφέ. Καθόλου τυχαία η συγκεκριμένη αίθουσα υπήρξε το επίκεντρο βασιλικών τελετών και στέψεων, φιλοξενώντας τον εκθαμβωτικό μαρμάρινο θρόνο.

Μετά την πρόσφατη επίθεση, το υπουργείο Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Ιράν και η UNESCO ανέφεραν πως συντρίμμια και εκρήξεις προκάλεσαν σοβαρές δομικές και διακοσμητικές φθορές, σπάζοντας ιστορικά παράθυρα, περίτεχνες πόρτες και τμήματα των διάσημων καθρεφτών του.

Η ειρωνεία είναι πικρή: το παραμυθένιο Παλάτι των Ρόδων έγινε το αθώο θύμα ενός ανελέητου πολέμου, υπενθυμίζοντας με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι η πολιτιστική συνέχεια αιώνων μπορεί να διαρραγεί ανεπανόρθωτα μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου.
Νιαβαράν: Η «χρυσή γυάλα» των Παχλαβί
Αν πάντως το Γκολεστάν φέρει το βάρος των αιώνων και τις ουλές του παρόντος, το – αλώβητο ακόμα – ανάκτορο Νιαβαράν, στα δροσερά βόρεια προάστια της πρωτεύουσας, μοιάζει με τη χρυσή αλλά επικίνδυνα αποστειρωμένη γυάλα της τελευταίας αυτοκρατορικής οικογένειας.

Ολοκληρωμένο μόλις το 1968, το κεντρικό παλάτι σχεδιάστηκε με σκοπό να γίνει το απόλυτο καταφύγιο του τελευταίου σάχη, Μοχάμεντ Παχλαβί, και της αυτοκράτειρας Φαρά Ντιμπά.
Η επιρροή της σαχμπανού, όπως ήταν ο τίτλος που της είχε προσφέρει ο σύζυγός της, η οποία είχε σπουδάσει αρχιτεκτονική στο Παρίσι, είναι εμφανής σε κάθε λεπτομέρεια του παλατιού. Με τη συνδρομή κορυφαίων αρχιτεκτόνων, η Ντιμπά φρόντισε να παντρέψει τον κομψό, λιτό ευρωπαϊκό μοντερνισμό της δεκαετίας του ’60 με τις ζεστές, παραδοσιακές ισλαμικές γραμμές.

Το αποκορύφωμα αυτού του αναντίρρητα μεγαλομανούς αρχιτεκτονικού οράματος ήταν η μηχανικά ανοιγόμενη οροφή του κεντρικού σαλονιού, η οποία επέτρεπε στην οικογένεια να δειπνεί ή να υποδέχεται στενούς αλλά και άσπονδους φίλους κάτω από τον έναστρο ουρανό.
Το Νιαβαράν υπήρξε το φιλόξενο απάγκιο των Παχλαβί, μια πολύ ιδιωτική κάψουλα απομόνωσης και αποκοπής από όσα συνέβαιναν και απασχολούσαν την ιρανική κοινωνία.
Λέγεται πως στο Νιαβαράν δεν εφαρμοζόταν το αυστηρό πρωτόκολλο που θα περίμενε κανείς σε ένα παλάτι, αλλά υπήρχε η επίφαση ενός δυτικότροπου τρόπου ζωής και μια ιδέα ελευθεριότητας.

Σε αυτή την κατεύθυνση συνέδραμαν αν μη τι άλλο η συλλογή έργων σύγχρονης τέχνης του αυτοκρατορικού ζεύγους αλλά και το βεστιάριο της αυτοκράτειρας, η οποία ενσάρκωνε στον απόλυτο βαθμό ένα fashion icon της εποχής και λάτρευε τις δημιουργίες των οίκων Dior και Yves Saint Laurent.
Στο Νιαβαράν ανατράφηκαν και γαλουχήθηκαν μέχρι τον οστρακισμό του 1979 και τα παιδιά του ζευγαριού, οι διάδοχοι της γραμμής αίματός του.
Σαανταμπάντ: Ο ύμνος στην εξουσία που κατέρρευσε
Λίγα χιλιόμετρα δυτικά από την αλλοτινή ιδιωτική κατοικία του σάχη, κρυμμένο θαρρείς μέσα σε μια αχανή δασική έκταση τριών τετραγωνικών χιλιομέτρων εκταρίων, απλώνεται το Σαανταμπάντ. Ή αλλιώς το παλάτι που αποτέλεσε επίκεντρο της άσκησης εξουσίας.

Το συγκρότημα – στην πραγματικότητα ένα παλίμψηστο από 18 ξεχωριστά κτίρια-, δε θα μπορούσε να είναι τίποτα λιγότερο από ένας ύμνος στην επίδειξη του πλούτου και της διπλωματικής ισχύος.
Το περίφημο Λευκό Παλάτι με τις αυστηρές, νεοκλασικές του γραμμές, τις επιβλητικές κιονοστοιχίες και τα υπερμεγέθη παράθυρα, ήταν η κεντρική σκηνή των επίσημων κρατικών δεξιώσεων.

Στις αχανείς του αίθουσες, αρχηγοί κρατών, Αμερικανοί πρόεδροι και Ευρωπαίοι μονάρχες περπάτησαν πάνω σε σπάνια μεταξωτά περσικά χαλιά αμύθητης αξίας, ήπιαν τσάι από πορσελάνες Σεβρ κάτω από το φως τεράστιων κρυστάλλινων πολυελαίων και ανανέωσαν την τυφλή εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπο του σάχη. Μέχρι που αποφάσισαν να τραβήξουν το χαλί που του είχαν στρώσει κάτω από τα πόδια του.

Και μάλιστα χωρίς ο ίδιος να αντιληφθεί, παρά όταν ήταν πλέον πολύ αργά, τι του ξημέρωνε. Τα ψηλά τείχη γύρω από τα ανάκτορα δε λειτούργησαν ως ασπίδα για την αυτοκρατορική οικογένεια αλλά ως παρωπίδες όσων εκτυλίσσονταν έξω από αυτά. Όσο ο σάχης έβαζε επί χάρτου τα μεγαλεπήβολα οράματά του μέσα στα κλιματιζόμενα σαλόνια του Νιαβαράν και του Σαανταμπάντ, στους δρόμους και τα παζάρια της Τεχεράνης η λαϊκή οργή σωρευόταν σαν μπαρούτι.
Το τέλος της δυναστείας
Η Ισλαμική Επανάσταση θρυμμάτισε βίαια τη γυάλινη αυτοκρατορική φούσκα. Τον Ιανουάριο του 1979 υπό το βάρος της λαϊκής εξέγερσης η οικογένεια Παχλαβί αναγκάστηκε να πακετάρει βιαστικά το βιος της και να εγκαταλείψει άρον άρον την Τεχεράνη. Ο σάχης θρυλείται πως πήρε μαζί του ένα κουτί με ιρανικό χώμα. Η αυτοκράτειρα πως προτίμησε να κρατήσει ως ενθύμιο τους δίσκους βινυλίου της παρά τα εκτυφλωτικά κοσμήματά της.

Οι Παχλαβί άφησαν πίσω τους μια ολόκληρη ζωή: τα έργα τέχνης, τα πολυτελή φορέματα, τα βιβλία ανοιχτά στα γραφεία, ακόμα και το στρωμένο τραπέζι της τραπεζαρίας. Ίσως με την ελπίδα πως κάποτε θα επέστρεφαν.
Ακόμα και πολλά χρόνια μετά τη φυγή της οικογένειας του σάχη, περπατώντας κανείς στα παλάτια του Ιράν που λειτουργούν πια ως μουσεία, γίνεται κοινωνός της απόκοσμης αίσθησης πως ο χρόνος έχει παγώσει. Σαν να φυλλομετρά το δραματικό – δίκαιο ή άδικο είναι μια άλλη συζήτηση – ρέκβιεμ μιας δυναστείας.

Στα μάρμαρα, στους πολυελαίους και στους σπασμένους καθρέφτες των ισλαμικών ανακτόρων καθρεφτίζεται ακόμη το όνειρο της παλιάς Περσίας — αλλά πλέον και η σκληρή πραγματικότητα μιας περιοχής που εξακολουθεί να ζει μέσα στη δίνη της ιστορίας.












