«Με έχουν καταστρέψει πλήρως» λέει στο ΒΗΜΑ ο Μ. Γ. (τα στοιχεία του οποίου υπάρχουν στη διάθεση της εφημερίδας), δανειολήπτης σε ελβετικό φράγκο, περιγράφοντας απώλειες περιουσίας, πλειστηριασμούς και μια καθημερινότητα επίμονης ανασφάλειας.«Έχω χάσει τέσσερα ακίνητα: δύο πρώτες κατοικίες, ένα οικόπεδο και τα επαγγελματικά μου γραφεία».

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά τα «φθηνά» στεγαστικά δάνεια στο ελβετικό νόμισμα, η συζήτηση δεν περιορίζεται μόνο στο οικονομικό σκέλος, αλλά τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Μάλιστα, μόνιμο ερώτημα το ποιος σήκωσε και ποιος έπρεπε να σηκώσει τον συναλλαγματικό κίνδυνο όταν το νόμισμα γύρισε από «ευκαιρία» σε παγίδα.

Ο ίδιος δανειολήπτης το θέτει με απόλυτη απλότητα: «Αυτό που ζητώ είναι απλό. Δηλαδή, να επαναϋπολογιστούν τα δάνειά μου από την αρχή, να πληρώσω αυτό που πραγματικά δανείστηκα και το νόμιμο επιτόκιο, όχι να εμφανίζομαι να οφείλω περισσότερα από όσα πήρα»

Ο αιφνιδιασμός του 2015, όταν η Ελβετική Εθνική Τράπεζα κατήργησε το κατώτατο όριο ισοτιμίας 1,20 CHF (ελβετικό φράγκο) ανά Ευρώ και ταυτόχρονα μείωσε το επιτόκιο στο −0,75%, αποτελεί ορόσημο για την ευρωπαϊκή εμπειρία γύρω από τα εν λόγω δάνεια. Η απόφαση αυτή συνδέθηκε με απότομη ανατίμηση του φράγκου και μετέφερε, στην πράξη, το βάρος κατευθείαν στις δόσεις όσων είχαν πάρει δάνειο «σε ξένο νόμισμα».

Στο ελληνικό πεδίο, οι εκτιμήσεις για το μέγεθος του προβλήματος διαφέρουν ανάλογα με το τι μετράει κανείς (συμβάσεις, ενεργά υπόλοιπα, «κόκκινα», ρυθμισμένα, αποπληρωμένα). Δημοσιεύματα μιλούν για περίπου 30.000 ενεργούς/εμπλεκόμενους σήμερα, ενώ άλλες αναφορές ανεβάζουν τον αριθμό των αρχικών δανειοληπτών σε περίπου 50.000 ή και υψηλότερα.

Τι ακριβώς φέρνει η τροπολογία

Η παρέμβαση θεσμοθετήθηκε με τον ν. 5264/2025 (ΦΕΚ Α’ 239/19.12.2025), που ψηφίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων. Στον πυρήνα της βρίσκεται το άρθρο 128 («Ρύθμιση οφειλών σε ελβετικό φράγκο»), το οποίο προβλέπει μετατροπή των οφειλών από CHF σε ευρώ με «βελτιωμένη ισοτιμία» (όχι με αναδρομικό επανυπολογισμό από την αρχική ισοτιμία εκταμίευσης).

Η κρίσιμη τεχνική λεπτομέρεια είναι ότι ως «τρέχουσα ισοτιμία ευρώ/ελβετικού φράγκου» ορίζεται η ισοτιμία αναφοράς που δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης στον πιστωτή. Πάνω σε αυτή την ισοτιμία εφαρμόζεται η «βελτίωση» (15%, 20%, 30% ή 50%), με μηδενική προμήθεια μετατροπής και με σταθερή δόση για όλη την υπολειπόμενη διάρκεια.

Η ρύθμιση «σπάει» τους δανειολήπτες σε τέσσερις κατηγορίες. Οι Κατηγορίες 1-3 έχουν εισοδηματικά, περιουσιακά και καταθετικά κριτήρια και δίνουν βελτίωση ισοτιμίας 50%, 30% ή 20% αντίστοιχα, με σταθερά επιτόκια 2,30%, 2,50% ή 2,70%. Όσοι δεν πιάνουν τα κριτήρια εντάσσονται ουσιαστικά στην επιλογή 15% με επιτόκιο 2,90%.

Εδώ μπαίνει το πρώτο σημείο τριβής: η ίδια η λέξη «κούρεμα». Σε κυβερνητική ενημέρωση η παρέμβαση εμφανίζεται ως μείωση της οφειλής μέσω ευνοϊκότερης ισοτιμίας και «σταθερού, προβλέψιμου» επιτοκίου, ώστε να κλείσει μια χρόνια εκκρεμότητα που δεν λύνεται μόνο με τα δικαστήρια.

Από την άλλη, οι εκπρόσωποι των δανειοληπτών επιμένουν ότι δεν πρόκειται για «κούρεμα κεφαλαίου» με την ουσιαστική έννοια, αλλά για λογιστική διόρθωση με βάση τη σημερινή ισοτιμία. Η Δέσποινα Σονιάδου, πρόεδρος δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο, το συνοψίζει ως εξής: «Δεν πρόκειται για κούρεμα κεφαλαίου. Αυτό που γίνεται είναι μια “διόρθωση” της τρέχουσας ισοτιμίας κατά την ημερομηνία που ο δανειολήπτης θα πάει να αποδεχθεί τη ρύθμιση. Καμία ουσιαστική ανακούφιση για τον δανειολήπτη. Οι περισσότεροι εμπίπτουν στην κατηγορία του 15%. Άρα, στη συντριπτική πλειονότητα, θα έχουμε κατ’ ελάχιστο όφελος από τη “διόρθωση” ισοτιμίας, μετατροπή του υπολοίπου σε ευρώ και επιβολή επιτοκίου που στην πράξη δεν θα είναι 2,90% αλλά περίπου 3,02%». Δηλαδή το όποιο κούρεμα στο κεφάλαιο γίνει θα «ακυρωθεί» από το επιτόκιο που θα επιβληθεί. Στην ίδια γραμμή, ο Νίκος Γριζάνης εκπρόσωπος της Επιτροπής Πρωτοβουλίας Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου
πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα: «Η λεγόμενη “μεσαία τάξη” οδηγείται στην Κατηγορία 4, δηλαδή σε κούρεμα έως 15%», υποστηρίζοντας και αυτός με τη σειρά του ότι η πλειονότητα των δανειοληπτών δεν θα δει ουσιαστική ανακούφιση

Το δεύτερο σημείο τριβής είναι ότι το όφελος «κινείται» μαζί με την ισοτιμία: η βελτίωση είναι ποσοστό πάνω στην τρέχουσα ισοτιμία, άρα όσο το CHF ανατιμάται έναντι του ευρώ, η ίδια ποσοστιαία «βελτίωση» εφαρμόζεται σε μεγαλύτερη βάση (σε πιο «ακριβό» φράγκο). Αυτό, πρακτικά, μπορεί να ψαλιδίσει το καθαρό αποτέλεσμα που βλέπει ο οφειλέτης σε ευρώ.

Το εξάμηνο που βαραίνει τη συζήτηση

Το άρθρο 128 βάζει ρητό χρονικό όριο: η δυνατότητα ένταξης στη τροπολογία ισχύει για έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του, μέσα στους οποίους πρέπει να κατατεθεί η βεβαίωση/αίτημα ή η αίτηση προς τον πιστωτή (ανά κατηγορία).

Στην πράξη, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ανακοίνωσε την έναρξη της ψηφιακής πλατφόρμας στις 19 Φεβρουαρίου 2026 και προθεσμία αιτήσεων έως τις 19 Αυγούστου 2026.

Εδώ ακριβώς «κουμπώνει» η καχυποψία που περιγράφουν δανειολήπτες και ενώσεις: όχι τόσο γιατί το μέτρο είναι τυπικά υποχρεωτικό (δεν είναι), αλλά γιατί το χρονόμετρο λειτουργεί σαν μοχλός πίεσης, σε ένα πεδίο όπου πολλοί έχουν ακόμη ανοιχτές δικαστικές διεκδικήσεις. Η ίδια η διάταξη προβλέπει ότι με την ένταξη «καταργούνται εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες που έχουν δρομολογηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκονται».«Αντί να περιμένει η Πολιτεία να δει τι θα αποφανθεί ο Άρειος Πάγος, φέρνει μια τροπολογία που σου δίνει προθεσμία έξι μηνών να αποφασίσεις. Και αν την αποδεχθείς, πρέπει να παραιτηθείς από κάθε ένδικο μέσο. Γιατί τόση βιασύνη;» διερωτάται ο Μάνος Κ., δανειολήπτης σε ελβετικό φράγκο.

Μάλιστα, ο ίδιος θέτει και το εξής δίλημμα: «να περιμένεις μια απόφαση που μπορεί να καθυστερήσει ακόμα και 3 χρόνια ή να μπεις τώρα υπό πίεση χρόνου», χαρακτηρίζοντας το εξάμηνο «βιασύνη» που γεννά ερωτήματα για το τι ακριβώς προσπαθούν να προλάβουν από το επιτελείο της κυβέρνησης. Στο ίδιο μήκος κύματος, η Δέσποινα Σονιάδου σημειώνει: «Η απαίτηση παραίτησης από ένδικα μέσα και το ασφυκτικό εξάμηνο δείχνουν μια βιασύνη και δεν αντιλαμβάνομαι τον λόγο»

Στο ίδιο μοτίβο, ο λόγος των συλλογικών φορέων συνδέει τη χρονική πίεση με την πιθανότητα να «κλειδώσει» ένα μεγάλο μέρος υποθέσεων πριν καθαρίσει το τοπίο σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, δεδομένου ότι το θέμα ξανασυζητήθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον Δεκέμβριο του 2025. Με την ένταξη «οι εκκρεμείς δίκες καταργούνται αυτοδικαίως» και ο δανειολήπτης «απεμπολεί τα οφέλη μιας πιθανής θετικής απόφασης», αναφέρει ο Νίκος Γριζάνης,

Παράλληλα, οι ενώσεις δανειοληπτών προχωρούν σε δημόσια κινητοποίηση. Έχουν απευθύνει κάλεσμα για συγκέντρωση διαμαρτυρίας την Τετάρτη 4 Μαρτίου στις 12 το μεσημέρι, ζητώντας να «ενώσουν ξεκάθαρα τις φωνές τους» και δηλώνοντας ότι έχουν ήδη αιτηθεί συνάντηση με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, προκειμένου να θέσουν εκ νέου τα αιτήματά τους για αναθεώρηση του πλαισίου.

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο υπουργείο Οικονομικών και πορεία στην Βουλή από την Επιτροπή Πρωτοβουλίας Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου, Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025.

Το «ευρωπαϊκό κενό» που επικαλούνται οι δανειολήπτες

Η συζήτηση στην Ελλάδα έχει δύο σκέλη: την ελληνική ανώτατη νομολογία και τη διαρκώς εξελισσόμενη ευρωπαϊκή. Το 2019, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 4/2019) αντιμετώπισε το ζήτημα με τρόπο αρνητικό για τους δανειολήπτες, εξέλιξη που αποτυπώθηκε ευρέως στον Τύπο ως «οριστικό κλείσιμο» υπέρ των τραπεζών.
Κομβικό στοιχείο είναι ότι ελληνικό δικαστήριο έστειλε προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή νομολογία για δάνεια σε ξένο νόμισμα έχει «δέσει» έναν βασικό κανόνα: οι τράπεζες οφείλουν να δίνουν επαρκή, κατανοητή ενημέρωση για τον συναλλαγματικό κίνδυνο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει τις οικονομικές συνέπειες. Η απόφαση Andriciuc (C‑186/16) είναι από τις πιο συχνά επικαλούμενες, ακριβώς γιατί περιγράφει το απαιτούμενο επίπεδο πληροφόρησης για τους κινδύνους ισοτιμίας.

Σε άλλες χώρες της ΕΕ, τα «δάνεια CHF» έγιναν ένα μεγάλο «εργαστήριο» προδικαστικών ερωτημάτων και εθνικών εφαρμογών της Οδηγίας 93/13, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την υπόθεση Dziubak (C‑260/18) στην Πολωνία, όπου το ΔΕΕ απάντησε σε κρίσιμα ερωτήματα για το τι γίνεται όταν αφαιρούνται/ακυρώνονται καταχρηστικές ρήτρες και πώς (ή αν) μπορεί να «σταθεί» η σύμβαση.

Η ίδια η βάση του ευρωπαϊκού πλαισίου είναι η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ για τους καταχρηστικούς όρους και η αρχή ότι οι όροι πρέπει να είναι σε «σαφή και κατανοητή γλώσσα», ενώ οι καταχρηστικοί όροι δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή.

Σε αυτό το πλαίσιο, ελληνικοί δικηγορικοί σύλλογοι είχαν παρέμβει υπέρ των δανειοληπτών στην εκδίκαση συλλογικών αγωγών που συζητήθηκαν στις 5/12/2025. «Αν υπήρχε σωστή προσυμβατική ενημέρωση, κανείς δεν θα έπαιρνε αυτά τα δάνεια. Η νομολογία του ΔΕΕ έχει δώσει βαρύτητα στη διαφάνεια: όφειλαν οι τράπεζες να έχουν ενημερώσει με σαφήνεια, ακόμη και με αριθμητικά παραδείγματα, για το τι μπορεί να συμβεί αν αλλάξει η ισοτιμία. Έχει κριθεί ότι ο συναλλαγματικός κίνδυνος μετακυλίεται εξ ολοκλήρου στον δανειολήπτη», υπογραμμίζει η Δέσποινα Σονιάδου

Και εδώ επιστρέφει η «σκληρή» πολιτική, θεσμική αντιπαράθεση: οι δανειολήπτες μιλούν για ανάγκη παραπομπής «στο ευρωπαϊκό κλειδί», επικαλούμενοι το άρθρο 267 ΣΛΕΕ (προδικαστική παραπομπή), δηλαδή τον μηχανισμό με τον οποίο τα εθνικά δικαστήρια ζητούν από το ΔΕΕ δεσμευτική ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου.
Από την άλλη πλευρά, κυβερνητικές πηγές και δημοσιεύματα αναφέρουν ότι σχετική αναφορά που εξετάστηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μέσω της Επιτροπής Αναφορών δεν οδήγησε, στην προκαταρκτική αξιολόγηση, σε διαδικασία επί παραβάσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για παραβίαση της Οδηγίας 93/1. «Σε όλες σχεδόν τις χώρες όπου υπήρχαν δάνεια σε ελβετικό φράγκο, τα ανώτατα δικαστήρια έστειλαν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι δανειολήπτες δικαιώθηκαν. Η Ελλάδα είναι η εξαίρεση», υποστηρίζει ο Μάνος Κ.

Ο λογαριασμός σε ευρώ, οι τόκοι και ο κίνδυνος «να γυρίσει μπούμερανγκ»

Στο καθαρά οικονομικό πεδίο, ο νόμος έχει δύο μεγάλες μεταβλητές: ισοτιμία μετατροπής και επιτόκιο μετά τη μετατροπή.

Η ρύθμιση εισάγει σταθερά επιτόκια (2,30% – 2,90% ανάλογα με κατηγορία), αλλά ρητά διευκρινίζει ότι δεν περιλαμβάνεται η εισφορά του ν. 128/1975.

Στην πράξη, για στεγαστικά δάνεια η εισφορά αυτή έχει οριστεί σε ενιαίο συντελεστή 0,12% ετησίως (νομοθετική αναφορά που έχει χρησιμοποιηθεί ως βάση εφαρμογής σε στεγαστικά).

Αυτό εξηγεί γιατί αρκετοί δανειολήπτες μιλούν για «τελικό» επιτόκιο πάνω από το ονομαστικό 2,90% (π.χ. περίπου 3,02% όταν προστεθεί το 0,12%), και το αντιπαραβάλλουν με την ιστορική εμπειρία του CHF, όπου το περιβάλλον επιτοκίων ήταν για χρόνια σε μηδενικά/αρνητικά επίπεδα (ιδίως μετά το 2015).

Το δεύτερο «καμπανάκι» αφορά το τι συμβαίνει αν ο δανειολήπτης μπει στη ρύθμιση και αργότερα ξαναβρεθεί σε αδυναμία πληρωμής. Το άρθρο 128 προβλέπει ότι, σε περίπτωση καταγγελίας λόγω μη εξυπηρέτησης μετά την ένταξη, ο οφειλέτης οφείλει το ποσό σε ευρώ που θα προέκυπτε αν η μετατροπή είχε γίνει στην τρέχουσα ισοτιμία, χωρίς τον ευνοϊκό υπολογισμό της ισοτιμίας (δηλαδή χάνεται το «πλεονέκτημα» της βελτιωμένης ισοτιμίας).

Σε πιο απλή γλώσσα: το κράτος/νόμος δίνει «έκπτωση ισοτιμίας» για να κλείσει την υπόθεση. Αλλά αν το δάνειο ξανακοκκινίσει, το όφελος μπορεί να εξαφανιστεί. Γι’ αυτό και η κριτική επιμένει ότι η ρύθμιση μοιάζει να προστατεύει κυρίως όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να κρατήσουν τη ρύθμιση μέχρι τέλους ή να προεξοφλήσουν νωρίς, περιορίζοντας την έκθεση σε μελλοντικούς τόκους. Κυρίως, όσοι έχουν κεφάλαιο να το εξοφλήσουν πλήρως, έχουν το μεγαλύτερο όφελος από την τροπολογία ανεξαρτήτως κατηγορίας.

Υπάρχει και μια τρίτη, «σιωπηλή» πηγή οργής: το άρθρο 128 ορίζει ρητά ότι «στη ρύθμιση δεν εμπίπτει το ήδη εκτελεσθέν μέρος της σύμβασης» και δεν αφορά αποσβεσθείσες οφειλές ή συμβάσεις που έχουν παύσει να ισχύουν. Αυτό πρακτικά κλείνει την πόρτα σε αναδρομικό συμψηφισμό/επανυπολογισμό για όσους ήδη πλήρωσαν επί χρόνια ή ολοκλήρωσαν την αποπληρωμή, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με το ένστικτο «να μετρήσει ό,τι έχω δώσει».

Ο πυρήνας της ανησυχίας: λύση, «νομιμοποίηση» ή μεταφορά στο μέλλον;

Το άρθρο 128 είναι, τυπικά, μια εθελοντική έξοδος. Στην πράξη, όμως, πολλοί δανειολήπτες τη βιώνουν ως «έξοδο με τίμημα»: για να πάρεις τη βελτιωμένη ισοτιμία, πρέπει να αποδεχθείς ένα πλαίσιο που (α) λειτουργεί με 6μηνη προθεσμία, (β) τερματίζει τις εκκρεμείς δίκες, (γ) «κλειδώνει» ότι δεν μπορείς να επιστρέψεις στο προηγούμενο καθεστώς, ακόμη και αν στο μέλλον εκδοθούν δικαστικές αποφάσεις ή αλλάξουν οι ισοτιμίες.

Γι’ αυτό και η κεντρική κατηγορία δεν είναι μόνο «ότι η ρύθμιση είναι λίγη». Είναι ότι, όπως το θέτει ο Νίκος Γριζάνης, εκπρόσωπος της Επιτροπής Πρωτοβουλίας Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου, «μετακυλίει το πρόβλημα στο μέλλον χωρίς να το λύνει» και «νομιμοποιεί» μια διογκωμένη λογιστική απαίτηση, επειδή η βάση υπολογισμού είναι η σημερινή ισοτιμία και όχι η αρχική οικονομική πραγματικότητα της σύμβασης.

Στο ίδιο πνεύμα, οργανωμένες ενώσεις δανειοληπτών χαρακτηρίζουν δημόσια το «κούρεμα» ως «κούρεμα που δεν είναι κούρεμα», ακριβώς επειδή το μέτρο δεν επανυπολογίζει αναδρομικά τις συμβάσεις, αλλά δίνει μια ποσοστιαία ανάσα στο σημείο εξόδου.

Υπάρχει και ένα υπόστρωμα πιο «μακροοικονομικό», που εξηγεί γιατί η κόντρα ξεπερνά τους ίδιους τους δανειολήπτες: οποιαδήποτε μεγάλη μεταβολή σε ροές αποπληρωμών και ανακτήσεις απαιτήσεων μπορεί να «ακουμπήσει» τιτλοποιήσεις και σχήματα εγγυήσεων του Δημοσίου. Στην ελληνική πραγματικότητα, αυτό μεταφράζεται σχεδόν αυτόματα στη λέξη «Ηρακλής», δηλαδή στο σχήμα κρατικής εγγύησης για τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Γι’ αυτό βλέπουμε το επιχείρημα «θωρακίζει τον Ηρακλή» να εμφανίζεται ξανά και ξανά στον λόγο των δανειοληπτών: όχι ως τεχνικός όρος, αλλά ως πολιτική υποψία ότι το κράτος προτιμά μια λύση που σταθεροποιεί λογιστικές ροές και περιορίζει δικαστικές αβεβαιότητες.

Τέλος, πίσω από το νομικό και το οικονομικό, υπάρχει ένα καθαρά κοινωνικό ερώτημα: αν το πρόβλημα είναι «εισοδηματικό» (άρα λύνεται με στοχευμένες κατηγορίες) ή «νομικό» (άρα αφορά όλους όσοι υπέγραψαν με ανεπαρκή ενημέρωση/άνισο καταμερισμό κινδύνου). Ο νόμος χτίζει την κλιμάκωση με κριτήρια ευαλωτότητας, ενώ οι δανειολήπτες υποστηρίζουν ότι η αδικία είναι οριζόντια, επειδή αφορά τη φύση της ρήτρας και την ενημέρωση πριν από τη σύμβαση.

Σήμερα, η «έξοδος» που προσφέρεται είναι συγκεκριμένη: ευρώ, σταθερό επιτόκιο, βελτιωμένη ισοτιμία, 6 μήνες προθεσμία, και κατάργηση εκκρεμών δικών. Το ερώτημα είναι αν αυτή η έξοδος κλείνει μια πληγή ή αν απλώς αλλάζει το «σημείο» στο οποίο βρίσκεται.