Όπως έχει ειπωθεί κάποτε, η πραγματική πατρίδα ενός Έλληνα της διασποράς, όπως ο Καβάφης, είναι η γλώσσα· στην περίπτωσή του, η ελληνική γλώσσα, που σήμερα τιμούμε. Στην εποχή του Μεγαλέξανδρου, που τόσο θαύμαζε ο Αλεξανδρινός, την ελληνική γλώσσα «ως μέσα στη Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς», όπως λέει και στο ποίημά του «Στα 200 π.Χ». Κατανοούμε, λοιπόν, ότι στα ποιήματά του, ο Καβάφης γελοιοποιεί τους (φανταστικούς) ελληνιστικούς μονάρχες, όπως τον ηγεμόνα της δυτικής Λιβύης, ο οποίος, στο ομώνυμο ποίημα, μιλά «με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά». Αντιθέτως, αφιερώνει ένα ποίημα που δεν είδε το φως παρά μόνον χρόνια μετά τον θάνατό του, με τίτλο «Σαμίου επιτάφιον», σ’ έναν εξίσου φανταστικό Σαμιώτη, που δήθεν πουλήθηκε ως δούλος στην Ινδία κατά την ελληνιστική εποχή και ο οποίος, τη στιγμή που κατεβαίνει στον Άδη, δεν αισθάνεται καμία λύπη, διότι «εκεί θα είμαι μετά των συμπολιτών. / Και του λοιπού θα ομιλώ ελληνιστί».
Για τον Καβάφη, επομένως, η απώλεια της γλώσσας είναι η μεγαλύτερη δυστυχία που μπορεί να υποστεί ένας λαός, όπως εκείνος των Ποσειδωνιατών, στη Μεγάλη Ελλάδα, οι οποίοι, στο ομώνυμο ποίημα, αφού είχαν λησμονήσει την ελληνική γλώσσα «τόσους αιώνας ανακατευμένοι / με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους», συγκεντρώνονταν μία φορά τον χρόνο «τα παλιά τους έθιμα να διηγούνται, / και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε, / που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι». «Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους —συνεχίζει να λέει ο Καβάφης—. / Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες – / Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί· / και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν, / να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά / βγαλμένοι —ω συμφορά!— απ’ τον ελληνισμό».
Για τους Καταλανούς όπως κι εγώ, η γλώσσα αποτελεί επίσης το κύριο χαρακτηριστικό του πολιτισμού μας και ήταν αυτό το κοινό ενδιαφέρον για τη μητρική γλώσσα ένας από τους λόγους που με οδήγησε να ανακαλύψω και να διαβάσω τον Καβάφη στα έτη 1988-1989, όταν παρακολούθησα το μάθημα Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, στο πλαίσιο των σπουδών μου στην Κλασική Φιλολογία. Διδάσκων του μαθήματος ήταν ο αείμνηστος Alexis E. Solà, μεταφραστής του Καβάφη στα καταλανικά, ο οποίος του αφιέρωσε και τη διδακτορική του διατριβή.
Έκτοτε, η ποίηση του Καβάφη με συνοδεύει αδιάκοπα. Στο τέλος της θητείας μου στην Αθήνα, στη θέση του διευθυντή του Ινστιτούτου Θερβάντες (2007-2012), το ενδιαφέρον μου για αυτόν τον μεγάλο ποιητή ανανέωσε το γεγονός ότι το Αρχείο Καβάφη περιήλθε στο Ίδρυμα Ωνάση, κάτι που έθεσε επιτέλους στη διάθεση των ερευνητών όλο το αρχειακό υλικό του. Αποτέλεσμα των ερευνών μου στο εν λόγω κέντρο αποτελεί η πλήρης μετάφραση στα καταλανικά, σε δύο τόμους, της καβαφικής ποίησης για τις εκδόσεις Flâneur (2024), η οποία τιμήθηκε πέρσι με το βραβείο Crítica του περιοδικού Serra d’Or και με το βραβείο Aurora Bertrana του Ιδρύματος Prudenci Bertrana, της Girona.
Η μετάφραση αυτή βασίζεται στη νέα ελληνική έκδοση του συνόλου της ποίησης του Καβάφη, η οποία κυκλοφόρησε στα τέλη του περασμένου έτους σε δύο τόμους στην Αθήνα από τις εκδόσεις Διόπτρα, καθώς και σε πολυτελή μονότομη έκδοση από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Σε αυτή την έκδοση, δημοσίευσα αρκετό ανέκδοτο υλικό προερχόμενο από τα αρχεία στα οποία διεξήγαγα τις έρευνές μου (πρωτίστως, από το Αρχείο Καβάφη, του Ιδρύματος Ωνάση, αλλά και από το Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο και τα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη), όπως πρώιμες εκδοχές γνωστών ήδη ποιημάτων, σχόλια του ποιητή πάνω στα ποιήματά του κ.ά. Παράλληλα, επιδίωξα να συγκεντρώσω στις σημειώσεις τη συνεισφορά των κυριότερων μελετητών του καβαφικού έργου, τόσο Ελλήνων, όσο και ξένων.
Ο Καβάφης, σε συνέντευξη που παραχώρησε λίγα χρόνια πριν από τον θάνατό του σε έναν Γάλλο δημοσιογράφο, του οποίου αγνοούμε το όνομα, δήλωσε ότι ήταν ποιητής των μελλοντικών γενεών. Πράγματι έτσι είναι και αυτό εξηγεί τον μεγάλο αριθμό μεταφράσεων και μελετών που έχουν γίνει μέχρι σήμερα πάνω στο έργο του, το οποίο εξακολουθεί να κερδίζει αδιάκοπα αναγνώστες, ακόμη και μεταξύ των νεότερων γενεών. Και, σ’ αυτό το πλαίσιο, ο στοχασμός του γύρω από τη γλώσσα δεν παύει να είναι εξαιρετικά επίκαιρος.
*Ο Εουζέμπι Αγιένσα είναι μεταφραστής του Καβάφη στα καταλανικά και τα ισπανικά, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στον κλάδο Μεταβυζαντινής και Νεοελληνικής Γραμματείας, στην Τάξη των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών. Από το 2007 έως το 2012 διηύθυνε το Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας.
INFO: Με αφορμή την έκδοση των απάντων του Κ.Π. Καβάφη ποιητές και ποιήτριες διαβάζουν ποιήματα από το έργο του την Τρίτη 17/2 στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Διόπτρα.







