«Αν λήξει, έληξε. Θα καταλήξουμε σε μια καλύτερη συμφωνία». Με αυτά τα λόγια, ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σχολίαζε, τον περασμένο Ιανουάριο -μιλώντας στους New York Times- την πιθανή λήξη της New Start, όπως ονομαζόταν η συνθήκη που υπεγράφη το 2010 από τους τότε προέδρους των ΗΠΑ και της Ρωσίας, Μπαράκ Ομπάμα και Ντιμίτρι Μεντβέντεφ, αντιστοίχως, και η οποία αποτελούσε ανανέωση παλαιότερης συμφωνίας ανάμεσα στις δύο ισχυρότερες πυρηνικές χώρες, οι οποίες δεσμεύονταν για τον περιορισμό του πυρηνικού οπλοστασίου τους.
Με τη λήξη της New Start να αποτελεί πλέον γεγονός, ο πλανήτης εισέρχεται πλέον σε έναν κόσμο χωρίς σαφή όρια για το τι επιτρέπεται.
Όρια και προθεσμίες
Η πάροδος σήμερα, της προθεσμίας ισχύος, σήμανε το τέλος μιας συνθήκης, η οποία, στην πρώτη της εκδοχή, είχε υπογραφεί στις 31 Ιουλίου του 1991, από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ , Ρόναλντ Ρέιγκαν και τον τελευταίο ηγέτη της ΕΣΣΔ, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, προτού ανανεωθεί δεκαεννέα χρόνια αργότερα. Στην πρώτη της εκδοχή, η συνθήκη προέβλεπε ανώτατο όριο τις 6.000 ανεπτυγμένες πυρηνικές κεφαλές για
κάθε πλευρά, στόχος εξαιρετικά φιλόδοξος, αν αναλογιστεί κανείς ότι ΕΣΣΔ και ΗΠΑ διέθεταν κατά προσέγγιση 40.000 και 20.000 πυρηνικές κεφαλές αντίστοιχα. Η διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991, οδήγησε στο Πρωτόκολλο της Λισαβόνας το 1992, το οποίο καθιστούσε τέσσερα κράτη που αποτελούσαν μέρος της Σοβιετικής Ένωσης (Ρωσία, Λευκορωσία, Καζακστάν, Ουκρανία) διάδοχα μέρη της συμφωνίας και των υποχρεώσεων που απέρρεαν από αυτή.
Η ανανεωμένη New START, η οποία ετέθη σε εφαρμογή τον Φεβρουάριο του 2011 και είχε δεκαπενταετή διάρκεια ζωής, διατύπωνε ένα νέο πλαίσιο. Προέβλεπε ανώτατο όριο 1.550 ανεπτυγμένων στρατηγικών πυρηνικών κεφαλών για κάθε πλευρά, καθώς και περιορισμούς σε υποβρύχιους και διηπειρωτικούς πυραύλους (700), αλλά και εκτοξευτές (800).
Η New START περιλάμβανε σύστημα επιτόπιων επιθεωρήσεων με σύντομη προειδοποίηση, ώστε κάθε πλευρά να μπορεί να ελέγχει τη συμμόρφωση της άλλης. Οι επιθεωρήσεις ανεστάλησαν αρχικά λόγω της πανδημίας και ουσιαστικά σταμάτησαν το 2023, όταν το Κρεμλίνο ανέστειλε τη συμμετοχή της Ρωσίας, επικαλούμενο τη στήριξη των ΗΠΑ προς την Ουκρανία, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022.
Ήταν ωστόσο η ρωσική πλευρά που το φθινόπωρο του 2025 (και ενώ είχε μεσολαβήσει η συνάντηση Τραμπ-Πούτιν στο Άνκορατζ της Αλάσκαςστις 15 Αυγούστου) πρότεινε την ετήσια παράταση της συμφωνίας, με τον ρώσο πρόεδρο να δηλώνει ότι «κάποιος βαθμός εγκράτειας και προβλεψιμότητας είναι απαραίτητος», σημειώνοντας ωστόσο ότι μια
τέτοια απόφαση, προϋποθέτει ότι η Ουάσιγκτον διακατέχεται από το ίδιο πνεύμα. Η προθυμία της Μόσχας αρχικά καλωσορίστηκε από τον αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος ωστόσο δεν φρόντισε να ανταποκριθεί πρακτικά στο κάλεσμα.
Παγκόσμιοι κίνδυνοι – Κινεζικές ευκαιρίες
«Και τώρα τι;», είναι το εύλογο ερώτημα που προκύπτει μετά τη λήξη της συμφωνίας, η οποία, σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από πλήρη αβεβαιότητα έμοιαζε να εξασφαλίζει μια κάποια σιγουριά ότι οι μεγάλες δυνάμεις μπορούν τουλάχιστον να συνεννοηθούν ως προς την αποτροπή του πυρηνικού ολέθρου.
Σημειωτέον ότι οι START 1 και New Start ακολούθησαν προηγούμενες απόπειρες να τεθεί υπό έλεγχο ο ανταγωνισμός σε επίπεδο πυρηνικών εξοπλισμών, όπως η SALT I που υπογράφηκε το 1972 από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον και τον τότε ηγέτη της ΕΣΣΔ, Λεονίντ Μπρέζνιεφ, και η οποία πάγωσε τον αριθμό των βαλλιστικών πυραύλων.
Με το τέλος της New Start, τερματίζεται μια περίοδος άνω των πενήντα ετών, κατά τη διάρκεια των οποίων, ο έλεγχος των πυρηνικών όπλων υπήρξε το ζητούμενο. Η απουσία σαφούς πλαισίου για τον περιορισμό της ανάπτυξης των φονικότερων οπλικών συστημάτων στην ιστορία της ανθρωπότητας, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο μιας νέας κούρσας εξοπλισμών, γεγονός που εξ ορισμού αυξάνει το ρίσκο μιας καταστροφικής σύγκρουσης. Ακόμη χειρότερα, η απουσία οποιασδήποτε δεσμευτικής συμφωνίας ακόμη και σε διμερές πλαίσιο, δικαιολογεί παρόμοιες πρακτικές από τις υπόλοιπες πυρηνικές δυνάμεις.
Ωστόσο δεν αξιολογούν όλοι, αυτού του είδους την ασάφεια, αρνητικά. Αναλυτές όπως ο Γκρεγκ Γουίβερ, του think tank, Atlantic Council, διατείνονται ότι το περιβάλλον έχει αλλάξει δραματικά σε σχέση με το 2010, όταν «η Ρωσία και η Κίνα δεν αποτελούσαν μεγάλες ή άμεσες στρατηγικές απειλές». Είναι ακριβώς αυτή η προσθήκη της Κίνας στο πυρηνικό κάδρο, που εν μέρει εξηγεί τη στάση του Λευκού Οίκου. Το ειδικό στα ζητήματα ασιατικής πολιτικής ψηφιακό περιοδικό Diplomat, έχει διαφορετική άποψη. «Η λήξη της συμφωνίας δίνει σήμα στο Πεκίνο ότι η Ουάσιγκτον δεν πιστεύει πια στη σταθερότητα μέσα από τη διατήρηση συγκεκριμένων ορίων.
Πρόκειται για πολιτική απόφαση με στρατηγικές συνέπειες», επισημαίνει η αναλύτρια Κάρολαϊν Νόβακ, εκτιμώντας πως η εκπνοή της New Start αποτελεί νίκη για την Κίνα, η οποία έχει διπλασιάσει το οπλοστάσιό της από το 2020, διαθέτοντας, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Πενταγώνου, περίπου 1000 πυρηνικές κεφαλές. Όλα αυτά, -ενώ τα πολεμικά μέτωπα σε Ουκρανία και Σουδάν παραμένουν ενεργά, η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε μόνιμη κατάσταση έκρηξης και ο ανταγωνισμός παλαιών και νέων πυρηνικών δυνάμεων (Ινδία-Πακιστάν) εντείνεται-, προμηνύουν έναν ζοφερό, καινούργιο κόσμο.



