Ακόμα και οι άνθρωποι που είναι συστηματικοί αναγνώστες και έχουν βάλει το διάβασμα στην καθημερινότητά τους, κάποιες φορές δυσκολεύονται να βρουν χρόνο. Έτσι, τα ηχητικά βιβλία (audiobooks) έχουν γνωρίσει τεράστια άνθηση, προσφέροντας έναν τρόπο να «καταναλώνουμε» ιστορίες εύκολα και κυρίως γρήγορα.

Αυτή η ευκολία, βέβαια, έχει πυροδοτήσει μια συζήτηση η οποία – για την ώρα τουλάχιστον – παραμένει ανοιχτή: Μετράνε τα ηχητικά βιβλία ως διάβασμα ή είναι ένα απλό υποκατάστατο της παραδοσιακής, αυθεντικής ανάγνωσης;

Εντελώς επιδερμικά, τα audiobooks μοιάζουν με μια σύγχρονη συντόμευση η οποία είναι αρκετή για να γεμίσει τον παραδοσιακό αναγνώστη με τύψεις, καθώς δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η ακρόαση, από τη στιγμή που δεν υπάρχει πλήρης αφοσίωση, δεν «πιάνεται» στις γνωστές κουβέντες περί βιβλίων. Πώς γίνεται άλλωστε να πάρεις κάτι ουσιαστικό από αυτό που ακούς όταν ταυτόχρονα καθαρίζεις, γυμνάζεσαι ή μαγειρεύεις;

Δεν είναι αυτό που νομίζεις

Μελέτες που συνέκριναν ανθρώπους οι οποίοι διάβασαν ένα κείμενο, το άκουσαν ή έκαναν και τα δύο ταυτόχρονα, δεν βρήκαν σημαντικές διαφορές στη βασική κατανόηση.

Οι ακροατές μπορούν να κατανοήσουν και να θυμούνται τις κύριες πληροφορίες εξίσου καλά με τους αναγνώστες – τουλάχιστον υπό ορισμένες συνθήκες. Από αυτή την άποψη, τα ηχητικά βιβλία φαίνεται να αποτελούν έναν – ηθικά – νόμιμο εναλλακτικό τρόπο πρόσβασης στο ίδιο περιεχόμενο.

Ωστόσο, δεν είναι όλες οι μορφές «ανάγνωσης» γνωστικά ισοδύναμες. Τα παραδοσιακά έντυπα βιβλία προσφέρουν πλεονεκτήματα που ούτε οι οθόνες ούτε ο ήχος μπορούν να αναπαράγουν πλήρως. Όταν διαβάζουμε ένα φυσικό βιβλίο, το κείμενο είναι αγκυρωμένο σε μια συγκεκριμένη θέση στη σελίδα. Αυτή η χωρική σταθερότητα βοηθά τον εγκέφαλό μας να δημιουργεί νοητικούς χάρτες για το πού βρίσκεται η πληροφορία, κάνοντάς την ευκολότερη στην ανάκληση αργότερα.

Την ίδια στιγμή, ελέγχουμε εμείς τον ρυθμό της ανάγνωσης. Τα μάτια μας κινούνται φυσικά μπρος-πίσω, συχνά εστιάζοντας σε λέξεις ή προτάσεις χωρίς συνειδητή προσπάθεια. Αυτές οι μικρές «επιστροφές» ενισχύουν την κατανόηση και μας επιτρέπουν να διορθώνουμε παρεξηγήσεις σε πραγματικό χρόνο.

Τα ηχητικά βιβλία, αντίθετα, ξετυλίγονται με έναν σταθερό ρυθμό. Αν και οι ακροατές μπορούν να πατήσουν παύση ή να γυρίσουν πίσω, προκύπτει μια διακοπή η οποία απαιτεί συνειδητή προσπάθεια.

Το εμπόδιο της πολυδιεργασίας

Τα ηχητικά βιβλία συχνά «καταναλώνονται» ενώ κάνουμε κάτι άλλο: οδηγούμε, μαγειρεύουμε ή καθαρίζουμε. Ακόμη και δραστηριότητες που μοιάζουν αυτόματες απαιτούν νοητικούς πόρους. Το να μοιράζουμε την προσοχή μας ανάμεσα σε μια εργασία και ένα ηχητικό βιβλίο μειώνει το βάθος με το οποίο επεξεργαζόμαστε τις πληροφορίες.

Τα πλεονεκτήματα

Οι άνθρωποι εξελίχθηκαν για να επεξεργάζονται τον προφορικό λόγο πολύ πριν από την εφεύρεση της γραφής. Είμαστε εξαιρετικά ευαίσθητοι στον τόνο, στον ρυθμό και στη συναισθηματική απόχρωση της φωνής. Ένας ικανός αφηγητής, λοιπόν, μπορεί να μεταδώσει σαρκασμό, ένταση ή τρυφερότητα με τρόπους που το έντυπο κείμενο δυσκολεύεται να αποδώσει.

Το θέατρο, η ποίηση και η λογοτεχνική μυθοπλασία συχνά αποκτούν μεγαλύτερη σαφήνεια και συναισθηματικό βάθος όταν ακούγονται μέσα από τα ακουστικά μας. Μην ξεχνάμε επίσης ότι για τα άτομα με με προβλήματα όρασης ή δυσλεξία, τα ηχητικά βιβλία λειτουργούν ως πύλη προς τη λογοτεχνία.

Τελικά, διάβασμα ή ακρόαση;

Αν ο κύριος σκοπός μας είναι η ψυχαγωγία, η απόλαυση ή η επαφή με ιστορίες τότε τα ηχητικά βιβλία είναι μια καλή λύση. Ενεργοποιούν τη φαντασία, διευρύνουν το λεξιλόγιο και καλλιεργούν την αγάπη για τα βιβλία. Σε αυτό τα πλαίσιο, η διαφορά ανάμεσα στο να ακούς και στο να διαβάζεις είναι σχετικά μικρή.

Αν, από την άλλη, ο στόχος μας είναι η μελέτη σε βάθος, η παραδοσιακή ανάγνωση – ιδίως από έντυπα βιβλία – εξακολουθεί να έχει το προβάδισμα. Η δυνατότητα να υπογραμμίζεις, να κρατάς σημειώσεις, να διαβάζεις ξανά και να ελέγχεις τον ρυθμό σου κάνει το έντυπο βιβλίο ένα πιο ισχυρό εργαλείο μάθησης.