Τορπίλη στον ουσιαστικό διάλογο ανάμεσα στην κυβέρνηση και στους εκπροσώπους του πρωτογενούς τομέα παραγωγής που βρίσκονται εδώ και ενάμισι μήνα στα μπλόκα απετέλεσε η διελκυστίνδα των δύο πλευρών για το πλαίσιο της προγραμματισμένης για σήμερα συνάντησης στο Μέγαρο Μαξίμου και την εκπροσώπηση του αγροτικού κόσμου.

Στο «παρά πέντε» του προγραμματισμένου ραντεβού με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, η πλειοψηφία των μπλόκων, στα οποία το «πάνω χέρι» έχουν αγροτοσυνδικαλιστές που τηρούν σκληρή στάση έναντι της κυβέρνησης, αποφάσισε να μην προσέλθει στο πρωθυπουργικό γραφείο διαφωνώντας με την τακτική της κυβέρνησης να οργανωθούν δύο διαδοχικές συναντήσεις, αλλά με διαφορετική σύνθεση η καθεμία.

Αν και οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις συνεχίστηκαν και στη διάρκεια της νύκτας, μέχρι τις πρωινές ώρες το μόνο βέβαιο ήταν ότι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα συναντηθεί στις 15:00 με τους εκπροσώπους των μπλόκων της Μακεδονίας και της Κρήτης που φαίνεται να αποτελούν μειοψηφία και οι οποίοι εδώ και ημέρες είχαν διαχωρίσει τη στάση τους και είχαν ταχθεί υπέρ της έναρξης του διαλόγου.

Η κυβέρνηση δέχθηκε να γίνουν δύο συναντήσεις, αλλά επέμεινε στην πρώτη να συμμετέχουν εκείνοι που μέχρι πρότινος απέρριπταν τις διαδικασίες διαλόγου και στη δεύτερη οι υπόλοιποι. Η πλειοψηφία των αγροτοσυνδικαλιστών αντέτειναν δύο συναντήσεις αλλά με εκπροσώπηση στη μία των αγροτών και στην άλλη των κτηνοτρόφων, αλιέων και μελλιστουργών.

Μετά το ναυάγιο, από την πλευρά της κυβέρνησης εξακοντίζονταν κατηγορίες προς τους αγροτοσυνδικαλιστές ότι παραμένουν αδιάλλακτοι και δεν επιθυμούν τον διάλογο. Ενώ από την πλευρά των αγροτών αντέτειναν ότι η κυβέρνηση επέλεξε την τακτική του «διαίρει και βασίλευε» και δεν θέλει διάλογο αλλά επιβολή των απόψεων τους.

Αναμονή από τις 6 Δεκεμβρίου

Κυβερνητικές πηγές, πάντως, θυμίζουν ότι ήδη από τις 6 του περασμένου Δεκεμβρίου ο πρωθυπουργός είχε προτείνει συνάντηση με τους διαμαρτυρόμενους αγρότες, εφόσον έχουν συγκεκριμένη εκπροσώπηση και συγκεκριμένα αιτήματα. «Σαράντα ημέρες μετά, αποδείχθηκε πως οι προθέσεις κάποιων εκπροσώπων των μπλόκων ήταν άλλες και δεν αφορούσαν σε καμία περίπτωση την ικανοποίηση δίκαιων αιτημάτων του αγροτικού κόσμου», υποστηρίζουν.

Κατά την κυβερνητική εκδοχή των πραγμάτων το ναυάγιο στις συναντήσεις προέκυψε επειδή «η μία ομάδα εκπροσώπων των μπλόκων δεν επιθυμούσε να προσέλθει μαζί με τη δεύτερη ομάδα των κινητοποιήσεων». Όπως λένε, «η πρόβλεψη για ανώτατο αριθμό 20 εκπροσώπων ανά συνάντηση αποτελεί στοιχειώδη όρο, για να μπορεί να διεξαχθεί μια ουσιαστική συζήτηση με τον πρωθυπουργό. Δεν μπορεί να τίθεται εκ των υστέρων υπό αμφισβήτηση κάτι που είχε εξαρχής γνωστοποιηθεί».

«Κολοκυθιά» με την αντιπροσώπευση

Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, πάντως, αποδέχθηκε ο αριθμός των ατόμων από τα μπλόκα της Θεσσαλίας που μπορούσαν να μεταβούν στο Μέγαρο Μαξίμου να ανέβει, από τους 20 που είχε αρχικά συμφωνηθεί, στους 25. Τέθηκε, ωστόσο, ως προϋπόθεση να μην περιλαμβάνονται σε αυτούς «πρόσωπα ελεγχόμενα από τις Αρχές για παράνομες επιδοτήσεις ή παραβατικές συμπεριφορές».

Πέραν τούτου, η κυβέρνηση έστελνε το μήνυμα ότι έχει εξαντλήσει τη δυνατότητα ικανοποίησης αιτημάτων του αγροτικού κόσμου, ενώ επαναλαμβάνει τις επικρίσεις για κομματικές σκοπιμότητες πίσω από τη συνέχει των κινητοποιήσεων.

«Ο διάλογος γίνεται για να δοθούν λύσεις στους πολλούς – στους περίπου 600.000 γεωργούς, κτηνοτρόφους, αλιείς και μελισσοκόμους της χώρας – και όχι για να εξυπηρετηθούν οι προσωπικές επιλογές ή οι κομματικές σκοπιμότητες των λίγων» υποστηρίζουν κυβερνητικά στελέχη. «Η κυβέρνηση, αλλά κυρίως η κοινωνία, δεν έχει άλλο χρόνο για εκείνους που με οποιοδήποτε κίνητρο θέλουν να συνεχίσουν την επαναστατική γυμναστική».

Όσο για το τι «μέλλει γενέσθαι» αν οι αγρότες, των οποίων οι εκπρόσωποι δεν θα προσέλθουν στον διάλογο, συνεχίσουν τους αποκλεισμούς των δρόμων, επισημαίνουν: «Θα εφαρμοστούν όλα όσα έχουν προαναγγελθεί προς όφελος των αγροτών και των κτηνοτρόφων και σε περίπτωση κλιμάκωσης κινητοποιήσεων μόνες αρμόδιες είναι οι αρχές».