Βάσει των διαθέσιμων επίσημων δεδομένων (Eurostat/EUAA), οι υπήκοοι Βενεζουέλας αποτέλεσαν μία από πολυπληθέστερες ομάδες αιτούντων διεθνή προστασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση για το 2024, τάση που συνεχίστηκε με ακόμα μεγαλύτερη ένταση κατά τη διάρκεια του πρώτου ενιαμήνου του 2025.

Ειδικότερα κατά το 2024 υποβλήθηκαν 72.775 αιτήσεις ασύλου από υπηκόους Βενεζουέλας, καθιστώντας τους δεύτερους στη σχετική κατάταξη μετά τους Σύρους(147.965) και μπροστά από τους Αφγανούς (72.155). Ωστόσο, η γεωγραφική κατανομή των αιτήσεων δεν ήταν ομοιόμορφη μεταξύ των κρατών μελών, καθότι 65.460 εκ των ανωτέρω επέλεξαν ως κύριο προορισμό τους την Ιβηρική χερσόνησο και συγκεκριμένα την Ισπανία.

Οι αντίστοιχες αιτήσεις των υπηκόων Βενεζουέλας έως και το Σεπτέμβριο του 2025 (30/09) υπολογίζονται σε 49.000 και αναμένεται να αγγίξουν ανάλογο αριθμό με αυτές του 2024 ή και να υπερβούν αυτόν. Παρομοίως, το 93% των αιτήσεων αυτών έχει υποβληθεί στην Ισπανία,γεγονός το οποίο αποδίδεται ξεκάθαρα στη γλωσσική σύνδεση και την ευρύτερη πολιτισμική εγγύτητα, τη Διασπορά και την ύπαρξη πολυπληθούς εγκατεστημένης κοινότητας Βενεζουελάνων αλλά και το ευνοϊκό πλαίσιο που τους επιτρέπει να ταξιδεύουν στην Ισπανία με καθεστώς visa- free.

Επιπλέον, η Ισπανία είναι μεταξύ των Κρατών Μελών της ΕΕ που παρέχει στους πολίτες Βενεζουέλας καθεστώς ανθρωπιστικής προστασίας, την ίδια στιγμή που αξιολογεί ως θετικά, σε ποσοστό άνω του 90%, τα υποβληθέντα αιτήματα ασύλου. Τέλος, το ισπανικό κράτος σε μεγάλο βαθμό έχει «επενδύσει» στους Βενεζουελάνους αλλά και σε άλλους λατινογενείς πληθυσμούς για την κάλυψη των κενών στην αγορά εργασίας και ιδίως στον Τουρισμό, ενώ η ομαλήενσωμάτωση των τελευταίων λόγω της κοινής κουλτούρας και της πολιτισμικής ομοιογένειας έχει τονώσει σε μεγάλο βαθμό και το δημογραφικό της χώραςαναδεικνύοντας την Ισπανία σε πρότυπο μεταναστευτικής ένταξης.

Στη χώρα μας, αντιθέτως, από το 2015 και έπειτα έχουν υποβληθεί μόλις 141 αιτήματα από υπηκόους Βενεζουέλας, και ιδιαίτερα για το 2024 και το 2025, αυτά αριθμούνται σε 11 και 14, αντίστοιχα. Εν αντιθέσει με την Ισπανία, η χώρα μας δεν παρέχει στους εν λόγωκαθεστώς ανθρωπιστικής προστασίας (δεν υφίσταται ως δυνατότητα μετά την κατάργησή του σχετικού πλαισίουτο 2022) ενώ και το ποσοστό διεθνούς προστασίας που τους αποδίδεται είναι εξαιρετικά χαμηλό (11,2%) δεδομένου ότι στην πλειοψηφία τους όσοι/ες υπέβαλλαν αίτημα διεθνούς προστασίας προέβαλαν ισχυρισμούς οικονομικής φύσεως.

Συνολικά, τα στατιστικά ασύλου για τη Βενεζουέλα καταδεικνύουν ότι ναι μεν πρόκειται για μια εθνικότητα με αυξημένο τα τελευταία έτη όγκο αιτήσεων και αντίστοιχα πολύ υψηλά ποσοστά αναγνώρισης, αλλά την ίδια στιγμή η παρουσία των αιτούντων (σχεδόν στο σύνολό τους) περιορίζεται σε ένα μόνο κράτος μέλος(Ισπανία) εν αντιθέσει με άλλες πολυπληθείς εθνικότητες όπως οι Σύροι, οι Αφγανοί και οι Ιρακινοί που είναι διασκορπισμένοι σε πολυάριθμά Κράτη Μέλη της ΕΕ.

Ωστόσο, οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη συγκεκριμένη χώρα της Λατινικής Αμερικής προοιωνίζουν νέες αυξημένες αφίξεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο και δη στην Ιβηρική χερσόνησο. Η αναμενόμενηκοινωνικοπολιτική αστάθεια μέχρι να επέλθει η πολυπόθητη μετάβαση σε ένα σταθερό σχήμα διακυβέρνησης, η περαιτέρω συρρίκνωση των δημοκρατικών θεσμών λόγω της πιθανής παρέμβασης του στρατού, όπως είθισται να συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, και η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση που μαστίζει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού ως απόρροια του παρηκμασμένου παραγωγικού μοντέλου της χώρας αναμένεται να ενισχύσουν τις πιέσεις εξόδου, λειτουργώντας ως «βαλβίδα αποσυμπίεσης» ιδίως για πληθυσμιακές ομάδες και ευάλωτες κατηγορίες πολιτών που βλέπουν τη μετανάστευση είτε στη Βόρεια Αμερική είτε στην Ευρώπη ως την τελευταία ευκαιρία για ένα καλύτερο μέλλον.

Υπό το πρίσμα αυτό, η ΕΕ καλείται να παρακολουθείστενά το φαινόμενο της Βενεζουέλας και να αξιολογεί συστηματικά κατά πόσο οι συνέπειες των όποιων εξελίξεων σε επίπεδο μετανάστευσης θα παραμείνουν γεωγραφικά συγκεντρωμένες όπως στην παρούσα φάση(Ισπανία) ή θα ξεκινήσουν να διαχέονται άναρχα και σε άλλα κράτη μέλη της.

Σε μία τέτοια περίπτωση και εν αναμονή εφαρμογής του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο καθίσταται απαραίτητη μια πιο συντονισμένη ευρωπαϊκή προσέγγιση με έμφαση στην αναλογική κατανομή των μελλοντικών αφίξεων και την εναρμόνιση της παροχής καθεστώτων διεθνούς προστασίας προς αποφυγή της υπονόμευσης της αρχής της αλληλεγγύης και τη δημιουργία ανισορροπιών εντός του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου (CEAS).Σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση του βενεζουελανικού ζητήματος θα αποτελέσει έναν ακόμη κρίσιμο ορόσημογια την επάρκεια και την πλήρη ετοιμότητα της ΕΕ να ανταποκρίνεται με αποτελεσματικότητα σε σύνθετες και εν εξελίξει μεταναστευτικές κρίσεις.

Μάριος Καλέας, Διοικητής της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου και Αντιπρόεδρος του ΔΣ του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για το Άσυλο