Eίναι τυλιγμένη με το λεοπάρ γούνινο παλτό της. Η ομορφιά της λεπτεπίλεπτη, φερμένη από άλλη εποχή. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι πρωταγωνίστρια βουβής ταινίας του Τσάρλι Τσάπλιν. Ο λόγος για την Εφη Γούση, σκηνοθέτρια, φωτογράφο, ηθοποιό, μια ποιήτρια της εικόνας. Η ίδια είναι μία από τις δέκα ελληνίδες φωτογράφους που προσκάλεσαν ο οίκος Dior και η καλλιτεχνική του διευθύντρια Μαρία Γκράτσια Κιούρι να φωτογραφίσουν την εμβληματική Dior Cruise 2022, τη συλλογή που αποτίνει φόρο τιμής στον ελληνικό πολιτισμό, με μία από τις δικές της φωτογραφίες μάλιστα να επιλέγεται ώστε να κοσμήσει το εξώφυλλο του «Dior Magazine Νο.36».

Το πρώτο που σε εντυπωσιάζει στην Εφη Γούση είναι η αφοπλιστική ειλικρίνειά της και ο βαθύς αυτοσαρκασμός της. «Οταν ήμουν μικρή ήθελα να γίνω καλόγρια». «Δεν ήταν το θρησκευτικό στοιχείο που με έλκυε τόσο. Αυτό που με γοήτευσε ήταν η αρχιτεκτονική των μοναστηριών. Είχα δει το φιλμ «Η μελωδία της ευτυχίας» και κάπως έτσι πίστευα ότι ζούσαν οι καλόγριες» λέει.

Αναζητώντας την τέχνη

Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Ως παιδί σκηνοθετούσε παραστάσεις παίζοντας με τα παιδιά της γειτονιάς. «Στο Γυμνάσιο παρωδούσα τους Τραγικούς. Με μια φίλη μου είχαμε γράψει την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» σε παρωδία, όπως και την «Αντιγόνη»».

Κι όμως, δεν σκεφτόταν να γίνει ηθοποιός. «Δεν προερχόμουν από ένα καλλιτεχνικό σπίτι. Υπήρχε μια ενοχή να ξεστομίσω ότι θέλω να ασχοληθώ με την τέχνη. Ως παιδί είδα μόνο δύο παραστάσεις, και αργότερα, στο Γυμνάσιο, ένα έργο του Βιζυηνού που δεν καταλάβαινα καν τη γλώσσα. Προέρχομαι από μια λαϊκή οικογένεια. Αν κάπου πρέπει να αναζητήσω μια καλλιτεχνική φλέβα, αυτή ίσως ήταν του παππού μου, από την πλευρά του πατέρα μου. Εκανε μιμήσεις, ζωγράφιζε, έφτιαχνε πράγματα με τα χέρια του. Μπορούσε να πάρει ένα σκουπόξυλο και ένα κουτί μερέντας και να φτιάξει ανεμιστήρα. Πιστεύω ότι αν είχε γεννηθεί σε άλλες εποχές η ζωή του θα ήταν διαφορετική».

Αρχικά η ίδια σπούδασε διακόσμηση. «Μόνο και μόνο για να κάνω το χατίρι του πατέρα μου, και ύστερα έκανα μαθήματα για να μπω στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ. Οχι, δεν περίμενα να περάσω. Ηταν ανέλπιστο. Δεν είχα καμία καλλιτεχνική παιδεία. Χρειάστηκε να κάνω τρομακτική δουλειά μέσα στη Σχολή από μόνη μου. Επρεπε να παλέψω για να κατακτήσω ό,τι μου έλειπε».

Η σκηνοθεσία υπήρχε πάντα στο μυαλό της. «Θυμάμαι, μας είχε ρωτήσει ένας καθηγητής στο δεύτερο έτος της Σχολής ποιους μάς ενδιαφέρει η σκηνοθεσία. Ημουν ανάμεσα σε εκείνους που σήκωσαν χέρι. Οταν τελείωσα τη Δραματική Σχολή, έκανα την πρώτη μου σκηνοθεσία στη Θεσσαλονίκη. Ηταν μια περφόρμανς πάνω στην «Ψύχωση» της Σάρα Κέιν και της «Μήδειας» του Ευριπίδη. Υστερα, όταν ήρθα στην Αθήνα, σκηνοθέτησα ένα έργο της Αλεξάνδρας Κ*. Λεγόταν «Chez Αlba» και ήταν βασισμένο στο έργο «Το σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα» του Λόρκα. Ακολούθησαν και άλλες δουλειές».

Φωτογραφίζοντας

Πώς μπήκε όμως η φωτογραφία στη ζωή της; «Οταν άρχισα να σκηνοθετώ. Με εξέφραζε 100% η σκηνοθεσία γιατί δημιουργούσα κόσμους. Αρχισα όμως να βλέπω ότι δεν ήταν εφικτό κάθε φορά που οραματιζόμουν κάτι να το κάνω παράσταση. Απαιτούσε χρόνο, πολλά χρήματα. Επρεπε να κάνω κάτι για να εκτονωθεί αυτή η δημιουργικότητα. Οπότε πήρα μια κάμερα και άρχισα να στήνω τις εικόνες μου».

Οι φωτογραφίες της έχουν πάντα σκηνοθετική προσέγγιση. «Η εικόνα προϋπάρχει, στήνεται ουσιαστικά στο μυαλό μου. Για χρόνια εκπαίδευα απλά τα μάτια μου βλέποντας άλλες εικόνες. Πέρα από τις επισκέψεις σε μουσεία, σε εκθέσεις, καθόμουν τρεις-τέσσερις ώρες την ημέρα και μελετούσα εικόνες που προέρχονταν είτε από πίνακες είτε από ταινίες. Μπορούσα να πάρω έναν σκηνοθέτη και να δω όλη την κασετίνα από τα φιλμ του. Να δω, για παράδειγμα, όλες τις ταινίες του Ρομέρ, του Αντονιόνι, του Φελίνι. Κάνοντας αυτή τη σπουδή ανακάλυψα τι μου αρέσει. Συλλέγοντας αυτά τα στοιχεία βρήκα τι χρώμα θέλω για τις εικόνες μου, ποιος είναι ο ήρωάς μου, ποια θέλω να είναι η κατεύθυνσή του».

Το σύμπαν της λοιπόν είναι γυναικείο, φωτεινό και ταυτόχρονα σκοτεινό, με αιχμηρές γωνίες. «Ολες μου οι φωτογραφίες είναι αυτοαναφορικές. Εμπεριέχουν μνήμες μου με αρκετά σκοτάδια, θα έλεγα. Και με τη φωτογραφία έχω μάθει να φέρνω αυτές τις μνήμες στο φως, να ξορκίζω τα σκοτάδια, να υγιαίνω» αναφέρει.

Παίζει ιδιαίτερα με την έννοια του διπλού. «Εχω κάνει συστημική αναπαράσταση. Είναι μια μέθοδος ψυχοθεραπείας. Στηρίζεται στην ιδέα ότι το σώμα μας καταγράφει μέσα του μια μνήμη που πηγαίνει τέσσερις και πέντε γενεές πίσω και μέσω της συστημικής αναπαράστασης μπορείς να ανακαλέσεις κάποια πράγματα που ίσως δεν ερμηνεύονται μέσω της λογικής. Το εξώφυλλο του Dior είναι το πρώτο μου και για εμένα φέρει και έναν συμβολικό χαρακτήρα, καθώς επέλεξα να φωτογραφίσω δύο μοντέλα που ήταν δίδυμες αδελφές. Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα μέσω συστημικής αναπαράστασης ότι είμαι twinless twin, και είναι λογικό, γιατί υπάρχουν δίδυμα στην οικογένεια του πατέρα μου αλλά και ο ίδιος έχει έναν δίδυμο αδελφό».

Οπως εξηγεί, δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος φωτογράφος που να την έχει επηρεάσει. «Περισσότερο θα έλεγα ότι με επηρέασαν σκηνοθέτες και ζωγράφοι. Μου αρέσουν πολύ οι ταινίες του Ρομπέρ Μπρεσόν. Είναι ένας σκηνοθέτης που αγαπώ». Γι’ αυτό και ο απώτερος στόχος της είναι να σκηνοθετήσει μια ταινία. «Ακριβώς για να έχω περισσότερες εικόνες. Ακόμη δεν είμαι βέβαια τόσο έτοιμη. Αλλά ωριμάζοντας θέλω να κάνω σινεμά. Θέλω οι εικόνες μου να πάρουν κίνηση».

Στον αστερισμό του Dior

Hταν Δεκέμβριος του 2020 όταν δέχθηκε την πρόταση από τον οίκο Dior. «Ηταν μια πολύ δύσκολη περίοδος για εμένα. Τα οικονομικά μου ήταν πολύ άσχημα» δηλώνει αφοπλιστικά. «Μια ημέρα λοιπόν λαμβάνω ένα μήνυμα στο Instagram, το οποίο είχε αποσταλεί από το Image Department του οίκου. Μου πρότειναν να κάνω μια φωτογράφιση που θα πραγματοποιούνταν σε δύο εβδομάδες στην Ελλάδα. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να σκεφτώ ότι επρόκειτο για ένα κακόγουστο αστείο ενός φίλου μου, του Μιχάλη, ο οποίος συνηθίζει να κάνει τέτοιες φάρσες» λέει γελώντας. «Δεν έδωσα λοιπόν καμία σημασία. Ούτε καν απάντησα. Μετά όμως έλαβα και email με το ίδιο ακριβώς αίτημα, και σε αυτό υπήρχε και το λογότυπο του Dior». Η Εφη επείσθη ότι δεν επρόκειτο για φάρσα.

Τελικώς, εκείνο το project του οίκου Dior στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 2020 ματαιώθηκε λόγω COVID-19. Τέλη Απριλίου o οίκος επανήλθε. «Εν τω μεταξύ, είχα κλείσει να παίξω ως ηθοποιός της ταινίας «Σμύρνη μου αγαπημένη». Να φανταστείτε ότι είχα πρόσκληση για την επίδειξη στο Καλλιμάρμαρο και δεν μπόρεσα να παρευρεθώ γιατί βρισκόμουν σε γυρίσματα» λέει. Το καλοκαίρι όμως είχε προγραμματιστεί η μεγαλειώδης φωτογράφιση στη Μήλο.

«Εφθασα, θυμάμαι, Σάββατο στο νησί. Ηδη είχα επιλέξει ως location κάποια αχανή χωράφια. Παρέπεμπαν σε μια αισθητική Ταβιάνι που μου άρεσε πολύ. Πηγαίνω λοιπόν στο σημείο, μία ημέρα πριν ξεκινήσει η φωτογράφιση, για να κάνω ρεπεράζ. Και εκεί με περίμενε η περίφημη οχιά της Μήλου».

Το location έπρεπε να αλλάξει. «Ημουν πανικόβλητη. Ηταν Σάββατο απόγευμα και έπρεπε να επιλέξω άλλον χώρο, με τη φωτογράφιση να ξεκινά την επόμενη ημέρα ακριβώς στις 7 το πρωί. Θα μου πείτε, τα ελληνικά νησιά είναι πανέμορφα, όμως δεν ήταν εκεί το ζητούμενο. Δεν ήθελα να αποτυπώσω – συγχωρήστε μου την έκφραση – κάτι το γραφικό, που να μοιάζει με φωτογράφιση influencers στο ηλιοβασίλεμα που απλώς φορούν Dior. Στην Πλάκα της Μήλου βρήκα λοιπόν ένα εκκλησάκι. Τους πρότεινα να φύγουμε από τη λογική του πορτρέτου και να πάμε σε μια φωτογραφία landscape. Το σκηνικό που επέλεξα έδινε μια αίσθηση Τσινετσιτά studios, των χάρτινων σπιτιών που είναι κομμάτια ενός studio. Την ίδια στιγμή, και η Μαρία Γκράτσια Κιούρι που σχεδίασε τη συλλογή είχε αναφορές στον Τζόρτζιο ντε Κίρικο, και νομίζω ότι σε αυτές τις φωτογραφίες αποτυπώθηκε αυτή η συγκεκριμένη προοπτική που έδινε ο Ντε Κίρικο στους πίνακές του».

Και η οχιά τελικά τής έφερε γούρι. «Κάναμε τέσσερις λήψεις. Τρεις ημέρες αφότου παρέδωσα τις φωτογραφίες, μου ανακοίνωσαν από τον οίκο ότι η φωτογραφία μου θα αποτελέσει το εξώφυλλο του περιοδικού. Η χαρά μου ήταν ανείπωτη».

Τι ακολούθησε μετά το project του Dior; «Αμέσως μετά ακολούθησε μια πρόταση για φωτογράφιση ενοικιαζόμενων στη Μήλο» αναφέρει γελώντας αφοπλιστικά. «Ναι, αυτό συνέβη πραγματικά. Για να μιλήσω πιο σοβαρά, η φωτογράφιση για τον οίκο Dior για να κεφαλαιοποιηθεί, για να μου φέρει καρπούς, χρειάζεται χρόνο νομίζω. Και θα πρέπει κι εγώ να επικοινωνήσω τη δουλειά μου με έναν άλλον τρόπο. Να το κυνηγήσω. Να στείλω newsletters. Ξέρετε, αυτά δεν γίνονται από τη μία ημέρα στην άλλη: το έκανα Δευτέρα, την Τρίτη θα μου τηλεφωνήσει ο οίκος Valentino για το επόμενο project. Ανοίγουν όμως πράγματα. Για παράδειγμα, πρόσφατα φωτογράφισα το εξώφυλλο του νεοϋορκέζικου περιοδικού «Plus Magazine». Πρόκειται για ένα πολύ αρτιστίκ έντυπο. Εχει αφιερώματα σε γλύπτες, σε ζωγράφους. Η φωτογράφιση πραγματοποιήθηκε εδώ, σε στούντιο στην Ελλάδα».

Την ενδιαφέρει να φύγει στο εξωτερικό; «Ναι, γιατί με ενδιαφέρει να δείξω τη δουλειά μου και εδώ αισθάνομαι ότι υπάρχει ένα ταβάνι, δυστυχώς. Ιδανικά θα ήθελα να φύγω στο Παρίσι. Χρειάζομαι μια μητρόπολη πραγμάτων. Εχω δοκιμάσει παλαιότερα και το Λονδίνο και το Μιλάνο, αλλά νομίζω ότι η γαλλική πρωτεύουσα είναι πιο κοντά στον τρόπο με τον οποίο βλέπω τα πράγματα».

Στην Ελλάδα πόσο δύσκολο είναι να ασχολείσαι με την τέχνη; «Στην Ελλάδα μπορείς να ασχολείσαι με την τέχνη μόνο αν έχεις χρήματα από την οικογένειά σου» απαντά αφοπλιστικά. Υπήρξαν στιγμές που σκέφτηκε να τα παρατήσει λοιπόν; «Κάθε ημέρα παλεύω με αυτή την ιδέα. Ξέρετε κάτι; Κουράζεσαι. Ερχεται μια αναγνώριση και μετά τι ακολουθεί; Πολλές φορές αισθάνομαι ότι ζω σε μια χώρα που συνεχώς χρειάζεται να αποδεικνύεις ξανά και ξανά ποιος είσαι. Αυτό είναι εξουθενωτικό, να παλεύεις καθημερινά για το ενοίκιό σου. Και δεν είναι μόνο το οικονομικό που με ενοχλεί. Με αφοπλίζει το γεγονός ότι εδώ έχεις να παλέψεις με τα αυτονόητα. Τη δουλειά του Dior στη Μήλο αν την έκανα εντελώς μόνη μου δεν θα είχε αυτό το αποτέλεσμα. Δούλεψε από πίσω μια παραγωγή που απαρτιζόταν από 40 άτομα. Τόσα δεν υπάρχουν εδώ ούτε σε μια ταινία μικρού μήκους. Γιατί μετά έρχεται ο έλληνας πελάτης και σου λέει: «Θέλω να κάνεις αυτό που έκανες και για τον Dior». Αλήθεια, «θες αυτό; Με τι παραγωγή;». Aλλά στην τελική δεν μου αρέσει να απελπίζομαι».