Ερριέττη Εγγονοπούλου, «Ο Εγγονόπουλος αγαπούσε την ανεξαρτησία»

Ο κόρη του σπουδαίου υπερρεαλιστή ζωγράφου και ποιητή μιλάει στο BHΜΑgazino λίγες ημέρες προτού ξεκινήσει η μεγάλη αναδρομική έκθεσή του στο Ιδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη

Στο σπίτι της οδού Αναγνωστοπούλου τα έργα του Νίκου Εγγονόπουλου (1907-1985) καλύπτουν κάθε σπιθαμή των έντονα χρωματισμένων τοίχων. Στο βάθος, ο χώρος όπου ήταν κάποτε το ατελιέ του και η θέα προς την Ακρόπολη που πρόλαβε να δει να κρύβεται μερικώς από το μηχανοστάσιο του ανελκυστήρα στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας που ανεγέρθηκε απέναντι από το παράθυρό του. Σε μια γωνιά βρίσκονται τα πινέλα του μέσα σε μικρά βάζα, πεντακάθαρα, «αν και εκείνος τα κρατούσε ακόμα πιο καθαρά», θα πει η Ερριέττη Εγγονοπούλου, κάτοικος πλέον του ευρύτερου διαμερίσματος που περιέχει και το πάλαι ποτέ ατελιέ. Θα μεταφερθούν όλα τους, μαζί με το έπιπλο που τα στηρίζει, όπως βεβαίως και τα έργα του σπιτιού, στη μεγάλη αναδρομική έκθεση «Νίκος Εγγονόπουλος. Ο Ορφέας του υπερρεαλισμού» που αναμένεται στο Ιδρυμα Eικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & M. Θεοχαράκη με έργα από συλλογές Ιδρυμάτων, Πινακοθήκες και ιδιωτικές συλλογές (από 9/3, σε επιμέλεια Τάκη Μαυρωτά). Μαζί και τα δύο έργα που βρίσκονται στον τοίχο πάνω από τα «μπουκέτα» με τα πινέλα. «Το μεν είναι ο «Προφητάναξ Δαβίδ», ένα από τα τελευταία του, το δε η «Μεσογειακή μούσα», το έργο που έκανε πριν πεθάνει. Δεν ήταν άρρωστος, δεν το περίμενε, όμως η μία μορφή μοιάζει με άγγελο. Είναι σαν να γνώριζε κάτι στο βάθος της ψυχής του» θα πει η Ερριέττη Εγγονοπούλου. Μια πολύ ευχάριστη γυναίκα, μοναχοπαίδι του Νίκου Εγγονόπουλου και της Λένας Τσιώκου (1927-2020) η οποία διατέλεσε επιμελήτρια Μαθηματικών στο ΕΜΠ, διευκρινίζει ότι δεν είναι μελετήτρια του Εγγονόπουλου και αναλαμβάνει με το ιδιαίτερο, αυτοσαρκαστικό χιούμορ της τον «ρόλο της κόρης» για τις ανάγκες της συνέντευξης. «Δεν έχω καμία σχέση με την τέχνη. Από την άλλη, μπορώ να σας πω πλέον από την εμπειρία της ηλικίας ότι και το γονίδιο δεν πάει μακριά, τόσο του Εγγονόπουλου όσο και της Λένας Τσιώκου».

Πώς βγήκε το γονίδιο;

«Στην προσωπικότητα, όχι στη ζωγραφική».

Σας αρέσει όµως να ζωγραφίζετε.

«Εχω μια ευκολία να σκιτσάρω, κάποια στιγμή πήγα στο Παρίσι και έκανα μοντάζ, έκανα και μαθήματα ζωγραφικής. Ο πατέρας μου είχε δει τις γραμμές που έκανα και μου είχε πει ότι ήταν καλές. Ομως δεν είχα ποτέ τον πόθο να ζωγραφίζω».

Σκεφτήκατε ότι θα συγκριθείτε αναπόφευκτα µαζί του;

«Εάν δεν θέλεις κάτι διακαώς, γιατί να μπεις στη διαδικασία και της σύγκρισης; Αν είχα το πάθος για τη ζωγραφική, πιστεύω ότι δεν θα λογάριαζα τίποτα».

Μεγαλώνοντας νιώθατε το βάρος τού να είστε η κόρη του Εγγονόπουλου;

«Οχι, δεν το ένιωθα. Θεωρώ ότι ήταν μεγάλη τύχη να γεννηθώ σε αυτή την οικογένεια και να μεγαλώσω με όλη αυτή τη ζωγραφική γύρω μου. Γιατί ο μπαμπάς μου δεν ήταν ποτέ αφ’ υψηλού και από καθέδρας. Οπότε είχα μια ισορροπημένη, μια κανονική οικογενειακή ζωή και δεν αισθάνθηκα ποτέ κάποιο βάρος. Μην ξεχνάτε ότι όταν γεννήθηκα ο μπαμπάς ήταν ήδη 54. Οι αναμνήσεις μου από εκείνον ξεκινούν όταν είχε περάσει τα 60, αν και ποτέ δεν τον θεώρησα «μεγάλο». Θυμάμαι, είχε κάνει μια εγχείρηση καταρράκτη και είχα πάει να τον δω στο νοσοκομείο και μου λέει μια νοσοκόμα: «Ηρθες να δεις τον παππού σου;». Εκεί συνειδητοποίησα ότι για εκείνη ήταν ένας γέρος. Για εμένα ήταν ο μπαμπάς μου και ήταν αφοσιωμένος σε εμένα και τη μητέρα μου άνευ όρων».

Πώς σας φερόταν δηλαδή;

«Ηταν πολύ προσηνής και καθόλου σοβαροφανής. Οταν ήμουν μικρή, μου μιλούσε για τη βυζαντινή τέχνη, αλλά και για θέματα που δεν ήταν απαραίτητα μέσα στα ενδιαφέροντα των μικρών παιδιών, παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν είχα την εντύπωση ότι προσπαθούσε να είναι διδακτικός. Ηταν τελείως φυσικός, σαν να κουβεντιάζει με έναν φίλο. Δεν ήταν ο στερεοτυπικός πατέρας. Αγαπούσε την ανεξαρτησία και την αυθεντικότητα τόσο ως άνθρωπος όσο και ως πατέρας, δεν ήθελε να σε καπελώσει. Ηθελε να δώσει στο παιδί του ελευθερία – δίχως να είναι ασυδοσία. Είχε το ατελιέ του εδώ στο βάθος – τότε μέναμε στον πρώτο όροφο – και όποτε ήθελα άνοιγα την πόρτα και καθόμουν μαζί του. Είχε μια πολυθρόνα, αυτήν που βλέπετε πίσω σας, η οποία ανήκε στον προπάππο του, τον Φρειδερίκο Σμιτ. Ηταν ένας προπάππος Βαυαρός ο οποίος είχε έρθει με τον Οθωνα και ήταν αρχικηπουρός, δημιουργός του Βασιλικού Κήπου. Αυτή λοιπόν η πολυθρόνα ήταν στο ατελιέ του μπαμπά και όποτε μου ερχόταν έμπαινα μέσα και καθόμουν πάνω της. Ποτέ δεν μου είπε: «Δεν μπορώ αυτή τη στιγμή». Αν ζωγράφιζε, άφηνε το πινέλο του και ασχολιόταν και μαζί μου. Ηταν πάντα εκεί. Είναι πολύ σημαντικό πράγμα».

Πάντως, το «βάρος» στο οποίο αναφέρθηκα προηγουµένως είναι κυρίως οι προσδοκίες των τρίτων απέναντι στο πρόσωπο που φέρει ένα τέτοιο βαρύ όνοµα.

«Μπα, μη νομίζετε, δεν ενδιαφέρεται κανένας. Πιστεύω ότι θα έφερα το βάρος που λέτε αν είχα ένα άλλο όνομα, πιο «εμπορικό». Η τέχνη δεν ενδιαφέρει πολλούς ανθρώπους».

Οσοι ενδιαφέρονται όµως τον γνωρίζουν, στην τέχνη του ήταν µέγιστος.

«Πιστεύετε ότι αυτό τον ενδιέφερε; Μέχρι τον θάνατό του το 1985, αν και είχε αναγνωριστεί, δεν νομίζω ότι θεωρούνταν «μέγιστος» στην τέχνη. Πιστεύω ότι ήταν τόσο πρωτοπόρος που άργησε να θεωρηθεί «μεγάλος». Ούτως ή άλλως, ο σουρεαλισμός είναι πρωτοπορία παγκοσμίως και οι εκπρόσωποί της ήταν πρωτεργάτες της σύγχρονης τέχνης. Στην Ελλάδα το αντιλήφθηκαν με καθυστέρηση. Οσο πιο ελεύθερα είναι τα πράγματα τόσο πιο δύσκολα είναι προσεγγίσιμα. Θα έλεγα λοιπόν ότι από το 2000 και μετά αρχίζει και παίρνει μια θέση που κατ’ εμέ του αξίζει. Οι άνθρωποι στην εποχή μας έχουν περισσότερη ελευθερία και έχουν δει και περισσότερα πράγματα. Το ’85 δεν υπήρχαν τόσα έντυπα, τόσα βιβλία».

Εχετε πει πως ακολουθούσε ένα πολύ σχολαστικό πρόγραµµα στην καθηµερινότητά του.

«Ναι, πρώτα-πρώτα έπινε τον καφέ του και ανέβαινε στο ατελιέ για να δουλέψει. Εκεί είχε τα δικά του ρούχα. Ηταν ένας άνθρωπος ο οποίος έπλενε μόνος τις κάλτσες, τις φανέλες και τα εσώρουχά του. Είχε μια φοβερή κομψότητα, έτσι είχε μάθει, δεν ήθελε να έχει η μητέρα μου επαφές με αυτά τα προσωπικά του είδη».

Να πώς διατηρείται ένας έρωτας επί 27 χρόνια «σε τροµερή ένταση», όπως είχε γράψει η µητέρα σας.

«Σας είπα, αγαπούσε πολύ την ανεξαρτησία. Μόνος του θα έραβε το κουμπί που είχε ξηλωθεί. Μου είχε κάνει εντύπωση τότε, αλλά κυρίως μεταγενέστερα που βλέπω πώς είναι οι άνθρωποι και πώς εξαρτώνται οι άνδρες από τις γυναίκες και οι γυναίκες από τους άνδρες – δεν έχει σημασία το φύλο. Καθημερινά κατέβαινε να φάμε μαζί το μεσημέρι. Πάντοτε καθόμασταν στο τραπέζι για μία ολόκληρη ώρα. Οταν ήμουν μικρή, αυτό με κούραζε, μετά κατάλαβα αυτό που έλεγε και ο πατέρας μου, ότι ήταν η μόνη ώρα που βρισκόμασταν και οι τρεις μαζί. Οταν απέκτησα παιδιά, προσπάθησα να κάνω το ίδιο, έστω να συνυπάρχουμε στο τραπέζι για 20 λεπτά. Είναι σημαντικό, γιατί έτσι ανταλλάζεις κάτι, αλλιώς διασχίζεις βίους παράλληλους χωρίς να επικοινωνείς με την οικογένειά σου».

Διακοπές πού κάνατε;

«Διακοπές δεν έκανε ο μπαμπάς. Είχαμε ένα μικρό διαμέρισμα στη Γλυφάδα, πήγαινα μόνο εγώ και η μαμά μου. Πηγαίναμε τη Δευτέρα και γυρνούσαμε την Παρασκευή. Μιλάμε για μια εποχή που η Γλυφάδα ήταν θέρετρο. Δεν του άρεσαν τα ταξίδια. Αλλά εγώ πάντα διηγούμαι τις συνήθειές του από τα 57 του και μετά. Αλλιώς είσαι όταν περνάνε τα χρόνια».

Συγκρούσεις δεν υπήρχαν στο σπίτι;

«Οχι, δεν θυμάμαι κάτι. Θυμάμαι μια φορά που μου έλεγε κάποιος: «Καλά, κι εσύ τον εξιδανικεύεις». Λέω: «Ετσι ήταν. Ενας άνθρωπος παρών χωρίς να σε καταπιέζει. Τι άλλο θες;». Εγώ έζησα τον μπαμπά μου μέχρι τα 18 που έφυγα για να σπουδάσω, μια ηλικία που δεν σκέφτεσαι τους γονείς σου αλλά τη δική σου ζωή. Επειτα θεωρείς ότι οι γονείς σου δεν πρόκειται να πεθάνουν ποτέ. Δεν φαντάζεσαι ότι ο θάνατος είναι κοντά. Οταν πέθανε ο πατέρας μου στα 24 μου, έμεινα εμβρόντητη».

Στις φιγούρες που ζωγράφιζε µε το υπερρεαλιστικό ύφος τα πρόσωπα δεν είχαν ποτέ χαρακτηριστικά. Ισχύει ότι ζωγράφιζε τον εαυτό του;

«Διάβαζα κάτι που έλεγε ο Ανδρέας Βουρλούμης νομίζω, και θα το συνόψιζα εν τάχει ως: «Αφήστε τις πολλές ερμηνείες». Θεωρητικά, ο άνδρας ο ρωμαλέος τον εαυτό του ζωγραφίζει. Τώρα τι να σας πω. Βλέπετε κι εσείς όπως κι εγώ γύρω μας ότι το Εγώ του ανθρώπου, και όχι μόνο του μπαμπά μου, είναι μεγάλο. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το Εγώ».

Υπήρχαν έργα του τα οποία αγαπούσε ιδιαίτερα;

«Κοιτάξτε, ο πατέρας μου ήθελε απλώς να ζωγραφίζει. Δεν ήταν έμπορος, δεν τον αφορούσε κάτι τέτοιο. Είχε τα έργα στο ατελιέ σε ντάνες. Στα 55 χρόνια που ζωγράφιζε, λέω ένα νούμερο χονδρικά, είχε κάνει 500 λάδια, δηλαδή περίπου 10 τον χρόνο. Οταν λοιπόν εγώ χρειάστηκε να φύγω στο εξωτερικό για να σπουδάσω και θα ζοριζόμασταν οικονομικά να αντεπεξέλθουμε, η μητέρα μου – η οποία είχε άλλα μυαλά, ήταν 20 χρόνια νεότερη και δεν ήταν η ίδια ο καλλιτέχνης, το οποίο είναι πολύ σημαντικό – άρχισε να πουλάει ορισμένα έργα. Η εμπορική πλευρά του Εγγονόπουλου ήταν η μητέρα μου. Ο πατέρας μου την εμπιστευόταν απόλυτα, γιατί η μεταξύ τους σχέση ήταν βαθιά και άνευ όρων, ήξερε ότι μπορούσε να βασιστεί πάνω της».

Υπήρχε µια εποχή στην οποία ανέτρεχε µε νοσταλγία;

«Δεν ήταν ένας άνθρωπος που μιλούσε για το παρελθόν και για όσα έκανε στη ζωή του παρά μόνο αν προέκυπτε μέσα από μια συζήτηση. Αν ανακαλείς το παρελθόν, μένεις στο παρελθόν».

Ούτε στην εµπειρία του από το Αλβανικό µέτωπο αναφερόταν;

«Αυτό που διηγιόταν και διασκεδάζαμε ήταν ότι είχε στρατολογηθεί στο ιππικό και είχε ένα άλογο που το έλεγαν Μαρίκα. Το άλογο σκοτώθηκε στο μέτωπο και μετά γύρισε με τα πόδια στην Αθήνα μετά φόβου Θεού, γιατί έφυγε κρυφά. Δεν λιποτάκτησε, ξέμεινε όταν διαλύθηκε η διμοιρία του. Δεν ήξερε τι να κάνει και γύρισε πίσω».

Μιλούσε για τους φίλους του, όπως για παράδειγµα για τον Τζόρτζιο ντε Κίρικο;

«Δεν ξέρω αν θα τον έλεγα φίλο. Συνοδοιπόρο θεωρούσε σίγουρα τον Ανδρέα Εμπειρίκο, μάλιστα τους κορόιδευαν σε μια επιθεώρηση παλιά ως «ο Δισεγγονόπουλος και ο Μπισμπιρίκος». Μπορεί να είχαν γνωριστεί και συμπορευθεί, αλλά η λέξη «φίλος» είναι μεγάλη κουβέντα. Εάν γνωρίσεις σε βάθος το έργο του Ντε Κίρικο, όπως και εκείνο του Εγγονόπουλου, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν έχουν καμία σχέση. Είναι μια ευκολία να το λένε. Σίγουρα υπάρχει μια εκλεκτική συγγένεια, αλλά είναι αρκετά επιφανειακή. Βέβαια, τα πάντα είναι στα μάτια του βλέποντος».

Τελικά πιστεύετε ότι έχει αναγνωριστεί η αξία του;

«Ναι, το πιστεύω. Κάτι λέει για την εποχή μας ότι σε δημοπρασία Greek Sale των Bonhams πουλήθηκε ένα έργο του, το «Scene Omerique», για ένα ιλιγγιώδες ποσό-ρεκόρ για τη ζωγραφική του και έτσι ανακηρύχθηκε ο πιο ακριβός έλληνας ζωγράφος του 20ού αιώνα».

 

ΙΝFO

«Νίκος Εγγονόπουλος. Ο Ορφέας του υπερρεαλισμού»: Ιδρυμα Eικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & M. Θεοχαράκη (λεωφ. Βασ. Σοφίας 9 και Μέρλιν 1), από τις 9 Μαρτίου έως τις 19 Ιουνίου.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk