• Αναζήτηση
  • Καημένε Αριστοφάνη…

    Είναι ένα από αυτά τα κοινά μυστικά που λέμε στις παρέες μας, ειδικά αν συμβαίνει να ανήκουμε στην κατηγορία των θεατρόφιλων - δεν αναφέρομαι σε εστέτ και εκλεκτικούς, αλλά σε απλούς θεατές που γοητεύονται από τη θεατρική τέχνη.

    Καημένε Αριστοφάνη… | tovima.gr
    Είναι ένα από αυτά τα κοινά μυστικά που λέμε στις παρέες μας, ειδικά αν συμβαίνει να ανήκουμε στην κατηγορία των θεατρόφιλων – δεν αναφέρομαι σε εστέτ και εκλεκτικούς, αλλά σε απλούς θεατές που γοητεύονται από τη θεατρική τέχνη. Το λέμε χαμηλόφωνα, όπως σχεδόν όλες τις μεγάλες αλήθειες – και συχνά κάποιος διαφωνεί για να διαφωνήσει, διότι κατά βάθος και αυτός το πιστεύει: θα αποτελούσε πραγματική μεταρρύθμιση για τη χώρα η ποινικοποίηση της κακομεταχείρισης του Αριστοφάνη και των κωμωδιών του. Δεν εννοώ πως θα έπρεπε να απαγορευτεί το ανέβασμά τους – ίσα-ίσα που κάποιες τις έχουμε και ανάγκη. Για τον τρόπο όμως με τον οποίο τις έχουν μεταχειριστεί σκηνοθέτες και παραγωγοί, ηθοποιοί και παρατρεχάμενοι, θα έπρεπε όλοι τους να κάθονται μετά το τέλος κάθε καλοκαιριού στο εδώλιο του κατηγορουμένου: όσοι τις κακοποίησαν σε σημείο να τις κάνουν αγνώριστες θα έπρεπε απλά να τιμωρούνται με απαγόρευση ενασχόλησης με το είδος. Στο όνομα της αγάπης για το ίδιο το θέατρο.
    Υπάρχει ένα πρόβλημα με τα έργα του Αριστοφάνη: από το πλήθος των κωμωδιών που γράφτηκαν στην Αρχαία Ελλάδα σώθηκαν ουσιαστικά μόνο αυτές. Οι κωμωδίες του Αριστοφάνη αποτελούν απόδειξη ότι το θεατρικό αυτό είδος υπήρξε, και την ίδια στιγμή το προσδιορίζουν κιόλας – χωρίς αυτές θα ξέραμε ίσως την ύπαρξή του, αλλά όχι και τα χαρακτηριστικά του. Ο Αριστοφάνης, χωρίς να το θέλει, έγινε ο Φιλοποίμην Φίνος της αρχαιότητας: είναι σαν κωμωδίες να έκανε μόνο αυτός! Από τη στιγμή που άλλος δεν υπάρχει για να ασχοληθούν μαζί του οι εγχώριοι δημιουργοί, η επανάληψη των παραστάσεων έπρεπε σε κάτι να διαφοροποιείται από το προηγούμενο ανέβασμα. Η νέα παράσταση δεν θα έπρεπε να μοιάζει με την προηγούμενη, ώστε να δικαιολογείται η ύπαρξή της, την ώρα που το κείμενο, οι πρωταγωνιστές και η πλοκή είναι τα ίδια. Ηταν λογικό να ακολουθήσει η απόλυτη αυθαιρεσία – και όχι μόνο στην προσέγγιση. Ο κακόμοιρος ο Αριστοφάνης, εκεί που έκανε πλάκα στους συμπατριώτες του, έγινε αντικείμενο καλαμπουριών ο ίδιος. Απλά του συνέβη κάτι χρόνια αργότερα – και πάλι καλά.
    Δεν λέω ότι δεν έχουν υπάρξει και ωραίες προσεγγίσεις, αλλά το τι έχουμε δει στις κωμωδίες του Αριστοφάνη τα τελευταία χρόνια δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου. Εμφανίζονται από το πουθενά επί σκηνής ως πρωταγωνιστές πολιτικοί τού σήμερα, ακούγονται και διακωμωδούνται συνθήματα και πολιτικά προγράμματα του καιρού μας, χρησιμοποιούνται ως σκηνικά αυτοκίνητα και μηχανάκια, παρελαύνουν φιγούρες όπως η Ανγκελα Μέρκελ, ενώ πρωταγωνιστές του θεάτρου μας βγάζουν επί σκηνής λόγους προσδοκώντας χειροκροτήματα όχι για το θεατρικό κείμενο, που απλώς θυμίζει τον Αριστοφάνη, αλλά για τη ματαιοδοξία τη δική τους ή του σκηνοθέτη.
    Γελάει κανείς με αυτές τις προσπάθειες; Πολύ σπάνια. Στις πιο πολλές από τις κωμωδίες αυτές το γέλιο βγαίνει με το ζόρι – αισθάνεσαι σαν κάποιος να σε έχει αρπάξει από τον λαιμό και πως για να απελευθερωθείς πρέπει να δείξεις ότι χαίρεσαι. Τα ίδια τα σκηνοθετικά ευρήματα συνήθως προκαλούν θλίψη και στοχεύουν στον εντυπωσιασμό, όπως άλλωστε και οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών, οι οποίοι σχεδόν πάντα υποδύονται καρικατούρες – συχνά-πυκνά νομίζεις ότι παρακολουθείς ένα είδος κουκλοθεάτρου με ανθρώπους που φωνάζουν νυχτιάτικα με απόγνωση. Ολα γίνονται για ένα χειροκρότημα που σπανίως είναι πηγαίο.
    Ενα από τα πιο θλιβερά ευρήματα το είχα δει πριν από κάτι χρόνια στην Επίδαυρο. Ενας θεατρικός οργανισμός παρουσίαζε την κωμωδία «Αχαρνής» με τη μουσική του Διονύση Σαββόπουλου, τα χωρικά και τα τραγούδια που δεν χρησιμοποιήθηκαν από το Θέατρο Τέχνης κάποτε. Το κοινό που γέμισε το Αρχαίο Θέατρο αγαπούσε τα τραγούδια και μάλιστα τα σιγοτραγουδούσε, αλλά όλο το υπόλοιπο κομμάτι της παράστασης, γεμάτο από τις γνωστές υπερβολές και τα αφόρητα ταρατατζούμ, ήταν αδιάφορο. Περιμένοντας ότι αυτό θα συμβεί, ο πονηρός σκηνοθέτης είχε ντύσει Σαββόπουλο – με τιράντες και στρόγγυλα γυαλιά – τον διευθυντή της ζωντανής ορχήστρας, ο οποίος βγήκε στη σκηνή παραμένοντας πίσω από όργανα και οργανίστες, ώστε να μη φαίνεται καλά. Αποθεώθηκε φυσικά και ζήτησε χειρονομώντας να επιβραβευτεί και ο θίασος. Αυτός ο ψευτο-Σαββόπουλος είχε προκαλέσει τόσο χειροκρότημα, που σκέφτηκα ότι προσεχώς κάποιος σκηνοθέτης θα εμφανίσει επί σκηνής και κάποιον ντυμένο Αριστοφάνη ζητώντας μας να τον αποθεώσουμε. Απορώ πώς δεν το έχει σκεφτεί κάποιος ακόμη: θα το κάναμε πρόθυμα, αρκεί να μας αφήσουν να φύγουμε από το Θέατρο χωρίς άλλες κραυγές και νταούλια.
    Και οι τραγωδίες έχουν γίνει αφορμές για πειραματισμούς: δεν το παραβλέπω. Και τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Ευριπίδη τούς έχουν κατά καιρούς μεταφέρει με τρόπους που προκαλούν έκπληξη, απορία ή ακόμη και αμηχανία σε όποιον γνωρίζει τα κείμενα. Ομως υπάρχει μια πιο προσεκτική αντιμετώπιση και του κειμένου και του ίδιου του δράματος, ενώ στις κωμωδίες συνήθως η αυθαιρεσία είναι κανόνας και ο σεβασμός περιορίζεται απλώς στη χρήση του τίτλου. Ακόμη χειρότερο, πάντως, και από το πασπάλισμα των σκηνών με ατάκες κατευθείαν από το Δελφινάριο είναι το ότι σκηνοθέτες και λοιποί κακοδιαχειριστές του Αριστοφάνη παραποιούν τις υποθέσεις των κωμωδιών, και κατά συνέπεια και τις θέσεις του ίδιου του μεγάλου θεατρανθρώπου, για να φέρουν τα πράγματα στα μοντέρνα μέτρα μας.
    Ο Αριστοφάνης, απαυδισμένος από λαοπλάνους και λαϊκιστές της εποχής του, ανήκε στους ολιγαρχικούς και δεν έμοιαζε να έχει σε μεγάλη εκτίμηση τον Δήμο της Αθήνας. Αντιμετώπιζε με περιπαικτική διάθεση τον ίδιο τον αθηναϊκό λαό και τις επιλογές του, ακόμη και την αισθητική του: όταν ασχολείται με τον Ευριπίδη π.χ., στην πραγματικότητα κοροϊδεύει και όσους συγκινούνται με τα έργα του – είναι ένας μεγάλος προβοκάτορας. Ομως τέτοιους δεν θέλουμε: οι σκηνοθέτες μας ίσως και να έχουν την υποψία πως αν ο Αριστοφάνης ζούσε, αυτοί κυρίως θα ήταν τα αγαπημένα του θύματα. Ετσι μας παρουσιάζουν κάθε καλοκαίρι ένα Αριστοφάνη δικό τους: έναν καλόκαρδο γέρο που λέει αστεία στον λαό, έναν χαριτωμένο δημαγωγό που καταλαβαίνει τα δίκαια του κοσμάκη και ειρωνεύεται όσους δεν τον φροντίζουν, έναν παππού ο οποίος προσπαθεί να πει τα σωστά ανέκδοτα για να μοιάζει νέος, δυναμικός και επαναστάτης.
    Σε ένα αριστοφανικό έργο που η επιστροφή από τον τάφο θα επιτρεπόταν, ο Αριστοφάνης θα γύριζε όχι για να γράψει κωμωδίες, αλλά για να μας πάρει με τις κλωτσιές…                

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk