• Αναζήτηση
  • Το Μέγαρο γυρίζει σελίδα

    Πριν από δύο χρόνια το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών πέρασε στο Ελληνικό Δημόσιο, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια της λειτουργίας του ύστερα από μια περίοδο έντονου κλυδωνισμού, όπου ο κίνδυνος του λουκέτου έμοιαζε περισσότερο από ορατός. Τ

    Πριν από δύο χρόνια το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών πέρασε στο Ελληνικό Δημόσιο, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια της λειτουργίας του ύστερα από μια περίοδο έντονου κλυδωνισμού, όπου ο κίνδυνος του λουκέτου έμοιαζε περισσότερο από ορατός. Το κράτος ανέλαβε την αποπληρωμή των χρεών παίρνοντας ως αντάλλαγμα τα κτίρια, αλλά και την πλειοψηφία στο Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού. Πώς διαμορφώνεται, άραγε, η κατάσταση σήμερα; Το Μέγαρο έχει καταφέρει να πάρει μπροστά, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην πορεία του και αφήνοντας πίσω οριστικά την εικόνα μαρασμού και εγκατάλειψης, αλλά και την ισορροπία τρόμου μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας των περασμένων χρόνων; Εχει κατορθώσει να επιστρέψει δυναμικά στην καλλιτεχνική ζωή της πρωτεύουσας ή παραμένουν ακόμη βαρίδια που εμποδίζουν κάτι τέτοιο; Κατά πόσο το «πέρασμά» του στο Δημόσιο διευκολύνει τη λειτουργία του; Πόσο σοβαρός είναι ο κίνδυνος του κομματικού εναγκαλισμού; Υπάρχει, άραγε, φόβος επιστροφής στο παρελθόν και επανασυσσώρευσης χρεών; Τα παραπάνω είναι μερικά μόνο από τα ερωτήματα που απασχολούν κατά καιρούς τον δημόσιο διάλογο…

    Η σωτήρια παρέμβαση


    «Κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίσουμε πως αν δεν υπήρχε η παρέμβαση του Δημοσίου, το Μέγαρο  δεν θα μπορούσε να σωθεί. Εγινε δημόσιο γιατί με το προηγούμενο καθεστώς λειτουργίας δεν έγινε κατορθωτό να ρυθμιστούν τα οικονομικά. Αυτός ήταν ο λόγος και όχι κάποια προσπάθεια κολεκτιβοποίησης»
    λέει ο πρόεδρος του ΔΣ του ΟΜΜΑ κ. Νίκος Θεοχαράκης κάνοντας ένα γενικό σχόλιο. «Παρότι στο παρελθόν είχαν γίνει προσπάθειες να λυθεί το θέμα των χρεών», συνεχίζει, «χρειάστηκε πάρα πολύς χρόνος ώστε το Μέγαρο να καταφέρει, επιτέλους, από την 1/1/2018  να αποκτήσει φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα και να λήξει η ιστορία με τα χρέη».
    Η κομβική αυτή εξέλιξη επετεύχθη χάρη στην ειδική επιχορήγηση των 60 εκατ. ευρώ που εκταμιεύθηκε στα τέλη του 2017. Ο κ. Θεοχαράκης θυμίζει πως με τον Νόμο 4366 του 2016 το ελληνικό Δημόσιο ανέλαβε την αποπληρωμή των δανειακών δόσεων που είχαν απομείνει στην Εθνική Τράπεζα και στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, την εξόφληση των λειτουργικών ληξιπρόθεσμων χρεών που είχαν συσσωρευθεί ως τα τέλη του 2015, την πληρωμή των χρεών προς τους κατασκευαστές του Μεγάρου για τη δεύτερη φάση του νέου κτιρίου, αλλά και ενός τεράστιου συσσωρευμένου χρέους προς την Εφορία. «Οταν ξεκινήσαμε είχαμε 104 εκατ. ευρώ χρέος στη ΔΟΥ» εξηγεί ο πρόεδρος του Μεγάρου. «Το Γενικό Λογιστήριο με τον Νόμο 4366 έδωσε ένα φύλλο έκπτωσης για τα μισά, γιατί δεν υπήρχε πρόβλεψη για τα προ του 2014. Σε μια δεύτερη φάση δόθηκαν αυτά τα 60 εκατ. ευρώ και το θέμα αυτό επιτέλους τελείωσε».
    Τι απαντά στα σχόλια που πυροδότησε η δημοσιοποίηση του ποσού αυτού; Σε απόψεις του τύπου «πόσο πια θα πληρώνουμε για το Μέγαρο;». Ο κ. Θεοχαράκης υποστηρίζει πως την εποχή που το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ήταν ημι-ιδιωτικό και έπαιρνε μεγάλη επιχορήγηση το ερώτημα ήταν γιατί θα έπρεπε το Δημόσιο να πληρώνει τα χρέη του Μεγάρου. «Τώρα όμως», συνεχίζει, «το Μέγαρο ανήκει στο Δημόσιο. Το ίδιο λοιπόν το Δημόσιο ξεχρεώνει το Μέγαρο το οποίο πλέον είναι δικό του και σε αντάλλαγμα αποκτά ένα φιλέτο στο real estate της Αθήνας. Η αποτίμηση του κτιρίου που είχε γίνει παλαιότερα, σε εποχές καλύτερες είναι η αλήθεια, ήταν στα 800 εκατ. ευρώ. Και στα 500 εκατ. ευρώ να αποτιμάται σήμερα, το Δημόσιο έχει κερδίσει. Χωρίς ενημερότητα, το Μέγαρο θα έκλεινε, δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Με τα τελευταία χρήματα που δόθηκαν το μόνο πρόβλημα που μένει είναι αυτό της επιχορήγησης, το οποίο, ασφαλώς, είναι διαφορετικής τάξης και μεγέθους».

    Τι γίνεται με την επιχορήγηση

    Σκιαγραφώντας την εικόνα των οικονομικών, ο κ. Θεοχαράκης εξηγεί πως τα έσοδα του Μεγάρου προέρχονται από την επιχορήγηση, τα εισιτήρια, τα συνέδρια, τις χορηγίες και κάποιες άλλες δραστηριότητες («Mshop», κομμάτια από τη σίτιση και το πάρκινγκ).
    Τι ακριβώς συμβαίνει, όμως, με την επιχορήγηση; «Καθώς υπήρξε τεράστια κόπωση και του Δημοσίου και του κοινού με τα χρήματα τα οποία απαιτούνταν για το Μέγαρο – μιλώ για τις περιπέτειες με τη νέα πτέρυγα -, η επιχορήγηση σήμερα είναι δυσανάλογα μικρή σε σχέση τόσο με τις δαπάνες όσο και με το έργο το οποίο προσφέρει, αλλά και σχετικά με άλλους οργανισμούς που επιδοτεί το υπουργείο Πολιτισμού. Τα χρήματα που παίρνουμε είναι τρία εκατομμύρια συν ενάμισι που αφορά μια επιπλέον έκτακτη ενίσχυση. Για ένα πολύ λελογισμένο πρόγραμμα χρειάζονται γύρω στα 6,5 εκατ. ευρώ. Με τα σημερινά νούμερα ο προϋπολογισμός δεν μπορεί παρά να είναι ελλειμματικός» σχολιάζει. Παρ’ όλ’ αυτά, ο κ. Θεοχαράκης ελπίζει πως δεν θα συσσωρευθούν νέα χρέη. «Συν Αθηνά και χείρα κίνει» λέει χαμογελαστός. «Από τη μια έχουμε το υπουργείο το οποίο θα πρέπει να αυξήσει την επιχορήγηση, από την άλλη υπάρχει ένα επιχειρησιακό σχέδιο το οποίο προβλέπει ορισμένα πράγματα. Το πρώτο από αυτά έχει να κάνει με τη μείωση δαπανών και εδώ βοηθούν οι διαδικασίες του Δημοσίου με τη «Διαύγεια» κ.λπ. Για παράδειγμα, κατόπιν διαγωνισμού, καταφέραμε να μειώσουμε στο μισό το ετήσιο κόστος του κήπου. Θα γίνουν και άλλοι διαγωνισμοί για μεγάλες δαπάνες του Μεγάρου και ελπίζουμε να γλιτώσουμε κάποια χρήματα, ενδεχομένως όχι πολλά. Εχουμε μεγάλες ανάγκες… Λόγω έλλειψης χρημάτων κάποια πράγματα στη συντήρηση είχαν πάει πίσω για αρκετά χρόνια. Το δεύτερο είναι η αύξηση των εσόδων με καλύτερη διαχείριση σε ορισμένα πράγματα, από το πάρκινγκ, το «Mshop» και το κέτερινγκ ως τα έσοδα από τα συνέδρια. Το δίπολο, λοιπόν, είναι αύξηση εσόδων – μείωση δαπανών χωρίς να διακυβεύεται η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Αν τα πετύχουμε αυτά, σε συνδυασμό με μια καλύτερη επιχορήγηση, θα μπορέσουμε να πούμε ότι είμαστε καλά σε αυτό το κομμάτι».  
    Οι γνωστές δύσκαμπτες διαδικασίες του Δημοσίου, εν τούτοις, διευκολύνουν τη λειτουργία του Μεγάρου; Ο πρόεδρος του Μεγάρου παραδέχεται πως υπάρχει κάποια δυσκαμψία. Οταν είσαι μόνος, λέει, βγάζεις το πορτοφόλι και πληρώνεις. Στο Δημόσιο κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει. «Στην Ελλάδα, μάλιστα, επειδή κατά κανόνα έχουμε μικρό μέγεθος επιχειρήσεων, έχουμε συνηθίσει στην εικόνα του αφεντικού που έχει ένα μάτσο λεφτά και πληρώνει και άμα το θυμάται το λέει και στην Εφορία. Στις μεγάλες επιχειρήσεις, όμως, υπάρχουν αντίστοιχες διαδικασίες. Εχεις ΔΣ, management information system, δεν κάνεις ό,τι θέλεις. Στο Μέγαρο υπήρχε μια διαδικασία η οποία ήταν προβληματική. Καλή η ευελιξία, αλλά χρειάζεται και ένας σκελετός στο μυϊκό σύστημα. Ολοι έχουμε υποστεί τις συνέπειες της ακαμψίας και μέχρι να μπει το νερό στ’ αυλάκι θα υπάρχουν διάφορα σκαμπανεβάσματα στον δρόμο, δεν θα ισχυριστώ πως τα πάντα είναι τέλεια. Σε κάποιον βαθμό, πάντως, όλο αυτό το περίεργο πράγμα είναι απότοκο της μνημονιακής διαδικασίας. Οι τροϊκανοί επέβαλαν στο Δημόσιο κάποιες διαδικασίες υπερ-ελέγχου που «τίναξαν το άλογο από την άλλη πλευρά». Αυτό το βλέπεις σε ολόκληρο το Δημόσιο, είναι μια κατάσταση αναποτελεσματική. Μια διαδικασία ανόητης μνημονιακής εμμονής».

    Κομματικές εξαρτήσεις και σύμβουλοι

    Τι απαντά, άραγε, ο πρόεδρος του Μεγάρου στα περί κομματικού εναγκαλισμού που έχουν κατά καιρούς αναφερθεί στον Τύπο; Εχουν προσληφθεί τελευταία πρόσωπα σε θέση συμβούλου και αν ναι, πόσα είναι αυτά και ποιο το προφίλ τους; «Η αλήθεια είναι ότι έχουν ακουστεί διάφορες ανοησίες. Δύο σύμβουλοι έχουν προσληφθεί τα δύο τελευταία χρόνια. Ο ένας, τον οποίο εγνώριζα, προσελήφθη ως οικονομικός σύμβουλος και αυτό γιατί εκείνη την εποχή είχε φύγει ο οικονομικός διευθυντής – θέση η οποία δεν έχει καλυφθεί ακόμη, όπως και αυτή του διοικητικού διευθυντή. Η ετέρα σύμβουλος, την οποία δεν εγνώριζα, είχε ένα εξαιρετικό βιογραφικό και διδακτορικό σε θέματα μάρκετινγκ, τιμολόγησης κ.λπ. Αυτοί είναι όλοι-όλοι, κόσμος καινούργιος δεν έχει μπει. Ο κόσμος που παίρνουμε είναι για καλλιτεχνικό έργο, ταξιθεσία, τέτοιου είδους πράγματα. Αλλωστε, για οτιδήποτε άλλο χρειάζεται ΑΣΕΠ. Παλαιότερα, όσο το Μέγαρο ήταν ημι-ιδιωτικό, υπήρχε περιθώριο να πάρεις κολλητούς, κομματικούς κ.λπ. Τώρα, και να θέλεις δεν μπορείς…».
    Ο κ. Θεοχαράκης αναφέρεται στον ρόλο της Αννας Καφέτση στο Μέγαρο. Σύμφωνα με τον νόμο, λέει, ο καλλιτεχνικός διευθυντής και έξι ακόμη  άτομα μπορούν να προσληφθούν από το ΔΣ βάσει των ειδικών δεξιοτήτων που μπορεί να διαθέτουν. «Με αυτή τη διαδικασία προσελήφθη ο καλλιτεχνικός διευθυντής, ο γενικός διευθυντής, η κυρία Καφέτση για τα εικαστικά και μία ακόμη συνεργάτις, η οποία εργαζόταν και παλαιότερα στο Μέγαρο, για τα συνέδρια, καθώς θέλουμε να αυξήσουμε τα έσοδα. Μόνο οι τρεις από τις έξι προβλεπόμενες θέσεις καλύφθηκαν και μάλιστα, επειδή υπήρχε το θέμα των μισθών, είπα ότι δεν θα πάρουμε τους άλλους τρεις που έχουμε το δικαίωμα. Μάλιστα, ο μισθός της κυρίας Καφέτση δεν προσδιορίστηκε βάσει του πλαφόν που ορίζει ο νόμος αλλά με ΚΥΑ και είναι μικρότερος. Είδαμε την έκθεση στον κήπο το καλοκαίρι και πραγματικά ελπίζω να μπορέσουμε να βρούμε τμήματα του μπάτζετ ώστε η κυρία Καφέτση να δραστηριοποιηθεί πολύ περισσότερο. Τρέφω τεράστια εκτίμηση στο πρόσωπό της και επειδή ως Μέγαρο πιστεύουμε στη διατομή των τεχνών, τη θεωρώ πολύ χρήσιμη».
    Ο 50χρονος Δημήτρης Παπαδημητρίου είναι ο νέος γενικός διευθυντής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Ανέλαβε επισήμως τα καθήκοντά του τον Οκτώβριο του 2017 προερχόμενος από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας. Παλαιότερα, είχε εργαστεί στα υπουργεία Πολιτισμού και Οικονομίας, σε θέσεις σχετικές με προγράμματα ΕΣΠΑ, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα. Υπέβαλε αίτηση για τη θέση στο Μέγαρο ύστερα από παρότρυνση γνωστών. Ηθελε να εργαστεί σε χώρο σχετικό με τον πολιτισμό και τελικά η επιθυμία του αυτή έγινε πραγματικότητα. Υπεύθυνος για κομβικής σημασίας θέματα, όπως η οικονομική ανάπτυξη του Μεγάρου, οι υποδομές, η τεχνική υποστήριξη κ.λπ, ακόμη βρίσκεται στο στάδιο της ενημέρωσης και της αποτύπωσης αναγκών. Εμφανίζεται αισιόδοξος για την πορεία του Οργανισμού καθώς θεωρεί πως ο τελευταίος έχει αξία και υποδομές.

    «Οι Φίλοι της Μουσικής» και οι εργαζόμενοι

    Το Σωματείο Εργαζομένων του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών ιδρύθηκε το 2009 και, σύμφωνα με τον πρόεδρό του Γιώργο Κυριακόπουλο, συγκεντρώνει στους κόλπους του περισσότερο από το 95% των εργαζομένων, υπερβαίνοντας τα 220 μέλη. Σύμφωνα με τον ίδιο, «το Μέγαρο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα σύγχρονης πολιτιστικής δομής που καλείται την τελευταία διετία να αξιοποιήσει το κράτος». Τί αλλαγές βίωσαν οι εργαζόμενοι; «Με το που ψηφίστηκε το νομοσχέδιο μπήκαμε αμέσως στο ενιαίο μισθολόγιο με κάποια προσωπική διαφορά. Σώθηκε το Μέγαρο, σώθηκαν όλες οι θέσεις εργασίες, αλλά η αλήθεια είναι ότι αντιμετωπίσαμε μια διαφορετική κατάσταση». Με τη σειρά του επισημαίνει το θέμα της ανεπαρκούς επιχορήγησης, αλλά παράλληλα εντοπίζει και διοικητική απειρία, κάνοντας ωστόσο εξαιρέσεις. «Στηρίζουμε τη διοίκηση, αλλά όπου πρέπει να πούμε κάτι θα το πούμε» λέει συγκεκριμένα.

    «Εξαιρετική»
    χαρακτηρίζει τη συνεργασία με τον ΟΜΜΑ ο διευθυντής του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής», ιδρυτικού φορέα του Μεγάρου από κοινού με το Δημόσιο, Αλέξανδρος Χαρκιολάκης. Ο ίδιος κατέχει τη θέση από τον Μάιο του 2017 και αναφέρεται στο σπουδαίο έργο του Συλλόγου. «Το πέρασμα στο Δημόσιο δεν μας επηρεάζει» λέει. «Για μένα υπάρχει Δημόσιο και Δημόσιο. Για παράδειγμα, έχω εκπλαγεί θετικά από τη συνεργασία μας με το υπουργείο Πολιτισμού σε κάποια προγράμματα. Το ίδιο και το Μέγαρο. Εχουμε κώδικες επικοινωνίας και συζητάμε. Οι άνθρωποι δίνουν με γενναιοδωρία ό,τι έχουν. Δεν έχω εντοπίσει δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία».

    Τα μυστικά του καλλιτεχνικού προγραμματισμού

    Τόσο ο πρόεδρος του Μεγάρου όσο και ο καλλιτεχνικός διευθυντής Μίλτος Λογιάδης, αναφερόμενοι στον εφετινό προγραμματισμό, υποστηρίζουν ότι η έμφαση δόθηκε στην ποιότητα έναντι των μεγάλων – εκ των πραγμάτων λίγων – και ακριβών παραγωγών. Ωστόσο, οι μεγάλες ορχήστρες δεν έλειψαν, νέοι κύκλοι εγκαινιάστηκαν αλλά και καινούργιες σκηνές εντός του Μεγάρου. Στον λόγο του Μίλτου Λογιάδη επανέρχεται σταθερά η λέξη «πολυχρωμία».

    «Με άξονα πάντα την κλασική μουσική, ένα Μέγαρο πιστεύω πως πρέπει να διερευνά παράλληλα και άλλες κατευθύνσεις ώστε να προσφέρει ακτίνες διαφορετικότητας» λέει χαρακτηριστικά ο αρχιμουσικός. Και ο ίδιος αναγνωρίζει ως πρώτιστη δυσκολία το θέμα της επιχορήγησης. «Από τη στιγμή που δεν είναι σε επίπεδα τέτοια που να μας κάνει να αισθανόμαστε άνεση, είμαστε φειδωλοί, γιατί πρέπει να είναι και ισοσκελισμένα τα έσοδα με τα έξοδα. Αναφορικά με τις ορχήστρες, για παράδειγμα, προσπαθούμε είτε να μην κοστίζουν πολύ ή να υπάρχει χορηγός ή να βρούμε μια καλή προσφορά στο πλαίσιο, ας πούμε, μιας περιοδείας. Είναι ένας δύσκολος γρίφος: να επιλέξουμε μια καλή ορχήστρα με πρόγραμμα ικανό να τραβήξει κόσμο και ταυτόχρονα να είναι και συμφέρουσα οικονομικά. Την εφετινή χρονιά είδαμε ότι οι γρίφοι μπορούν να λυθούν ακόμη κι αν δεν έχεις λεφτά, με πολλή δουλειά και φαντασία. Βέβαια, εάν είχα στη διάθεσή μου δύο εκατ. να ξοδέψω, όπως κάνουν άλλοι φορείς, με την έννοια του να τα δώσω στον προγραμματισμό χωρίς να περιμένω να τα πάρω πίσω, θεωρώ πως τα αποτελέσματα θα ήταν μαγικά. Εχω πολύ καλούς συνεργάτες, υπάρχει γνώση, εμπειρία, όρεξη για δουλειά» λέει στη συνέχεια, τονίζοντας παράλληλα τις συνεργασίες του Μεγάρου με φορείς όπως η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, η ΕΡΤ, το Φεστιβάλ Αθηνών.

    Σε έναν περίπου μήνα, το πρόγραμμα της σεζόν 2018-2019 αναμένεται να είναι έτοιμο με στόχο να παρουσιαστεί γύρω στον προσεχή Ιούνιο. Ο Μίλτος Λογιάδης δίνει ένα πρώτο στίγμα: «Θα έχουμε μεγάλες ορχήστρες, μεγάλους ερμηνευτές, θα εγκαινιάσουμε και κύκλους σειρών με μεγάλους ερμηνευτές, κάποιος σημαντικός καλλιτέχνης δηλαδή θα κάνει έναν κύκλο και όχι μια μεμονωμένη εμφάνιση. Σύντομα θα κλείσουν όλα αυτά».

    Γεγονότα και αριθμοί

    104 εκατ. ευρώ χρέος στη ΔΟΥ.

    60 εκατ. ευρώ για την απόκτηση φορολογικής-ασφαλιστικής ενημερότητας.

    Στα 500-800 εκατ. ευρώ η αποτίμηση της αξίας του ακινήτου του Μεγάρου Μουσικής.

    Τρία εκατ. ευρώ συν ενάμισι η επιχορήγηση του Μεγάρου. Στα 6,5 εκατ. οι ανάγκες.

    Γύρω στον Ιούνιο αναμένεται η ανακοίνωση του καλλιτεχνικού προγράμματος της σεζόν 2018-2019.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός