• Αναζήτηση
  • Οι ακυρώσεις χτίζουν καριέρες

    Η προ ημερών ακύρωση των εμφανίσεων της Αννα Νετρέμπκο στην Οπερα του Παρισιού λόγω ασθενείας προκάλεσε εύλογη απογοήτευση στους πολυάριθμους φίλους της.

    Η προ ημερών ακύρωση των εμφανίσεων της Αννα Νετρέμπκο στην Οπερα του Παρισιού λόγω ασθενείας προκάλεσε εύλογη απογοήτευση στους πολυάριθμους φίλους της. Με τις εν λόγω παραστάσεις (στις 21, 25 και 28 Φεβρουαρίου), η σουπερστάρ ρωσίδα σοπράνο θ’ αποχαιρετούσε την «Τραβιάτα» και τον ρόλο της Βιολέτας, μιας ηρωίδας η οποία κάμποσα χρόνια πριν της χάρισε το «εισιτήριο» της μετέπειτα λαμπρής διεθνούς σταδιοδρομίας της.
        
    Η αλήθεια είναι ότι οι ακυρώσεις – ενίοτε δε την τελευταία στιγμή – είναι κάθε άλλο παρά σπάνιο φαινόμενο στον κόσμο της όπερας και της λεγόμενης κλασικής μουσικής. Το γεγονός ότι τα συμβόλαια «κλείνονται» χρόνια νωρίτερα ανάγει τον αστάθμητο παράγοντα σε υπολογίσιμη παράμετρο. Κάποια ξαφνική ασθένεια, οι όροι του συμβολαίου, κακή «χημεία» με τους υπόλοιπους συντελεστές, σε κάποιες περιπτώσεις ατυχής χρονικός υπολογισμός σε σχέση με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις, είναι μερικοί μόνο από τους λόγους που οδηγούν σε μια ακύρωση. Εσχάτως, δε, και λόγοι πολιτικοί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ματαίωση των περιοδειών της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας Simon Bolivar της Βενεζουέλας υπό τον σουπερστάρ Γκουστάβο Ντουνταμέλ από την κυβέρνηση της χώρας. Η εξέλιξη αυτή «έπληξε» και τις προγραμματισμένες εμφανίσεις τους στην Αθήνα και στο Μέγαρο Μουσικής που είχαν προγραμματιστεί για το καλοκαίρι του 2018.
        
    Στην περίπτωση της Νετρέμπκο ο Τύπος αντέδρασε ψύχραιμα. Ωστόσο, στο πέρασμα των χρόνων δεν έλειψαν οι περιπτώσεις που μια ακύρωση – ή έστω η διάψευση των προσδοκιών – από την πλευρά ενός διάσημου καλλιτέχνη προκάλεσε γενική κατακραυγή εις βάρος του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Μαρία Κάλλας και το πολυσυζητημένο «σκάνδαλο της Ρώμης» τον Ιανουάριο του 1958, όταν η ντίβα καταπονημένη αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη σκηνή, αφήνοντας στη μέση την παράσταση «Νόρμα» του Μπελίνι στην Οπερα της ιταλικής πρωτεύουσας, παρουσία του προέδρου της Δημοκρατίας και πλήθους υψηλών προσώπων. Η επίθεση στο πρόσωπό της από τον Τύπο αλλά και τους φανατικούς φίλους του είδους υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή και επίμονη. Κάμποσο καιρό αργότερα η ίδια θα ομολογήσει ανθρώπινα: «Δεν είχα σκοπό να φανώ ασεβής απέναντι στον συνθέτη, στο έργο ή στον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Είχα απλώς μια βρογχίτιδα».

    Η Μαρία, η Ρενάτα, ο Λουτσιάνο

    Ωστόσο, παρά την αναστάτωση που επιφέρουν, κάποιες φορές οι ακυρώσεις έχουν και τη θετική τους πλευρά, αφού στην ιστορία της μουσικής κάθε άλλο παρά έλειψαν οι περιπτώσεις που μια αντικατάσταση άλλαξε την ίδια την πορεία της τέχνης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ίδια η Κάλλας, η οποία βρήκε τη θέση της στην Ιστορία μέσω… αντικατάστασης! Ηταν το 1949 και η ίδια επρόκειτο να ερμηνεύσει τον ρόλο της Μπρουνχίλντε στη βαγκνερική «Βαλκυρία» στο θέατρο La Fenice της Βενετίας, όταν η Μαργαρίτα Καρόζιο, η οποία θα τραγουδούσε την Ελβίρα στους «Πουριτανούς» του Μπελίνι στο ίδιο θέατρο, αρρώστησε. Καθώς ήταν αδύνατο να βρεθεί αντικαταστάτρια, ο μαέστρος Τούλιο Σεραφίν ανακοίνωσε στη νεαρή Κάλλας ότι θα ερμήνευε την Ελβίρα σε έξι ημέρες! Οταν εκείνη διαμαρτυρήθηκε ότι όχι μόνο δεν ήξερε τον ρόλο, αλλά είχε ακόμη μπροστά της τρεις παραστάσεις της «Βαλκυρίας», ο Σεραφίν την καθησύχασε διαβεβαιώνοντάς τη ότι θα τα κατάφερνε περίφημα. Οπερ και εγένετο, παρά τη δυσπιστία – στα όρια του χλευασμού – από πλευράς του Τύπου στο άκουσμα του εγχειρήματος που ήθελε την ίδια τραγουδίστρια να ερμηνεύει ταυτόχρονα δύο τόσο διαφορετικές ηρωίδες. Η παράσταση υπήρξε θρίαμβος και άνοιξε τον δρόμο στην Κάλλας για όλους τους μεγάλους ρόλους του belcanto, τους οποίους έμελλε να σφραγίσει ανεξίτηλα τα επόμενα χρόνια και ως τις ημέρες μας, αποτελώντας διαρκές σημείο αναφοράς.
        
    Παιχνίδι της μοίρας το γεγονός ότι, χρόνια αργότερα, μια ακύρωση από πλευράς της Κάλλας έδωσε την ευκαιρία σε μια άλλη διάσημη, νεαρή τότε, σοπράνο να αναρριχηθεί στο διεθνές στερέωμα. Ο λόγος για τη Ρενάτα Σκότο η οποία τον Σεπτέμβριο του 1957 αντικατέστησε την ασθενή Κάλλας σε μια παράσταση της «Υπνοβάτιδος» του Μπελίνι στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, γνωρίζοντας τέτοια επιτυχία ώστε να γίνει εν μιά νυκτί παγκοσμίως διάσημη και να διαγράψει, έκτοτε, μια λαμπερή καριέρα. «Ηταν μια σταρ και εγώ τότε μόλις ξεκινούσα» έλεγε χρόνια αργότερα η Σκότο αναφερόμενη στην Κάλλας και στην ευκαιρία που της πρόσφερε η αντικατάστασή της. «Ηταν ένας θρύλος. Κάναμε έναν δίσκο μαζί και ήταν πολύ κλεισμένη στον εαυτό της, ποτέ δεν την είδα χαρούμενη… το πολύ-πολύ μισό μελαγχολικό χαμόγελο. Νομίζω πως ήταν μοναχική».

    Η διεθνής εκτόξευση της Καμπαγέ

    Και στην περίπτωση της Μονσεράτ Καμπαγέ η διεθνής εκτόξευση ήρθε μέσω αντικατάστασης. Ηταν το 1965 όταν εκλήθη να αντικαταστήσει την ασθενή Μέριλιν Χορν στην ημισκηνοθετημένη παραγωγή «Λουκρητία Βοργία» του Ντονιτσέτι στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης. Το χειροκρότημα διήρκεσε 25 ολόκληρα λεπτά. Παρ’ όλο που επρόκειτο για τον πρώτο της ρόλο στο belcanto και έπρεπε να τον μάθει σε λιγότερο από έναν μήνα, η συγκεκριμένη παράσταση ήταν αυτή η οποία την έκανε γνωστή στον κόσμο της όπερας.
        
    Την ίδια χρονιά, μια ασθένεια και η συνακόλουθη έλλειψη αντικαταστάτη έδωσαν το «εισιτήριο» για την ευρύτερη αναγνώριση και στον Λουτσιάνο Παβαρότι. Τραγούδησε δίπλα στη Λουτσία της Τζόαν Σάδερλαντ στην Οπερα του Μαϊάμι γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Δύο μόλις μήνες αργότερα έκανε το ντεμπούτο του στη Σκάλα του Μιλάνου, στην αναβίωση της «La Boheme» σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι, κατόπιν επιτυχίας του θρυλικού Χέρμπερτ φον Κάραγιαν ο οποίος είχε την ευθύνη της μουσικής διεύθυνσης. Πολλά χρόνια αργότερα, το 2002, η ακύρωση του ίδιου του Παβαρότι δύο μόλις ώρες προτού ανοίξει η αυλαία της «Τόσκα» στη Μετροπόλιταν Οπερα της Νέας Υόρκης έδωσε την ευκαιρία σε ένα ακόμη αστέρι να γεννηθεί. Ο λόγος για τον πρόωρα χαμένο ιταλό τενόρο Σαλβατόρε Λιτσίτρα, ο οποίος εκλήθη να σώσει την κατάσταση επισπεύδοντας το ντεμπούτο του στο νεοϋορκέζικο θέατρο κατά δύο ολόκληρα χρόνια. Τον θρίαμβο μετά τη διάσημη άρια «Recondita armonia» ακολούθησε ένας ακόμη μεγαλύτερος μετά το «E lucevan le stelle», γεγονός που του χάρισε τον τίτλο του «νέου Παβαρότι» και του άξιου συνεχιστή της «μεγάλης ιταλικής παράδοσης».
    Θρίαμβο μέσω αντικατάστασης γνώρισε το 1886 ο μυθικός Αρτούρο Τοσκανίνι στο Ρίο ντε Τζανέιρο όταν ο μαέστρος ο οποίος επρόκειτο να διευθύνει την «Αΐντα» ήρθε σε σύγκρουση με τους τραγουδιστές και αποχώρησε. Ο Τοσκανίνι διηύθυνε την όπερα από μνήμης και την επόμενη κιόλας ημέρα ο κόσμος της μουσικής ήταν διαφορετικός. Το 1943 ο Λέοναρντ Μπερνστάιν αντικατέστησε τον Μπρούνο Βάλτερ σε μια συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης στο Κάρνεγκι Χολ, γνωρίζοντας μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες στην ιστορία της διάσημης αίθουσας.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk