• Αναζήτηση
  • O Kαζαντζάκης σεναριογράφος

    Στην ερώτηση τι κοινό έχουν μεταξύ τους οι ταινίες «Το κόκκινο μαντίλι» (1928), «Δον Κιχώτης» (1932) και «Δεκαήμερο» (1932) πέρα από το ότι δεν γυρίστηκαν ποτέ, δύσκολα θα απαντούσε κανείς ότι σεναριογράφος και των τριών είναι ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης.

    Στην ερώτηση τι κοινό έχουν μεταξύ τους οι ταινίες «Το κόκκινο μαντίλι» (1928), «Δον Κιχώτης» (1932) και «Δεκαήμερο» (1932) πέρα από το ότι δεν γυρίστηκαν ποτέ, δύσκολα θα απαντούσε κανείς ότι σεναριογράφος και των τριών είναι ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης. Ενώ είναι γνωστό ότι τρία από τα δικά του μυθιστορήματα έχουν μεταφερθεί με τεράστια επιτυχία στον κινηματογράφο («Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Αλέξης Ζορμπάς», «Τελευταίος πειρασμός»), η προσωπική σχέση του Καζαντζάκη με τη σεναριογραφία δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Φυσικό, κατά μία έννοια, αφού τελικά κανένα από τα οκτώ σενάρια με τα οποία ασχολήθηκε ο Καζαντζάκης δεν μπόρεσε, δυστυχώς, να μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Ακόμα και το τελευταίο σενάριό του «Μια ελληνική οικογένεια» (1956) δεν έγινε ταινία, παρότι ο Καζαντζάκης βρισκόταν στο απόγειο της φήμης του και ήταν πρόταση του ίδιου του προέδρου της 20th Century Fox Σπύρου Σκούρα.

    Πάθος για τον κινηματογράφο

    Την άγνωστη πλευρά του σεναριογράφου Καζαντζάκη φωτίζει ο μελετητής του έργου του,  επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ Θανάσης Αγάθος με τη μελέτη του «Ο Νίκος Καζαντζάκης στον κινηματογράφο» (εκδόσεις Gutenberg). Το βιβλίο είναι μοιρασμένο σε δύο μεγάλες ενότητες: στη μία ο συγγραφέας εξετάζει τον Καζαντζάκη σεναριογράφο και στη δεύτερη κάνει μια συγκριτολογική ανάγνωση των τριών μυθιστορημάτων του Καζαντζάκη που μεταφέρθηκαν άκρως επιτυχημένα στον κινηματογράφο, χωρίς την ανάμειξη του ίδιου στη συγγραφή του σεναρίου τους. Μια τρίτη ενότητα, «Ο Καζαντζάκης στο κινηματογραφικό τοπίο του 21ου αιώνα», περιέχει την «ανάγνωση» του ίδιου του Καζαντζάκη από κινηματογραφιστές σε ταινίες ντοκιμαντέρ ή μυθοπλασίας, όπως ο πρόσφατος «Καζαντζάκης» του Γιάννη Σμαραγδή, που στην ουσία είναι η τέταρτη μεταφορά έργου Καζαντζάκη στο σινεμά, καθότι το σενάριο είναι εμπνευσμένο από την «Αναφορά στον Γκρέκο».
    Ο Καζαντζάκης ασχολήθηκε παθιασμένα με το σενάριο στην τετραετία 1928 – 1932, όσο βρισκόταν στη Ρωσία. Μεγάλο μέρος των πηγών του Θ. Αγάθου στηρίζεται στην αλληλογραφία ανάμεσα στον συγγραφέα με τη σύζυγό του Ελένη και τον φίλο του Παντελή Πρεβελάκη, τον οποίο ο Καζαντζάκης χρησιμοποιούσε ως δίαυλο επικοινωνίας αποσκοπώντας στη μετατροπή των σεναρίων του σε ταινίες. Ο κ. Αγάθος θεωρεί εντυπωσιακή την αυτογνωσία του Καζαντζάκη, όπως αποτυπώνεται στην αλληλογραφία του με τον Πρεβελάκη και την Ελένη: «Παρά το πάθος του για τον κινηματογράφο, αντιλαμβάνεται τις αδυναμίες του στη συγγραφή σεναρίων και δηλώνει ότι έχει ανάγκη από τη βοήθεια ενός «ειδικού»». Γράφει χαρακτηριστικά ο Καζαντζάκης: «Ξέρω τέλεια τι πρέπει να ‘ναι το φιλμ, μα μου λείπει η technique».
    Το πρώτο σενάριο του Καζαντζάκη, «Το κόκκινο μαντίλι», γράφηκε το 1928 στη Ρωσία και στα γαλλικά. Ηταν αποτέλεσμα παραγγελίας της σοβιετικής κινηματογραφικής εταιρείας VUFKU, απαρτίζεται από έξι μέρη (το πρώτο έχει χαθεί) και η ιστορία του αφορά την Επανάσταση του 1821 και τον αγώνα τριών μελών της Φιλικής Εταιρείας για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Με αφορμή το «Μαντίλι», σε επιστολή του προς τον Πρεβελάκη ο Καζαντζάκης αναπτύσσει τη θεωρία του για τη σεναριογραφία μα και τους λόγους για τους οποίους του προκαλούσε συγκίνηση: «Γράφοντας φιλμ είσαι υποχρεωμένος τα πάντα να μετατρέπεις – και την πιο αφηρημένη έννοια – σε εικόνα… Σε κυριεύει μια πικρότατη ηδονή και υπερηφάνεια να δημιουργείς με τις σκιές πάθη, έρωτες, ορμές, να σφίγεις και να χωρίζεις και να δημιουργείς ανθρώπους και σιωπηλά, σε μια στιγμή να εξαφανίζονται».
    Το καλοκαίρι του 1928, η αντικληρική σάτιρα «Αγιος Παχώμιος και Σία» είναι το πρώτο σενάριο για το οποίο ο συγγραφέας πληρώθηκε. Αμείφθηκε με 2.000 ρούβλια (80.000 περίπου δραχμές) για τη δουλειά μίας εβδομάδας. Από το σενάριο αυτό έχουν σωθεί οι εννέα τελευταίες (μάλλον) σελίδες του, κάτι που δυσκολεύει τη σύνθεση μιας πλοκής της ιστορίας. Ο Θ. Αγάθος αναφέρει δύο πιθανότητες έμπνευσης: η μία σχετίζεται με το αφήγημα του Κώστα Βάρναλη «Ιστορία του Αγίου Παχωμίου» που εκδόθηκε το 1923 και η άλλη με την ιστορία του Οσίου Παχωμίου που γεννήθηκε το 292 μ.Χ. στην Κάτω Θηβαΐδα της Αιγύπτου. «Στις λιγοστές αυτές σελίδες που σώζονται δεσπόζει ένα οργιώδες σουρεαλιστικό παιχνίδι, όπου η δράση κινείται μεταξύ μιας ταβέρνας και μιας μονής, όπου μεταξύ άλλων εμφανίζονται έξι κλώνοι του Παχωμίου» αναφέρει ο Θ. Αγάθος.
    Ανάμεσα στα σενάρια του Καζαντζάκη υπάρχουν διασκευές και δύο μεγάλων έργων της κλασικής λογοτεχνίας, όπως ο «Δον Κιχώτης» και το «Δεκαήμερο» των Μιγκέλ Θερβάντες και Βοκάκιου αντίστοιχα. Για το πρώτο ο Καζαντζάκης επέλεξε τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια του ήρωα του Θερβάντες ώστε να αντλήσει τα στοιχεία της ιλαροτραγικής ψυχής του. Την ίδια τεχνική ακολούθησε και με το «Δεκαήμερο», επιλέγοντας 10 από τις 100 νουβέλες του Βοκάκιου. Σε αυτήν την περίπτωση ο Καζαντζάκης ήταν αρκετά φιλόδοξος, επιθυμώντας διαπραγματεύσεις με τη γερμανική εταιρεία UFA αλλά και την αμερικανική Paramount. Δυστυχώς δεν υπήρξαν αποτελέσματα.

    Vision ιδέα στο κρανίο του Λένιν

    Το 1928, μια πολύ συνηθισμένη εικόνα στον τάφο του Λένιν (κάθε μέρα στις 5 το απόγευμα πλήθος ανθρώπων, διαφορετικών φυλών, εθνικοτήτων και χρωμάτων, έκανε ουρά για να τον δει) έδωσε την ιδέα στον Καζαντζάκη για τη δημιουργία του δεύτερου σεναρίου του «Λένιν»: «Λοιπόν το φιλμ θα ‘ναι τούτο» γράφει ο Καζαντζάκης στον Πρεβελάκη: «Ενας από τους προσκυνητές, την ώρα που αντικρίζει στην κατακόμπα το γυαλιστερό κρανίο του Λένιν, σε μια στιγμή νιώθει στο μυαλό του τεράστια vision: βλέπει όλη την εξέλιξη 1) Λένιν, 2) της Ρουσίας, 3) της Γης… Αυτή η vision θα βαστά και στα εφτά μέρη του film…». Ιδιαίτερα εκδηλωτικός όμως είναι στην Ελένη Καζαντζάκη! «Eίναι ένα όραμα που κρατά… ένα μονάχα δευτερόλεφτο… Αχ, να ξέρατε τι ηδονή νιώθω με την ιδέα πως όλη αυτή την αστραπή μπορώ να τη διατυπώσω σε εικόνες και να την δουν εκατομμύρια μάτια». Ομως τελικά το σενάριο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, παρότι έδωσε τις βάσεις «για το πιο κινηματογραφικό μυθιστόρημα του συγγραφέα, το «Toda- Raba», που εκδόθηκε έναν χρόνο αργότερα» όπως επισημαίνει ο Θ. Αγάθος.
    Στη μακροχρόνια ενασχόληση του Ν. Καζαντζάκη με τον βουδισμό, σημαντικός σταθμός φαίνεται να είναι το σενάριο της ταινίας «Βούδας» που γράφηκε τις χρονιές 1931 – 1932. Ο Βούδας υπήρξε μέγα πρότυπο στη ζωή τού συγγραφέα από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, στη Βιέννη, μέχρι τον θάνατό του. Σύμφωνα με τον Θ. Αγάθο, το σενάριο, με μόλις δύο ήρωες, τον Βούδα και τον Ασκητή, είναι σχεδόν πρωτόλειο, ένα «παράλληλο κείμενο» με το θεατρικό έργο, που μια πρώτη μορφή του γράφηκε το 1921 στη Βιέννη.
    Οι 13 δακτυλογραφημένες σελίδες του σεναρίου «Ο Μουχαμέτης» στηρίχτηκαν στην ελληνική μετάφραση της μελέτης «The life of Mohammed» του Ουάσινγκτον Ιρβινγκ και σύμφωνα με τη μελετήτρια του έργου του Καζαντζάκη, Παναγιώτα Μήνη, σκιαγραφούν τον Μωάμεθ ως «έναν ξεχωριστό άντρα που αντιλαμβάνεται την ύπαρξη του θεού και διδάσκει το κήρυγμά του ενάντια σε όλους, συμπεριλαμβανομένης της οικογένειάς του, και ενάντια στο ίδιο το εξεζητημένο μέλλον του». Το πιο άμεσα πολιτικό σενάριο του συγγραφέα είναι μάλλον το «Μια έκλειψη ηλίου» (1932), μια παραβολή για τη σύγχρονη αθλιότητα του κόσμου, για τη φρίκη του πολέμου και για τη συναδέλφωση των λαών.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός