• Αναζήτηση
  • Η Λούλα Αναγνωστάκη όπως τη γνωρίσαμε

    Ημίφως, σχεδόν σκοτάδι. Λίγες λέξεις, σχεδόν σιωπή:

    Ημίφως, σχεδόν σκοτάδι. Λίγες λέξεις, σχεδόν σιωπή: Κάπως έτσι ήταν η Λούλα Αναγνωστάκη (1934 – 2017). Με τα μαύρα γυαλιά, τα λιτά μαλλιά, την αρχοντική φυσιογνωμία, την αινιγματική έκφραση. Μια γυναίκα που δεν έμοιαζε με τις άλλες, μια συγγραφέας που άφησε το στίγμα της στο θέατρο, από την αρχή.  
    Στο διαμέρισμα στο Κολωνάκι το κουδούνι είχε πάντα και τα δύο ονόματα: Γιώργος Χειμωνάς – Λούλα Αναγνωστάκη, ακόμη και όταν εκείνος είχε φύγει από τη ζωή (στις αρχές του 2000). Γεμάτο φωτογραφίες (λίγες, πολύ λίγες οι δικές της), πίνακες, χαρτιά, βιβλία, σημειώσεις και εφημερίδες, γεμάτο αναμνήσεις. Το σπίτι είχε τη δική της ατμόσφαιρα, τη δική της θερμοκρασία.
    Από το 1965 που εμφανίστηκε στο θέατρο, με την τριλογία της Πόλης («Η διανυκτέρευση», «Η πόλη», «Η παρέλαση») στην παράσταση του Καρόλου Κουν στο Θέατρο Τέχνης, ως τον τελευταίο μονόλογο-αφιερωμένο στον Γιώργο Χειμωνά («Ο Γιώργος ως Αμλετ», 2010), η Λούλα Αναγνωστάκη συνέθεσε το δικό της θεατρικό παζλ. Το σύμπαν της φτιαγμένο από ήρωες ή αντι-ήρωες, άνδρες και γυναίκες της καθημερινότητας, ενταγμένους, καθορισμένους από την Ιστορία. Ηττα, μοναξιά, ενοχή, τραύματα, σχέσεις, έρωτες. Ενα προσωπικό, εσωτερικό τοπίο, το τοπίο της μεταπολεμικής Ελλάδας.
    Η Λούλα και ο Χειμωνάς…

    «Ναι, ο Χειμωνάς είναι ο πρώτος αναγνώστης μου. Αλλά δεν είναι διόλου αυστηρός. Τα βρίσκει όλα υπέροχα» μου είχε πει στο «Βήμα» (8/11/1998), με αφορμή την πρεμιέρα του ολοκαίνουργιου τότε μονόπρακτου «Ουρανός κατακόκκινος». Δώδεκα χρόνια μετά, ο Χειμωνάς, απών πλέον από τη ζωή από το 2000, παρέμενε πανταχού παρών μέσα στο σπίτι. «Υπάρχει πάρα πολύ ανέκδοτο υλικό. Πρέπει όμως να γίνει πολλή δουλειά για να τακτοποιηθεί ή να εκδοθεί. Αν δείτε το γραφείο είναι γεμάτο από τα χαρτιά του. Μου είναι πολύ δύσκολο να τα βάλω σε τάξη…» είχε πει σε μια επόμενη συνέντευξή της στο «Βήμα» (1/5/2010).
    Ο Κουν και το θέατρο
    Η Λούλα Αναγνωστάκη αγάπησε το θέατρο και έγραψε μόνον θέατρο. Στον Κουν παρακολουθούσε «πάντα τις πρόβες και πολλές φορές όλη τη διαδικασία παραγωγής, από την αρχή έως το τέλος. Ηταν μεγάλο το ενδιαφέρον. Αν κάτι έβλεπα που ήθελα να το πω, το έλεγα στον Κουν, χωρίς να είναι μπροστά οι ηθοποιοί. Τους σκεπτόμουν πολύ έτσι όπως πάλευαν. Και ο Κουν φώναζε» θυμήθηκε μιλώντας στο ΒΗΜΑgazino τον Απρίλιο του 2016.
    Θοδωρής Γκόνης: «Σε τράβαγε στα νερά της με τη γοητεία της»

    «Γνώρισα τη Λούλα Αναγνωστάκη το 2010. Είχαμε αποφασίσει να αφιερώσουμε το Φεστιβάλ Καβάλας στον Γιώργο Χειμωνά. Την πήρα τηλέφωνο για να της το πω και να πάρω την άδειά της. Της συστήθηκα. «Σας γνωρίζω, κύριε Γκόνη» μου είπε. Της ζήτησα να γράψει κάτι. Θυμάμαι τη φωνή της, το χρώμα της φωνής της όταν απάντησε στο τηλεφώνημά μου.

    Κατέβηκα στην Αθήνα. Βρεθήκαμε στο σπίτι τής οδού Καψάλη. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ήμουν πολύ τακτικός επισκέπτης. Της άρεσε πολύ ο καφές, αλλά δεν έπρεπε να πίνει πολύ. Αντ’ αυτού της πήγαινα καραμέλες με γεύση καφέ από του Μισεγιάννη, στο Κολωνάκι. Τις άπλωνε στον καναπέ, τις έτρωγε. Μιλούσε για τελείως άσχετα πράγματα, σαν εκείνους τους ανθρώπους που μιλάνε για κάτι ώστε να πουν κάτι άλλο. Είχε αυτό το χάρισμα η Λούλα. Με συμπάθησε.
    Είχε αποφασίσει να μη γράψει ποτέ πια, αλλά τελικά δέχθηκε να γράψει για τον Γιώργο Χειμωνά. Θα έπαιζε η Ρένη Πιττακή, που ήταν φίλη της. Στο σπίτι πηγαίναμε συχνά μαζί με τη Ρένη. Η Λούλα είχε τότε προβλήματα με το χέρι, με το πόδι της. Ηταν ο χειμώνας του 2010.
    Γρήγορα πήρε την απόφαση να γράψει – το υπαγόρευε σε μια νέα θεατρολόγο, τη Σύλβια Σολακίδη. Μόνη της βρήκε το θέμα: «Ο Γιώργος ως Αμλετ».
    Μιλούσε συνέχεια για τον Γιώργο – σαν να μην ήταν ο άντρας της. Τον αγαπούσε πολύ. Της άρεσε να λέει και τα «αλμυρά» του. Μιλούσε και για τον αδελφό της, τον Μανόλη Αναγνωστάκη, διηγιόταν κάποιες τραυματικές εμπειρίες από τη Θεσσαλονίκη, μου είπε μια ιστορία για τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Η Λούλα μιλούσε για πολύ απλά, καθημερινά πράγματα. Οπως όλοι οι μεγάλοι, οι σημαντικοί.
    Οταν έφτασε η ώρα να παιχτεί το έργο της, ήρθε στην Καβάλα, μαζί με τον γιο της, τον Θανάση Χειμωνά. Κάναμε τις πρόβες με τη Ρένη. Τελικά ήρθε και έκατσε. Ηταν τόσο γοητευτικό να βλέπεις να γεννιέται κάτι από εκείνη, να βλέπεις πώς δούλευε τις λέξεις, πώς χειριζόταν τις λέξεις, πώς πρόσεχε τον ήχο της. Εγραφε με το αφτί. Είχε διπλή ακοή. Οπως λαχταράς να πιεις καφέ, έτσι είχε κι εκείνη την ίδια λαχτάρα με τις λέξεις. Εμοιαζε σαν να μη νοιαζόταν καθόλου – κι όμως αυτή ήταν η μεγάλη της έννοια. Εδειχνε να μην ενδιαφέρεται για το τι θα γίνει. Κι όμως όταν ήμασταν μόνοι μας μου έκανε μια παρατήρηση για το πώς πρέπει να ειπωθεί κάτι σαν μην ειπωθεί.
    Η Λούλα Αναγνωστάκη σε τράβαγε στα νερά της, με τη γοητεία της, με την αρχοντιά της.
    Με τη Ρένη ήταν σαν συμμαθήτριες – με δικά τους πειράγματα και τους δικούς τους κώδικες. Θυμάμαι μου έλεγε η Ρένη ότι «εμένα δεν με σκηνοθετεί κανείς. Οι μικροί με ντρέπονται και οι μεγάλοι με φοβούντα».
    Σαν φαροφύλακας ήταν η Λούλα Αναγνωστάκη. Το σπίτι της ήταν το βασίλειό της – μια τηλεόραση πάντα ανοιχτή, την κοιτούσε και δεν την κοιτούσε. Με το που άνοιγε την πόρτα στο σπίτι της, ένιωθες τη διαφορά.
    Το θέατρό της ήταν ποιητικό, όχι ποιητίζον. Περνούσε όλη την ιστορία από μέσα, έντονα και διακριτικά. Τηρουμένων των αναλογιών, θα έλεγα πως ήταν ένας θηλυκός Τσέχοφ. Δύσκολη συγγραφέας και γοητευτική. Οσοι ανέβαζαν τα έργα της ήθελαν να δοκιμάσουν ξανά – μετά τον Κουν εννοώ. Πάντα κάτι σου ξέφευγε. Σε ρουφούσε. Σαν το ελάφι της Αρτέμιδος, σε οδηγούσε το θήραμα. Για εμένα ήταν η πιο σπουδαία νεοελληνική θεατρική γραφή. Ανοιξε δρόμο».

    *Ο Θοδωρής Γκόνης σκηνοθέτησε το τελευταίο έργο που έγραψε η Λούλα Αναγνωστάκη, το καλοκαίρι του 2010 στο Φεστιβάλ της Καβάλας. Ενας θεατρικός μονόλογος με τον τίτλο «Ο Γιώργος ως Αμλετ» και τη Ρένη Πιττακή να τον ερμηνεύει.

    Σταμάτης Κραουνάκης: «Υπάρχει χιούμορ στα έργα της»

    «Είχαμε μια σχέση στηριγμένη στην αγάπη και το χιούμορ. Κορυφαία μας στιγμή ήταν όταν έκανα με την Αλεξάνδρα Παντελάκη και μετά με την Ελένη Ουζουνίδου το «Ι Love U», που ήταν μια σύνθεση γυναικείου λόγου από έξι έργα της. Ενα έργο από τις γυναίκες της επικεντρωμένο στον στόχο ότι αυτές οι γυναίκες είναι η Λούλα. Οταν το κατάλαβε, κολακεύτηκε, της άρεσε και βοήθησε πολύ στην παράσταση. Κάθε βράδυ, μετά την παράσταση την έπαιρνα τηλέφωνο: Ηθελε να της πω αναλυτικά όλα όσα συνέβαιναν, με κάθε λεπτομέρεια.

    Για μένα υπάρχει χιούμορ στα έργα της και αυτό ήθελα να φωτίσω. Κι αυτό το χιούμορ κρύβεται και εγώ εσκεμμένα ήθελα να το αναδείξω. Από την ώρα που αποφασίσαμε να κάνουμε την κωμωδία κέντρο της αφήγησης, τα βαριά, όταν ερχόντουσαν, πέφταν σαν σίδερα στο πάτωμα. Πάντα με ενδιέφερε να φέρνω στην επιφάνεια την επιτηδευμένη ελαφρότητα των έργων της που κάνει το από κάτω ακόμα βαρύτερο.
    Είχα απόλυτη συνείδηση του πόσο σπουδαία αστή ήταν και ταυτόχρονα απόλυτα αναρχική. Ηταν αρχηγός, η ιέρεια της πόλης, χωρίς αυτή να είναι η πόλη της. Για μένα η Λούλα ήταν η τελευταία VIP της Αθήνας – τέλος».

    *Ο Σταμάτης Κραουνάκης γνώρισε τη Λούλα Αναγνωστάκη στις αρχές του ’90. Από τότε χτίστηκε μια σχέση μεταξύ τους, που οδήγησε, το 2011, σε μια παράσταση-αφιέρωμα στις ηρωίδες των έργων της με τον τίτλο «Ι Love U».


    Βασίλης Παπαβασιλείου: «Είχε μια περιέργεια απείρως δημιουργική»

    «Ηταν μια συνενοχή γυναικών, άρα ευλογημένη η συνεργασία μου με τη Λούλα Αναγνωστάκη και την Τζένη Καρέζη. Η Λούλα διέθετε μια λεκτική ευαισθησία και ήταν άνθρωπος διαθέσιμος για διάλογο. Είχε χιούμορ, ελαφράδα στη διαχείριση της ζωής, στοιχεία αντίθετα προς τα στερεότυπα της κληρονομιάς της ήττας.

    Είχε αυτό το δώρο της αντιστροφής του οδυνηρού βιώματος, του μετασχηματισμού του σε κάτι απείρως θετικό. Αυτό το διέθετε και ο αδελφός της ο Μανόλης – και τον οδήγησε σε μια σειρά σατιρικών ποιημάτων. Εκείνη την πλευρά της αντιστροφής του αρνητικού βιώματος της ήττας, μια που και τα δύο αδέλφια ήταν χρεωμένα αυτόν τον χαρακτηρισμό σαν δημιουργοί.
    «Βασίλη μου, εγώ δεν θέλω να με ταράζουν» μου είχε πει μια φορά σχετικά με μια τρέχουσα υπόθεση. Κι αυτή η φράση της είναι καρφωμένη μέσα μου. Ηταν επίσης η παρατηρητικότητα του ανθρώπου σε ό,τι αφορά στα λεγόμενα μικρά της ζωής, της συμπεριφοράς της ζωής που την έκανε απείρως κινητική μέσα στη φαινομενική ακινησία.
    Μια συνομιλήτρια με το παρόν, ένας παλμογράφος των δονήσεων του παρόντος.
    Η συνεργασία της με την Τζένη Καρέζη ήταν ένα είδος πρόκλησης για την ίδια. Η συνεργασία με μια ηθοποιό σταρ της εποχής. Ηταν μια θαρραλέα πράξη, έξω από ταξινομήσεις και χαρακτηρισμούς. Ηταν η πρώτη της δουλειά μετά τον «Ηχο του όπλου» που τιμούσε αυτή την πλευρά του χαρακτήρα της.
    Νομίζω ότι η Λούλα ήταν φανατική θεατής του ordinary, μια γυναίκα που δεν σνόμπαρε τίποτα. Είχε μια περιέργεια απείρως δημιουργική για όλη την γκάμα των πραγμάτων.
    Από τότε, μέσα στα χρόνια, συνομιλούσαμε σταθερά εξ αποστάσεως».

    *Ο Βασίλης Παπαβασιλείου ήταν εκείνος που ανέβασε το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη «Διαμάντια και Μπλουζ». Γραμμένο για την Τζένη Καρέζη, παίχθηκε στο θέατρο της πρωταγωνίστριας τη σεζόν 1991-1992 – ήταν η τελευταία παράσταση της Καρέζη.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός