Η πρώτη εκδήλωση της Επιτροπής Διαλόγου για τις Προοδευτικές Μεταρρυθμίσεις θα μπορούσε να σημάνει το πανηγυρικό ξεκίνημα του εγχειρήματος για την ενοποίηση των δυνάμεων του μεσαίου χώρου. Αλλωστε όλο το προηγούμενο διάστημα συμμετείχε στις ομάδες εργασίας ότι καλύτερο διαθέτει ο χώρος από ανθρώπινο δυναμικό, προκειμένου να φτιαχτούν τα κείμενα που θα δοθούν στα κόμματα στο τέλος του μήνα. Η εκδήλωση στο Γκάζι όμως αντί να συνθέσει κάτι ελκυστικό πολιτικά, έβαλε στο μικροσκόπιο όλες τις αδυναμίες της παράταξης. Οι ομιλητές ανέλυαν τις -αντικρουόμενες πολλές φορές- απόψεις τους, με σχοινοτενείς παρεμβάσεις σε μια εκδήλωση άνευρη, χωρίς εσωτερικό διάλογο, χωρίς συνοχή και στόχευση, κουραστική. Τι πήγε στραβά ενώ το θέμα ήταν «πιασάρικο», «Οι μεγάλες θεσμικές αλλαγές που είναι αναγκαίες για μια νέα αρχή στη χώρα», και ομιλητές ήταν ο Νικηφόρος Διαμαντούρος, ο Γιώργος Σωτηρέλης, ο Ξενοφών Κοντιάδης και τον συντονισμό εκ μέρους της Επιτροπής έκαναν οι Νίκος Κανελλόπουλος και Δημήτρης Τσιόδρας;
Η προσέλευση του κόσμου δεν ήταν ικανοποιητική, την εκδήλωση παρακολούθησε το σύνηθες ακροατήριο αυτών των εκδηλώσεων – πλην Θάνου Βερέμη – γεγονός που προκάλεσε το σχόλιο του Νίκου Αλιβιζάτου: «Μιλάμε σε μια ελίτ, φοβούμαι ότι δεν μας καταλαβαίνει ο κόσμος και ειδικά όταν την Ελλάδα την κυβερνάνε οι εσωτερικοί μας αντίπαλοι. Οι “μπανιάδες”». Οι επικεφαλής των δύο μεγάλων κομμάτων του χώρου έδιναν την εικόνα ζευγαριού πριν από το διαζύγιο. Η ταξιθεσία τα έλεγε όλα. Από τα αριστερά προς τα δεξιά κάθισαν ως εξής: Φώφη Γεννηματά, Θανάσης Θεοχαρόπουλος, Γιώργος Καμίνης, Σταύρος Θεοδωράκης, Σπύρος Λυκούδης, Γιάννης Τούντας, Θεόδωρος Σκυλακάκης.
Και αφού μίλησαν οι ομιλητές δόθηκε ο λόγο στο κοινό – δηλαδή όχι ακριβώς αφού οι παρεμβάσεις ήταν επιλεκτικές. Ο κ. Αλιβιζάτος εκλήθη πρώτος και αφού προειδοποίησε ότι μπορεί να σοκάρει κάποιους είπε ότι «δεν μπορούμε να απορρίπτουμε συλλήβδην τον ΣΥΡΙΖΑ όταν μιλάμε για συναινέσεις. Για προφανείς μεταρρυθμίσεις δεν μπορούμε να μην συζητάμε με τον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα κι αν μας κλείνει την πόρτα εμείς πρέπει να την κρατάμε ανοιχτή» – μια άποψη που δεν βρήκε απήχηση στο ακροατήριο. Και πρόσθεσε ότι η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος συνήθως γίνεται για να μην προχωρήσουν πιο πρακτικά πράγματα, ότι ο ίδιος ήταν πάντα αρνητικός στις αναθεωρήσεις χωρίς στρατηγική αλλά η πρόταση που θα καταθέσει η Επιτροπή έχει στρατηγική και ότι λόγω παράδοσης το νέο ξεκίνημα θέλει και νέο Σύνταγμα, όπως έγινε στο Γουδί ή το 1974.
Κατόπιν τον λόγο πήρε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος με αφορμή την αμφισβήτηση του ισχύοντος Συντάγματος επισήμανε ότι η αναθεώρηση του 2001, στην οποία ήταν ο ίδιος εισηγητής, «ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1995 για να θέσει ένα τέλος με συμβολικό και πανηγυρικό τρόπο στο κλίμα του βρόμικου ‘89. Τον Ιανουάριο του 1995 ο Ανδρέας Παπανδρέου ως Πρωθυπουργός εξήγγειλε την αναθεώρηση και ανέστειλε την διαδικασία της ποινικής ευθύνης των υπουργών για όλους εκείνους, τον πρώην Πρωθυπουργό τον κ. Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, τους υπουργούς του, μεταξύ των οποίων η κυρία Ντόρα Μπακογιάννη και άλλοι πολλοί, εναντίον των οποίων είχε κινηθεί διαδικασία κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος. Και προκειμένου να τεθεί ένα τέλος στο δούναι και λαβείν, στη δόση και την αντίδοση της πολιτικής βαρβαρότητας που ξεκίνησε το 1989, ανέλαβε την πρωτοβουλία να κινήσει την διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος». «Δεν ξέραμε», πρόσθεσε, «την αδυναμία που έχει η διάταξη για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, ότι μπορεί να οδηγήσει σε σύγκρουση και σε διάλυση της Βουλής και τελικά εμείς γίναμε θύματα αυτής της ρύθμισης; Ποιος έγινε θύμα; Η κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας-ΠαΣοΚ, η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου η λεγόμενη. Μα η ΝΔ αρνήθηκε να ψηφίσει το 2001 την πρότασή μας για την αναθεώρηση της σχετικής συνταγματικής διάταξης». Εκείνη τη στιγμή ο κ. Τσιόδρας τον διέκοψε και του ζήτησε να ολοκληρώσει και ο κ. Βενιζέλος είπε «αν θέλετε σταματώ και τώρα» και επέστρεψε στη θέση του μέσα σε γενική αμηχανία. Παρ΄όλα αυτά, έκλεισε ραντεβού για να μιλήσουν κατ΄ιδίαν με τον κ. Αλιβιζάτο που καθόταν δίπλα του.
Τελευταίος, από το ακροατήριο, πήρε τον λόγο ο Κώστας Μποτόπουλος, ο οποίος είπε ότι δεν είναι λογικό να ξεκινήσει μια συζήτηση επί παντός του επιστητού για τους θεσμούς. «Δεν έχει αυτό το δικαίωμα ο χώρος μας όταν στις 24 Ιουνίου ο ΣΥΡΙΖΑ θα ανοίξει τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Λες και το μεγάλο πρόβλημα στη χώρα μας είναι οι θεσμοί όταν η κυβέρνηση τους καταπατά και αυτή είναι μια πολιτική στάση από την πλευρά της. Ο ΣΥΡΙΖΑ μας κάνει να είμαστε απορριπτικοί απέναντι του. Το πρόβλημα δεν είναι οι θεσμοί αλλά αυτός».
Η κριτική του δεν στρεφόταν μόνο κατά του κ. Αλιβιζάτου – ο οποίος διευκρίνισε «εγώ είπα να συζητήσουμε με τον ΣΥΡΙΖΑ μόνο για τους θεσμούς»- αλλά εμμέσως και κατά του κ. Κοντιάδη, ο οποίος στην ομιλία του είπε ότι το πρόβλημα στη χώρα μας είναι οι θεσμοί και ότι αν λειτουργούσαν σωστά οι πολιτικοί δεν θα έκαναν τα λάθη που οδήγησαν στην κρίση. Χαρακτήρισε ανορθολογικό το Σύνταγμα επειδή, όπως είπε, χρησιμοποιεί μέσα που αντιβαίνουν στους σκοπούς του, όπως «όταν θέλουμε να εκλέξουμε συναινετικά Πρόεδρο της Δημοκρατίας και προκαλούμε πρόωρες εκλογές». Είπε επίσης ότι πρέπει να σταματήσουν οι αποσπασματικές και ατελέσφορες προτάσεις για το εκλογικό σύστημα, το πολιτικό χρήμα και την εσωκομματική δημοκρατία γιατί τα τρία αυτά θέματα είναι αλληλένδετα, και πρότεινε: ένα αναλογικότερο εκλογικό σύστημα, ενίσχυση της τοπικής αντιπροσώπευσης που είναι σε δυσαρμονία με τις μονοεδρικές περιφέρειες επειδή θα υποαντιπροσωπεύονται τα μικρά κόμματα, ενώ είναι προτιμητέες οι μεσαίου μεγέθους περιφέρειες και το 1/4 των βουλευτών να προέρχεται από ευρύτερες επικαθήμενες περιφέρειες, σπάσιμο των μεγάλων περιφερειών, μπόνους μικρότερο των 50 εδρών και όταν το πρώτο κόμμα έχει ποσοστό κοντά στο 42%, κ.α.
Ο κ. Διαμαντούρος, χαρακτήρισε καλή τη συγκυρία για να γίνει η συζήτηση που αποτελούσε το θέμα της εκδήλωσης, επειδή, όπως είπε, ο μεσαίος χώρος είναι κατακερματισμένος και αδυνατεί να παίξει τον ρόλο που ιστορικά έχει ασκήσει. «Με διακατέχει αγωνία», ήταν η φράση που χρησιμοποίησε τουλάχιστον δύο φορές, για να επισημάνει ότι χάσαμε στο επίπεδο των αξιών, ότι οι λύσεις δεν είναι εύκολες, ότι οι θεσμικές παρεμβάσεις που γίνονται στο κενό δεν αποκτούν δυναμική. «Οποιαδήποτε συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να λάβει υπόψιν ότι το Σύνταγμα δεν είναι πανάκεια, δεν μπορεί να λύσει από μόνο του τα προβλήματα της κοινωνίας. Εχουμε κακή παράδοση να εργαλειοποιούμε το Σύνταγμα χωρίς τη βάσανο της ιεράρχησης των αξιών». Τη φόρμουλα, συνέχισε, ότι εστιάζουμε στις απαιτήσεις της Δημοκρατίας και λιγότερο στο κράτος Δικαίου, την πληρώσαμε ακριβά. «Το αξιακό υπόστρωμα κάτω από το οικοδόμημα της πολιτικής ζωής και του πολιτικού συστήματος είναι στραβό. Ο κώδικας αξιών που έχουμε υπακούει στη λογική του μηδενικού αθροίσματος, που παράγει έντονες συγκρούσεις και αδιέξοδα και όχι του θετικού αθροίσματος, που αναζητούνται τρόποι να κερδίζουν και οι δύο», σημείωσε. Αυτά ξεκινούν από την Παιδεία, είπε, «αλλά κάθε υπουργός Παιδείας θέλει να κάνει κάτι ριζοσπαστικά καινούργιο με αποτέλεσμα να υποφέρει η Παιδεία».
Από την πλευρά του ο κ. Σωτηρέλης, επισήμανε ότι «οι μεταρρυθμίσεις που προτείνονται δεν είναι ουδέτερες. Πρέπει να έχουν συγκεκριμένη ιδεολογική φόρτιση και σαφή κοινωνικοπολιτική στόχευση». «Αυτός ο χώρος που συμμετέχει στο νέο εγχείρημα, αν θέλει να κάνει την μεγάλη επιστροφή στο πολιτικό σκηνικό πρέπει να διαλέξει. Θα ξαναδιεκδικήσει, με τις πολιτικές προτάσεις του, την κύρια εκπροσώπηση του πόλου της Αριστεράς, στον οποίο ιστορικά ανήκει; Ή θα τον χαρίσει στην σημερινή εν πολλοίς κακέκτυπη και «γιαλαντζί» εκδοχή της, και θα συνεχίσει να κινείται στην αδιέξοδη λογική του τρίτου πόλου ή του ενδιάμεσου χώρου ή, ακόμη χειρότερα, του κέντρου; Διότι δεν αρκεί να λέει ότι δεν είναι ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ. Πρέπει να πει ξεκάθαρα και τι είναι, σε ποια μεγάλη πολιτική οικογένεια ανήκει, ποια είναι επιτέλους η πολιτική σου ταυτότητα», τόνισε. Ο κ. Σωτηρέλης, συνέστησε επιφυλακτικότητα σε «ένα συνολικό άνοιγμα της ατζέντας της συνταγματικής αναθεώρησης, διότι δεν ξέρουμε τι μπορεί να μας ξημερώσει αν επικρατήσουν σε μια αναθεωρητική Βουλή οι δυνάμεις του συνταγματικού λαϊκισμού απέναντι στις δυνάμεις του συνταγματικού πατριωτισμού». Και πρότεινε μεταξύ άλλων: την εξάλειψη των ποικίλων προνομίων των μελών των τριών εξουσιών, την καταπολέμηση των υπόγειων αθέμιτων συναλλαγών του πολιτικού προσωπικού με ποικίλα οικονομικά και μιντιακά συμφέροντα, ένα νέο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο -«η ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ είναι τεράστια, διότι είναι φανερό ότι κινείται με κριτήρια ρεβανσισμού και ελέγχου του νέου τοπίου» και επέκρινε την στάση των κομμάτων «αυτού του χώρου για την μη συγκρότηση του ΕΣΡ, με την επίκληση μιας ανύπαρκτης αντισυνταγματικότητας έδωσε δικαιολογημένα λαβή για τις κατηγορίες περί σύμπλευσης με τους καναλάρχες».
Επίσης, σε ότι αφορά το εκλογικό σύστημα πρότεινε: Την τροποποίηση του νόμου Σκανδαλίδη, δηλαδή να προβλέπεται μπόνους για τον πρώτο εκλογικό σχηματισμό, κόμμα ή συνασπισμό αδιακρίτως, αλλά να δίδεται υπό αυστηρούς όρους: να έχει συγκεντρωθεί ένα υψηλό ποσοστό (από 42-44%) και να υπάρχει από τον δεύτερο διαφορά τουλάχιστον 2%. Την ανατρεπόμενη λίστα, αν ο πολίτης διαφωνεί με τη σειρά μπορεί να την αλλάξει ψηφίζοντας κάποιον χαμηλά στη λίστα και αν αυτός συγκεντρώσει ένα ορισμένο ποσοστό, καταλαμβάνει τη θέση του πρώτου. Την συνταγματική καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου, κ.α.



