Ο Πούτιν, ο μαέστρος και η Παλμύρα

Στις αρχές Μαΐου ο Αντριου Ε. Κρέιμερ, ανταποκριτής των «New York Times» στη Μόσχα, δέχθηκε στο κινητό του ένα τηλεφώνημα από τον ρώσο υπουργό Εξωτερικών:

Στις αρχές Μαΐου ο Αντριου Ε. Κρέιμερ, ανταποκριτής των «New York Times» στη Μόσχα, δέχθηκε στο κινητό του ένα τηλεφώνημα από τον ρώσο υπουργό Εξωτερικών: «Ετοιμάσου, φεύγεις για Συρία» του είπε. «Για την ώρα», συνέχισε, «δεν μπορώ να σου πω περισσότερα. Υπάρχει, όμως, ενδυματολογικός κώδικας: αλεξίσφαιρο γιλέκο…». Λίγες ημέρες αργότερα, στις 5 του ίδιου μήνα, ο Κρέιμερ βρισκόταν καθισμένος στις κερκίδες του ρωμαϊκού αμφιθεάτρου της Παλμύρας, μέλος ενός επιλεγμένου ακροατηρίου, αποτελουμένου από σύρους και ρώσους στρατιώτες, διπλωμάτες και δημοσιογράφους. Eτοιμαζόταν να παρακολουθήσει την πολυσυζητημένη συναυλία της Ορχήστρας του θεάτρου Μαριίνσκι της Αγίας Πετρούπολης υπό τον ρώσο σουπερστάρ του πόντιουμ Βαλέρι Γκέργκιεφ, με τη συμμετοχή του τσελίστα Σεργκέι Ρολντούγκιν, αδελφικού φίλου του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν και νονού της μεγαλύτερης κόρης του, ο οποίος προσφάτως απασχόλησε τη διεθνή επικαιρότητα φερόμενος ως ιδιοκτήτης μιας υπεράκτιας αυτοκρατορίας βάσει των Panama Papers, για να τύχει, ωστόσο, ένθερμης υποστήριξης από τον ίδιο τον ισχυρό άνδρα του Κρεμλίνου.
Ζωή στα ερείπια


Ο Κρέιμερ έφτασε στην έρημο επιβιβασμένος σε ένα από τα λεωφορεία που μετέφεραν δημοσιογράφους, μουσικούς και έγχορδα με την από αέρος συνοδεία ρωσικών στρατιωτικών ελικοπτέρων. Λίγο πριν από την έναρξη της συναυλίας σκεπτόταν ότι το όλο εγχείρημα δεν ήταν ακίνδυνο: οι θέσεις του Ισλαμικού Κράτους βρίσκονταν μόλις εννέα μίλια μακριά ενώ στην Παλμύρα – την οποία ανακατέλαβαν οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις του προέδρου Ασαντ με τη συνδρομή των ρώσων συμμάχων τους τον περασμένο Μάρτιο – ταξίδεψαν μόνο οι άνδρες-μέλη της Ορχήστρας καθώς ουδείς μπορούσε να εγγυηθεί την ασφάλεια των γυναικών.
Για τον ανταποκριτή των «New York Times» η εν λόγω εκδήλωση, με τίτλο «Προσευχηθείτε για την Παλμύρα – Η μουσική ζωντανεύει τα αρχαία ερείπια», δεν ήταν παρά η τελευταία «περιστροφή» των στρατιωτικών επιχειρήσεων της Ρωσίας στη Συρία.
Περιμένοντας τον Γκέργκιεφ να εμφανιστεί – φορώντας λευκό καπελάκι τζόκεϊ και σπορ μαύρα ρούχα – σκεπτόταν ότι οι Ρώσοι έχουν παράδοση να καταφεύγουν στο «ηθικό πλεονέκτημα» της κλασικής μουσικής σε περιόδους συρράξεων, χρησιμοποιώντας αναγνωρισμένους καλλιτέχνες προκειμένου να διακηρύξουν τα πολιτιστικά επιτεύγματά τους. Τον Αύγουστο του 1942, για παράδειγμα, στη διάρκεια της πολιορκίας του τότε Λένινγκραντ, καταπονημένοι από την πείνα ρώσοι μουσικοί έδωσαν την πρώτη παρουσίαση στην πόλη της Συμφωνίας αρ. 7 του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, επονομαζόμενης «του Λένινγκραντ»…
Αισιόδοξο πρόγραμμα


Παρά τις όποιες αντιρρήσεις του για το όλο εγχείρημα, ο Κρέιμερ βρήκε τη συναυλία – στον ίδιο εκείνο χώρο όπου λιγότερο από έναν χρόνο πριν μαχητές του Ισλαμικού Κράτους διέπραξαν φρικώδεις εκτελέσεις ανθρώπων – καταπληκτική.
Ο Γκέργκιεφ επέλεξε το πρόγραμμα – έργα του Γ.Σ Μπαχ, του Προκόφιεφ και του Ροντιόν Σεντρίν – για τον αισιόδοξο χαρακτήρα του. Στη σύντομη ομιλία του πριν από την έναρξη ο 63χρονος μαέστρος έκανε λόγο για νίκη του πολιτισμού έναντι της βαρβαρότητας προτού δώσει τη «σκυτάλη» στον Πούτιν, ο οποίος απευθύνθηκε στους παριστάμενους μέσω βίντεο. Ο ρώσος πρόεδρος ευχαρίστησε τους μουσικούς και χαρακτήρισε τη συναυλία «ελπίδα για την αναγέννηση της Παλμύρας ως κληρονομιάς ολόκληρης της ανθρωπότητας αλλά και ως ελπίδας ότι ο σύγχρονος πολιτισμός θα απελευθερωθεί από τη φρικτή ασθένεια, τη διεθνή τρομοκρατία».
Στον αντίποδα των παραπάνω, ο βρετανός υπουργός Εξωτερικών χαρακτήρισε τη συναυλία «κακόγουστη προσπάθεια να μετατοπιστεί η προσοχή από τους ανθρώπους που υποφέρουν στη Συρία» και πρόσθεσε ότι την ίδια μέρα, ένας βομβαρδισμός κυβερνητικών δυνάμεων σε στρατόπεδο προσφύγων έγινε αιτία να χάσουν τη ζωή τους 28 άτομα.
Την επαύριον της συναυλίας, πάντως, διάσημοι ρώσοι καλλιτέχνες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και όχι μόνο διακήρυτταν τον ενθουσιασμό τους για το γεγονός ότι ο πρόεδρος της χώρας τους θέλησε να γιορτάσει την απελευθέρωση της Παλμύρας από το Ισλαμικό Κράτος με μια συναυλία κλασικής μουσικής. Μέσα από αυτό το πρίσμα δεν είναι λίγοι όσοι πιστεύουν ότι μια τέτοια αντιμετώπιση παραπέμπει στην πεποίθηση της σταλινικής περιόδου ότι η κυβέρνησή τους είναι «μοναδικά πολιτισμένη» καθώς τοποθετεί την κουλτούρα στο επίκεντρο της κρατικής προπαγάνδας. Και ο Γκέργκιεφ, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο συλλογισμό, είναι «πρόθυμο όργανο».
Υποστήριξη και αντιδράσεις


Για τη στενή φιλική σχέση του Γκέργκιεφ με τον Πούτιν έχουν χυθεί τόνοι μελανιού στον διεθνή Τύπο. Ο μαέστρος είναι σταθερός υποστηρικτής του προέδρου από τις αρχές, κιόλας, της πολιτικής του διαδρομής στην Αγία Πετρούπολη, έχοντάς του προσφέρει ανοιχτά την υποστήριξή του σε κάθε «ακανθώδες» θέμα. Για το γεγονός αυτό έχει ανταμειφθεί στη Ρωσία αλλά έχει προκαλέσει αντιδράσεις στη Δύση. Προ διετίας, μάλιστα, οι συναυλίες του τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη διακόπτονταν συχνά από ακτιβιστές.
Αναφορικά με την Παλμύρα, δεν είναι η πρώτη φορά που ο Γκέργκιεφ δίνει συναυλία σε ένα μέρος όπου οι Ρώσοι έχουν διεξαγάγει προσφάτως στρατιωτικές επιχειρήσεις. Τον Αύγουστο του 2008, η εμφάνισή του στο Τσινβάλι, η οποία οργανώθηκε προκειμένου να εορταστεί η νίκη της Ρωσίας στον σύντομο πόλεμο με την πρώην σοβιετική δημοκρατία της Γεωργίας με αντικείμενο τη Νότια Οσετία, έγινε αντικείμενο σφοδρής κριτικής. Το ίδιο και η ένθερμη υποστήριξη που προσέφερε στον Πούτιν επάνω στο θέμα της Κριμαίας.
Σε τι βαθμό, άραγε, οι κοινωνικοπολιτικές απόψεις ενός καλλιτέχνη επηρεάζουν την τέχνη και, κατ’ επέκταση, την υστεροφημία του; Επιχειρώντας να απαντήσει στο παραπάνω ερώτημα η μουσικοκριτικός της εφημερίδας «Washington Post» Αν Μιτζέτ διατύπωνε λίγο παλαιότερα μια ενδιαφέρουσα άποψη. Σύμφωνα με αυτήν, ο αστικός μύθος που περιβάλλει τη λεγόμενη κλασική μουσική βάσει του οποίου το είδος είναι κάτι «υψηλότερο, καλύτερο και ευγενέστερο από πολλά άλλα πράγματα στη ζωή» έχει ενδεχομένως οδηγήσει στην άποψη ότι οι μουσικοί οφείλουν να εκφράζουν πάντα το καλό και το δίκαιο. «Οταν αποτυγχάνουν να ταυτιστούν με το κοινό συναίσθημα», έγραφε, «προκαλούν συχνά σύγχυση και κατακραυγή».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο 35χρονος μαέστρος Γκουστάβο Ντουνταμέλ. Γέννημα-θρέμμα του πολυσυζητημένου El Sistema της Βενεζουέλας – του γνωστού παγκοσμίως, πλέον, προγράμματος που έχει ως σκοπό να βελτιώσει τη ζωή παιδιών από υποβαθμισμένες, κυρίως, περιοχές της χώρας μέσω της μουσικής -, ανελίχθηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο παγκόσμιο στερέωμα, με αποκορύφωμα τη θέση του μουσικού διευθυντή της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λος Αντζελες.
Την Πρωτοχρονιά του 2017, μάλιστα, ο Ντουνταμέλ θα διευθύνει την περίφημη συναυλία της Φιλαρμονικής της Βιέννης, το δημοφιλέστερο μουσικό γεγονός παγκοσμίως. Παρά την εκτόξευσή του, ωστόσο, ο Ντουνταμέλ διατηρεί πάντα στενές σχέσεις με την Ορχήστρα Simon Bolivar, το σημαντικότερο επίτευγμα του El Sistema, την οποία διευθύνει συχνά στη χώρα του.
Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν, προ διετίας, βρέθηκε στο στόχαστρο εξαιτίας συναυλίας που έδωσε την επαύριον της αιματηρής καταστολής από την κυβέρνηση Μαδούρο λαϊκής εξέγερσης ενάντια στην έλλειψη αγαθών και στην άνοδο του πληθωρισμού στη χώρα. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντίδραση της συμπατριώτισσάς του πιανίστριας Γκαμπριέλα Μοντέρο, η οποία απηύθυνε ανοιχτή επιστολή τόσο στον Ντουνταμέλ όσο και στον Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου, ιδρυτή του El Sistema, υποστηρίζοντας πως οι ηγέτες του εν λόγω προγράμματος «έχουν την ηθική υποχρέωση να μιλήσουν και να ρισκάρουν ό,τι είναι ανάγκη προκειμένου να αντισταθούν στη δικτατορία που μας καταπιέζει».
Από την πλευρά του ο Ντουνταμέλ απάντησε με μια σύντομη δήλωση: «Η μουσική μας αντικατοπτρίζει την παγκόσμια γλώσσα της ειρήνης. Γι’ αυτό θρηνούμε για τα χθεσινά γεγονότα. Με τη μουσική και με τα όργανα στα χέρια, διατρανώνουμε το «όχι» στη βία και το «ναι» στην ειρήνη». Ωστόσο, δεν έκανε συγκεκριμένη αναφορά στην κυβέρνηση Μαδούρο ούτε στις έξι προηγούμενες οι οποίες χρηματοδότησαν το El Sistema από την ίδρυσή του το 1975 και μετά.
Με άλλη επιστολή, όμως, που απέστειλε στη διοίκηση της Φιλαρμονικής του Λος Αντζελες υπογράμμιζε ότι δεν μπορεί να αφήσει το El Sistema να γίνει «θύμα της πολιτικής»…
Παρεξηγήσεις και κίνδυνοι


Μιλώντας γενικότερα, η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν αρκετοί μουσικοί οι οποίοι χρησιμοποιούν την αναγνωρισιμότητά τους προκειμένου να μιλήσουν για κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα: χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ντάνιελ Μπαρενμπόιμ με την Ορχήστρα West-Eastern Divan, η οποία αποτελείται από νέους ισραηλινούς και άραβες μουσικούς. Αναφερόμενη στο θέμα της υστεροφημίας, η Μιτζέτ υποστηρίζει πως αναμφίβολα τα πράγματα δεν είναι τόσο δύσκολα όσο η σύγχρονη δημόσια κριτική, η οποία τείνει να δυσφημεί ό,τι είναι εύκολο – αναφέρει ενδεικτικά τη σοπράνο Ζερμέν Λουμπέν, η καριέρα της οποίας διακόπηκε εξαιτίας της διαθεσιμότητάς της να δίνει συναυλίες για τους Ναζί στη διάρκεια της γαλλικής κατοχής – και να κάνει «στραβά μάτια» σε άλλες περιπτώσεις: σε αυτή του Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, ας πούμε. Συνακόλουθα, είναι έτοιμη να επιβραβεύσει μουσικούς οι οποίοι έχουν κάνει «σωστές» επιλογές.
Οπως, τον Κουρτ Μαζούρ, ο οποίος παρότι επί σειρά ετών συνεργάστηκε στενά και επιτυχημένα με τις αρχές της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, αργότερα συντάχθηκε με την κοινή απαίτηση της μη βίας η οποία συνέβαλε στο να παραμείνουν τα γεγονότα που οδήγησαν στην πτώση του Τείχους του Βερολίνου ειρηνικά. Μέσα από αυτό το πρίσμα, κάποιοι πιστεύουν ότι η στάση του αυτή στάθηκε καθοριστική στο να κερδίσει αργότερα τη θέση του μουσικού διευθυντή της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης, σε έναν βαθμό χάρη στη νεοαποκτηθείσα ιδιότητά του ως κήρυκα της ελευθερίας…
Ωστόσο, η πολιτική σκηνή δεν είναι δεδομένη «πλατφόρμα» για κάθε καλλιτέχνη και αυτοί οι οποίοι αποφασίζουν να την προσεγγίσουν αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να παρεξηγηθούν οι όποιες καλές προθέσεις τους. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί κανείς να θυμηθεί την αμφιλεγόμενη συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης υπό τον Λόριν Μααζέλ το 2008. Επρόκειτο, άραγε, για μια ευγενική κίνηση στο πλαίσιο της πολιτιστικής διπλωματίας ή προσέφερε «άλλοθι» σε ένα τυραννικό καθεστώς;
Αμερικανική Επανάσταση και Μάο
Το θέμα «μουσική και πολιτικές εχθροπραξίες» επανέρχεται σταθερά μέσα στον χρόνο ως μέσο για να απευθυνθεί κανείς στοχευμένα στο λεγόμενο ευρύ κοινό προκειμένου να μεταδώσει κάποιο συγκεκριμένο πολιτικό μήνυμα. Από την Αμερικανική Επανάσταση ως τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και από εκεί ως τις ημέρες μας, τα παραδείγματα είναι ουκ ολίγα. Χαρακτηριστική περίπτωση κατανόησης της μεγάλης δύναμης της μουσικής στη διάδοση του πολιτικού της μηνύματος ήταν η ναζιστική Γερμανία. «Η μουσική επηρεάζει την καρδιά και τα αισθήματα περισσότερο από τη διανόηση» δήλωνε χαρακτηριστικά ο διαβόητος υπουργός Προπαγάνδας Γιόζεφ Γκέμπελς. Οι χώρες του πάλαι ποτέ Ανατολικού Μπλοκ, με πρώτη την πρώην Σοβιετική Ενωση, χρησιμοποίησαν επίσης τη μουσική προκειμένου να διαδώσουν το μήνυμα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Στην Κίνα του Μάο, τέλος, ο ίδιος πίστευε ότι ήταν σημαντικό να «επιστρατεύσει» την εθνική μουσική προκειμένου να «επανεκπαιδεύσει» τον κινεζικό λαό ώστε να αποδεχθεί τις κομμουνιστικές μεταρρυθμίσεις. «Στη μουσική μπορείς να εφαρμόσεις αποδεκτές ξένες αρχές και να χρησιμοποιήσεις ξένα μουσικά όργανα» είχε δηλώσει κάποτε. «Ωστόσο υπάρχουν κάποια εθνικά χαρακτηριστικά. Οι τέχνες δεν είναι άσχετες με τα έθιμα, τα αισθήματα, ακόμη και με τη γλώσσα ενός λαού, την ιστορία ενός έθνους».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk