Η έκπληξη του «Βαφτιστικού»

Οταν ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Μύρων Μιχαηλίδης τηλεφώνησε στον Σίμο Κακάλα

Οταν ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Μύρων Μιχαηλίδης τηλεφώνησε στον Σίμο Κακάλα και του πρότεινε να αναλάβει τη σκηνοθεσία του «Βαφτιστικού», εκείνος δεν το σκέφθηκε πολύ: είπε το «ναι» αμέσως. Αγαπά το συγκεκριμένο έργο με τα πασίγνωστα τραγούδια και ντουέτα, ενώ η οπερέτα γενικότερα είναι ένα είδος που τον ενδιαφέρει. Πρόκειται για την πρώτη συνεργασία του με την ΕΛΣ και στο πλαίσιο αυτό η πρεμιέρα της νέας παραγωγής της δημοφιλέστερης δημιουργίας του Θεόφραστου Σακελλαρίδη αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο στην κατεύθυνση της ανανέωσης της αθηναϊκής οπερέτας όσο και στην αποκατάσταση της σχέσης της με το νεανικό – και όχι μόνο – κοινό.

«Διάβασα και πάλι το έργο, άκουσα ξανά τη μουσική και αποφάσισα να πατήσω επάνω στην κλασική δομή του»
λέει ο σκηνοθέτης, ο οποίος από την «Γκόλφω» του 2004, οπότε και τον γνωρίσαμε, ως τον «Ορέστη» στην Επίδαυρο έχει καταφέρει να αποτυπώσει το προσωπικό του, αναγνωρίσιμο στίγμα στο θέατρο. Συνεχίζει λέγοντας ότι γενικότερα στη δουλειά του κατευθύνεται από το έργο: τις ανάγκες αλλά και τις δυνατότητές του. «Εν προκειμένω έχουμε να κάνουμε με μια πολύ καλογραμμένη κωμωδία με εξαιρετικούς ρυθμούς και υπέροχη μουσική. Αυτό από μόνο του είναι κάτι ενδιαφέρον. Στη σημερινή εποχή διψάμε για σημειολογία. Αναζητούμε κρυμμένα νοήματα, σκοπούς, θέλουμε να βρούμε το τι προσπαθεί να πει ο δημιουργός κάτω από τις γραμμές. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια τέτοια περίπτωση. Εννοείται, βέβαια, ότι υπάρχει μια σχέση. Η ιστορία της κωμωδίας στην Ελλάδα είναι συγκεκριμένη, έχει κάποιες παραδόσεις, ορισμένα πράγματα που μας αρέσουν και επιβίωσαν στον ελληνικό κινηματογράφο τη λεγόμενη χρυσή εποχή του».
Η εκδίκηση της κωμωδίας


Ο σκηνοθέτης σημειώνει ότι η φάρσα και η κωμωδία τύπων ακόμη και σήμερα θεωρούνται κατώτερο είδος, λίγο παραδίπλα από την επίσημη τέχνη. Δεν θα δει κανείς έναν κωμικό να βραβεύεται εύκολα και ειδικά όταν προέρχεται απ’ αυτή την οικογένεια θεάματος. «Βέβαια, όση εκτίμηση φαίνεται να χάνει τόσο κερδίζει σε λαϊκή απήχηση και εκεί μάλλον το είδος παίρνει την εκδίκησή του. Η κωμωδία βασίζεται στα στερεότυπα, χρησιμοποιεί τα στερεότυπα και την κριτική ματιά προς αυτά. Μοιάζει να τρέφεται από αυτά. Ολη η κωμωδία είναι βασισμένη στην κριτική και όταν αναρωτιόμαστε – κάτι που γίνεται όλο και συχνότερα τελευταία – αν η κωμωδία έχει όρια, η απάντηση είναι μόνο μία: δεν έχει κανένα όριο, της επιτρέπεται να ξεπερνά τα όρια ή, θα έλεγα καλύτερα, είναι υποχρεωμένη για το καλό όλων να τα ξεπερνά. Αυτό, βέβαια, μόνο όταν η κωμωδία είναι πραγματικά ελεύθερη και κυρίως ανεξάρτητη».
Μέσα από αυτό το πρίσμα ο Σίμος Κακάλας επισημαίνει πως σιγά-σιγά έχουμε μάθει να προσέχουμε τα αστεία μας ώστε να μην προσβάλλουν την τάδε ή τη δείνα κοινωνική ομάδα, κάτι το οποίο δεν είναι σίγουρα κακό. Το κωμικό όμως ασφυκτιά όταν βρίσκεται μέσα σε τέτοια πλαίσια, δεν γίνεται να λειτουργήσει. Οι άνθρωποι, ανεξαιρέτως χρώματος, ιδιότητας ή ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, δεν παύουν να είναι άνθρωποι. Και οι άνθρωποι κάνουν λάθη, κυβερνώνται από μικρότητες, εγωισμούς και άλλα αξιοκατάκριτα.
Αστική και λαϊκή κουλτούρα


Αναφερόμενος στον εμφανή έπειτα από όλα αυτά προσανατολισμό της παράστασης, λέει πως το κωμικό είδος απαιτεί ταχύτητα, ακρίβεια και οξυδέρκεια, στοιχεία που αποτελούσαν πάντα πρόκληση τόσο για τον περφόρμερ όσο και για τον σκηνοθέτη. Πόσο διαφορετική βρίσκει άραγε τη σκηνοθεσία ενός μουσικού έργου από το θέατρο πρόζας; «Σε κάποια πράγματα είναι πολύ διαφορετικό, σε κάποια άλλα όχι» απαντά. «Αυτό που μ’ ενδιαφέρει πολύ και στην οπερέτα αλλά και στην όπερα είναι ότι πρόκειται για καθαρή σύμβαση. Kαι με αυτό εννοώ οτιδήποτε χρησιμοποιεί καθαρούς σκηνικούς όρους για να υπάρξει. Μια ερωτική εξομολόγηση, ας πούμε, ή οι είσοδοι και οι έξοδοι, πράγματα που συναντάμε και στον Σαίξπηρ αλλά και στην αρχαία τραγωδία. Μιλάμε για το πλαίσιο, μια συμφωνία με τον θεατή».
Σχεδόν έναν αιώνα – 98 χρόνια, για την ακρίβεια – από την πρώτη του παρουσίαση και 70 χρόνια μετά την ένταξή του στο ρεπερτόριο της ΕΛΣ, ο «Βαφτιστικός» διατηρεί τον τίτλο της πιο δημοφιλούς οπερέτας. Η πρόζα και οι στίχοι των τραγουδιών (ανάμεσά τους τα πασίγνωστα «Ψηλά στο μέτωπο», «Τον καιρό εκείνο τον παλιό» κ.ά.) είναι του ίδιου του Σακελλαρίδη. Το έργο εντάσσεται στην πρώτη δημιουργική περίοδο του συνθέτη η οποία χαρακτηρίζεται από την υπαγωγή του στα βιεννέζικα πρότυπα οπερετικής δημιουργίας. Στο πλαίσιο αυτό τα μουσικά νούμερα του έργου (βαλς, μαζούρκα, πόλκα και τανγκό) αλλά και η άρθρωσή τους στη μουσική δραματουργία ακολουθούν το βιεννέζικο πρότυπο.
Η υπόθεση αφηγείται μια σειρά παρεξηγήσεις που προκύπτουν όταν ο Πέτρος Χαρμίδης, στρατιώτης στο μέτωπο και σύζυγος της Κικής, αποφασίζει να υποδυθεί τον βαφτιστικό της Βιβίκας, τον οποίο εκείνη δεν θυμάται οπτικά, και με αυτή την ιδιότητα να την επισκεφθεί στο σπίτι όπου μένει με τον σύζυγό της. Εκεί όμως φιλοξενείται συμπτωματικά και η φίλη της, η Κική.
Η δημοφιλία του «Βαφτιστικού» αποτυπώνεται στις εκατοντάδες παραστάσεις του έργου που έχουν δοθεί στο πέρασμα του χρόνου: σε ό,τι αφορά τη Λυρική, από το 1946 που πρωτοπαρουσιάστηκε από τον Οργανισμό στο Θερινό Θέατρο Λεωφόρου Αλεξάνδρας, έχει παρουσιαστεί σε 33 από τις 76 καλλιτεχνικές περιόδους της ιστορίας της. Το έργο καταγράφηκε άμεσα στον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό ως αναμφισβήτητο κομμάτι της αστικής κουλτούρας. Στη συνέχεια, όπως ορθά είχαν προβλέψει οι χρονογράφοι και οι κριτικοί της εποχής του, πέρασε πολύ σύντομα από τη σκηνή του θεάτρου στο αστικό σαλόνι και το μικροαστικό ταβερνείο, όπου αυτονομημένα από το έργο τα μουσικά νούμερα έκαναν σπουδαία καριέρα εντάσσοντας τον «Βαφτιστικό» από την εποχή του ακόμη στο πεδίο της λαϊκής κουλτούρας.
Στη νέα παραγωγή της ΕΛΣ, που κάνει πρεμιέρα στις 13 Μαΐου (παραστάσεις και στις 14, 15, 18, 20, 21 και 22/5 στο θέατρο Ολύμπια), την ευθύνη της μουσικής διεύθυνσης έχουν ο Γιώργος Αραβίδης και ο Ανδρέας Πυλαρινός. Το σκηνικό – μια βίλα στην Κηφισιά της δεκαετίας του 1920 – υπογράφει ο Αντώνης Δαγκλίδης, τα κοστούμια η Κλερ Μπρέισουελ, τους φωτισμούς ο Περικλής Μαθιέλλης και τη χορογραφία η Ιρίνα Ακριώτη-Κολιουμπάκινα. Στο καστ της παραγωγής συμμετέχουν καταξιωμένοι πρωταγωνιστές της ΕΛΣ (Γιάννης Χριστόπουλος, Σταμάτης Μπερής, Τζίνα Πούλου, Δέσποινα Σκαρλάτου) αλλά και νεότεροι μονωδοί (Αννα Στυλιανάκη, Δημήτρης Πακσόγλου, Διαμάντη Κριτσωτάκη).
Πώς αντιμετωπίζει, άραγε, ο Σίμος Κακάλας την προοπτική να συνεχίσει στο μουσικό θέατρο; Θα ήθελε, για παράδειγμα, να σκηνοθετήσει μια όπερα; «Αυτές οι ερωτήσεις μου δημιουργούν κάποια αμηχανία» παραδέχεται. «Αυτή τη στιγμή είμαι γοητευμένος από την επαφή και πράγματι θα ήθελα να συνεχίσω. Δεν το έχω όμως πολύ συγκεκριμένο στο μυαλό μου. Είναι κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που έχω συνηθίσει να κάνω. Μια πρόκληση που με ενδιαφέρει πολύ και με κρατά ξύπνιο τα βράδια».

πότε & πού:

Ο «Βαφτιστικός» κάνει πρεμιέρα στις 13/5 στο θέατρο Ολύμπια (Ακαδημίας 59). Παραστάσεις και στις 14, 15, 18, 20, 21 και 22/5. Στις 20.00.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk