• Αναζήτηση

Χέρμαν Μέλβιλ: Αλλόκοτες ιστορίες

Στην Ιστορία της λογοτεχνίας των ΗΠΑ του Πανεπιστημίου Columbia πέντε είναι οι συγγραφείς που αντιπροσωπεύουν την «Αμερικανική Αναγέννηση»

Χέρμαν Μέλβιλ
Τα μαγεμένα νησιά
Μετάφραση Γιώργος Μπαρουξής.
Εκδόσεις Ποικίλη Στοά, 2016,
σελ. 158, τιμή 11 ευρώ

Στην Ιστορία της λογοτεχνίας των ΗΠΑ του Πανεπιστημίου Columbia πέντε είναι οι συγγραφείς που αντιπροσωπεύουν την «Αμερικανική Αναγέννηση» και που για τον καθένα αφιερώνεται χωριστό κεφάλαιο: ο Εμερσον, ο Θορό, ο Χόθορν, ο Γουίτμαν και ο Μέλβιλ. Το πόσο μεγάλος συγγραφέας είναι ο τελευταίος το αναγνωστικό κοινό της χώρας μας το συνειδητοποίησε κάπως αργά, μόλις στη δεκαετία του 1980, όταν εξεδόθη το αριστούργημά του Μόμπι Ντικ ή Η φάλαινα (ένα από τα μεγαλύτερα μυθιστορήματα όλων των εποχών) σε μετάφραση Α.Κ. Χριστοδούλου. Αλλά δεν θα το θεωρούσαμε ανεξήγητο αν μάλιστα λαμβάναμε υπόψη πως όταν πρωτοκυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 1851 πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Επρεπε να περάσει μισός αιώνας και πλέον για να καθιερωθεί ο Μέλβιλ ως μεγάλος συγγραφέας στη χώρα του. Και πολλά χρόνια ακόμη για να συμβεί το ίδιο και στην Ευρώπη.

Τα Ενκαντάδας ή Μαγεμένα νησιά είναι μια σπονδυλωτή νουβέλα σε δέκα επεισόδια (ή σκίτσα) που προσφέρει στους νεότερους αναγνώστες τη δυνατότητα να εκτιμήσουν «εξ όνυχος τον λέοντα», όπως λέει η κοινοτοπία. Κυκλοφόρησε τρία χρόνια μετά τον Μόμπι Ντικ, δεν ανήκει στα γνωστότερα έργα του αλλά και δεν παύει να είναι ένα αφήγημα πρώτης γραμμής που όχι μόνο συναρπάζει τον αναγνώστη αλλά και μπορεί να διαβαστεί πάνω από μία φορά.
Τα Ενκαντάδας (που τα ξέρουμε με το άλλο τους ισπανικό όνομα: Γκαλαπάγκος) είναι νησιά των Νότιων Θαλασσών τα οποία τέμνονται από τον Ισημερινό και ο Μέλβιλ τα χαρακτηρίζει «μαγεμένα» (κι όχι μαγικά, βέβαια) επειδή τα στοιχειώνει η απόλυτη ερημιά, επειδή «εκεί δεν υπάρχει ποτέ αλλαγή», ούτε καν η αλλαγή των εποχών. Δεν κατοικούνται, δεν μπορούν να κατοικηθούν. Συνιστούν μια σειρά από τοπία καταστροφής που έχουν παγώσει στον χρόνο και όπως λέει ο συγγραφέας «μοιάζουν με μήλα των Σοδόμων αφότου τα άγγιξε κάποιος». Ορθώς ο μεταφραστής παραθέτει σε υποσημείωση ότι πρόκειται για καρπό που σύμφωνα με τον Ιώσηπο όταν τον αγγίζει κανείς καταρρέει και μετατρέπεται σε στάχτη.
Η παραπάνω παρομοίωση (μία από πολλές παρόμοιες που συναντά ο αναγνώστης) είναι χαρακτηριστική της σκοτεινής μεταφυσικής που διατρέχει το σύνολο του έργου του Μέλβιλ, μεταφυσικής που αποκτά δραματικές ως βιβλικές διαστάσεις και ορίζει σε μεγάλο βαθμό το ύφος του και την άφθαστη ποιητικότητά του. Ο Μέλβιλ έγραψε και ποιήματα – πολλά από αυτά πρώτης γραμμής. Δεν είναι τυχαίο που στα δέκα από τα δώδεκα σκίτσα της νουβέλας του προτάσσει κι ένα μότο, απόσπασμα από την τεράστια ποιητική σύνθεση του ελισαβετιανού Χέρμπερτ Σπένσερ The Faerie Quenne (Η νεραϊδοβασίλισσα) η οποία αποτελείται από δώδεκα βιβλία και υπερβαίνει τις 800 σελίδες. (Τα μότο στα υπόλοιπα δύο σκίτσα είναι από άλλα ποιήματα του Σπένσερ.) Ο Γιώργος Μπαρουξής τα μετέφρασε αριστοτεχνικά, όπως και το κείμενο του Μέλβιλ.

Παλαιά Διαθήκη και Σαίξπηρ

Τα νησιά πρωταγωνιστούν εδώ ή πιο σωστά οι ιστορίες που τα στοιχειώνουν. Ο Μέλβιλ συνδυάζει στις αφηγήσεις του την ποίηση των περιγραφών μαζί με τις σκληρές και κατά κανόνα αλλόκοτες ιστορίες όσων παρελαύνουν στις σελίδες του. Ιστορίες σαν κι εκείνες, φαντάζεται ο αναγνώστης, που θα έλεγαν οι ναυτικοί εκείνης της εποχές καθισμένοι τα βράδια στις κουβέρτες των πλοίων τους.
Καθώς η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο, αυτή η νουβέλα έχει και τον χαρακτήρα χρονικού και ημερολογίου, περιστατικών και εσωτερικής ζωής που την κατευθύνει μια παρανοϊκή πυξίδα η οποία σημαδεύει μια χώρα σκιών και φαντασμάτων. Οπου οι θαλάσσιες χελώνες είναι πλάσματα ενός άλλου κόσμου, μυστήριες, δαιμονικές, λες και δεν τις έχει γεννήσει η φύση αλλά το υποσυνείδητο.
Στο ύφος του Μέλβιλ κι εδώ, όπως και στον Μόμπι Ντικ, διακρίνουμε απηχήσεις από την Παλαιά Διαθήκη. Ο λόγος είναι υπερυψωμένος και σε πολλά σημεία μοιάζει με εξορκισμό. Απηχήσεις όμως υπάρχουν και από τον Σαίξπηρ. Εμφανέστατα μάλιστα στο ένατο σκίτσο, το οποίο λειτουργεί ως αυτόνομο διήγημα, όπου εμφανίζεται και ο πλέον έκτυπος χαρακτήρας της νουβέλας, ο ερημίτης Ομπερλους, ένας κακότροπος και τυραννικός γέρος, ένας «αγριάνθρωπος» που πριν από μισό αιώνα λιποτάκτησε από το πλοίο του και κατέφυγε σε κάποιο από τα νησιά. Ενα «ηφαιστειακό πλάσμα», που απολάμβανε τη «μισανθρωπική του ανεξαρτησία» η οποία τον έκανε να νιώθει σπουδαίος: ότι κυριαρχούσε στον περίγυρό του. Είναι ένας Κάλιμπαν του 19ου αιώνα (οι περιγραφές εδώ σε πολλά θυμίζουν την Τρικυμία του Σαίξπηρ, αλλά ανεστραμμένη). Ο Μέλβιλ μας το λέει καθαρά: «»Aυτό το νησί είναι δικό μου από τη Σύκοραξ (σ.σ.: δηλαδή τη Συκόραξα της σαιξπηρικής Τρικυμίας), τη μητέρα μου» μονολόγησε ο Ομπερλους, κοιτάζοντας άγρια τριγύρω τη σκληρή μοναξιά του».

Κοσμική παράνοια

Ο Μέλβιλ γνώρισε τη ζωή της θάλασσας από πρώτο χέρι, αφού είχε μπαρκάρει από νέος και πέρασε μεγάλο διάστημα ως ναύτης σε φαλαινοθηρικά πλοία. Διαβάζοντας κανείς αυτή τη νουβέλα θα μπορούσε να τη θεωρήσει και ως ένα είδος εκτενούς υποσημείωσης στον Μόμπι Ντικ, μολονότι κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο, αφού πρόκειται για αυτόνομο έργο. Αν ο δράκος της θάλασσας είναι στο αριστούργημά του η λευκή φάλαινα, εδώ την έχει αντικαταστήσει η χελώνα: λιγότερο επιβλητική αλλά επίσης δαιμονοποιημένη – σε χαμηλή, φυσικά, κλίμακα. Και βεβαίως την κοσμική παράνοια που στοιχειώνει τον καπετάνιο Αχαμπ στον Μόμπι Ντικ τη συναντούμε και σε αυτό το βιβλίο, στο πρόσωπο του Ομπερλους.
Λέγεται ότι η «ανακάλυψη» του Χόθορν από τον Μέλβιλ τον Αύγουστο του 1850 υπήρξε καθοριστική για τη συγγραφική του ωριμότητα, ας πούμε όσον αφορά το οντολογικό περιεχόμενο των έργων που έγραψε από τότε και εξής, συμπεριλαμβανομένων των Μαγεμένων νησιών. Με τη διαφορά φυσικά ότι ο Μέλβιλ είναι ανώτερος συγγραφέας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Βιβλία
Σίβυλλα
Helios Kiosk