Ρωμαίος και Ιουλιέτα μακριά από τον Σαίξπηρ

Το σκάνδαλο είναι άραγε αναγκαίο προκειμένου να δικαιολογήσει ένας σκηνοθέτης όπερας την ύπαρξή του;

Το σκάνδαλο είναι άραγε αναγκαίο προκειμένου να δικαιολογήσει ένας σκηνοθέτης όπερας την ύπαρξή του; Το πείραμα, έστω ενδιαφέρον, αποτελεί αυτοσκοπό ακόμη κι αν έχει να κάνει ελάχιστα με το ίδιο το έργο; Η μόδα είναι ο απόλυτος οδηγός; Και πρέπει τάχα να υποκύψει οπωσδήποτε στον πειρασμό της μεταφοράς για να καταφέρει να αγγίξει τον σύγχρονο θεατή; Η σκηνοθεσία της όπερας «Καπουλέτοι και Μοντέκκοι» του Μπελίνι που παρουσιάζεται σε μερικές ημέρες από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών δίνει την ευκαιρία στον Αρνό Μπερνάρ να θέσει ερωτήματα που έχουν να κάνουν με την ίδια τη φύση της δουλειάς του. Και, φυσικά, να δώσει απαντήσεις…
Ο γάλλος σκηνοθέτης έχει εργαστεί επανειλημμένως στη χώρα μας. Πριν από μερικά χρόνια παρουσίασε μια αριστουργηματική «Θαΐδα» του Μασνέ στο Μέγαρο και λίγο αργότερα τον γοητευτικό «Μαγικό Αυλό» του Μότσαρτ στη Λυρική, μια ιδιαίτερα δημοφιλή παραγωγή με την αναβίωση της οποίας άνοιξε εφέτος η σεζόν στο θέατρο «Ολύμπια». Η συνάντησή μας έγινε πριν από δέκα ημέρες, ένα βροχερό απομεσήμερο, μετά το τέλος της πρόβας του. Μιλήσαμε για όλα: για την επίσκεψη του γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ που εκείνη την ώρα βρισκόταν ακόμη στην Αθήνα, για την κρίση στην Ευρώπη γενικά και στις δύο χώρες ειδικότερα, για την ανάγκη «να μείνουμε όλοι ενωμένοι» στη Γηραιά Ηπειρο, όπως χαρακτηριστικά μου είπε, δηλώνοντας παράλληλα υπερήφανος για την ευρωπαϊκή του ταυτότητα.
Πάθος και ένταση


Μιλάει με πάθος και ένταση. Χρησιμοποιεί τα χέρια για να τονίσει τα λόγια του, η ματιά του είναι ευθεία και διαπεραστική. Περνά με μεγάλη ευκολία από τη μητρική του γλώσσα στα αγγλικά και στα ιταλικά… Τον ρωτώ τι πιστεύει ότι μπορεί να προσφέρει η Οπερα σε μια εποχή σκοτεινή και αβέβαιη σαν τη σημερινή. «Το δικαίωμα στο όνειρο» απαντά και κάπου εκεί ξαναπιάνουμε το νήμα των «Καπουλέτων». Ο γάλλος σκηνοθέτης θεωρεί πως ο νεωτερισμός βρίσκεται αλλού και όχι στα κλισέ που έχουμε συνηθίσει τις τελευταίες δεκαετίες. Γι’ αυτό και στο συγκεκριμένο ανέβασμα αναζητεί την ελαφράδα της αφήγησης και τη νοσταλγική διαφάνεια του ονείρου και της ψευδαίσθησης…
Η χλωμή και ο άτολμος


«Το να σκηνοθετήσω αυτή την όπερα ήταν ένα στοίχημα και ταυτόχρονα μεγάλη χαρά» λέει ο Αρνό Μπερνάρ. Χαρακτηρίζει τη μουσική του Μπελίνι ένα από τα απόλυτα αριστουργήματα του μπελκάντο. Το λιμπρέτο όμως του Φελίτσε Ρομάνι θεωρεί πως δεν είναι του ιδίου επιπέδου, είναι κάπως αδύναμο. «Είμαστε μακριά από τον Σαίξπηρ αλλά και από τον Γκουνό, το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του οποίου έχω σκηνοθετήσει αρκετές φορές» εξηγεί στη συνέχεια. «Στην προκειμένη περίπτωση το ποιητικό κείμενο είναι εξαιρετικά τεχνητό: λείπουν ο ρεαλισμός και οι εντάσεις… Κανένας αγώνας, ελάχιστη επιθυμία, ελάχιστος ερωτισμός, καμία ωμότητα, καμία πρόκληση, καμία συναισθηματική έκρηξη. Οι συγκρούσεις περιορισμένες στο ελάχιστο και παρουσιασμένες ατελώς, οι αντιπαραθέσεις ελάχιστες. Σε αντίθεση με εκείνη του Σαίξπηρ, η Ιουλιέτα του Ρομάνι είναι χλωμή και ο Ρωμαίος ελάχιστα θαρραλέος και τολμηρός».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν πώς μπορεί ο σκηνοθέτης να συγκινήσει τον σημερινό θεατή, συνηθισμένο στον ρεαλισμό του κινηματογράφου και στη σκληρή πραγματικότητα της τηλεόρασης; «Το δίλημμα είναι προφανές» λέει ο Αρνό Μπερνάρ. «Θέλεις μια όπερα η οποία στηρίζεται αποκλειστικά στο ωραίο τραγούδι (bel canto) και το θεατρικό κομμάτι δεν έχει καμιά σημασία ή θέλεις να βρεις έναν τρόπο να αναδείξεις και το δεύτερο;».
Δράση σε μουσείο


Ο Αρνό Μπερνάρ θέλησε να βρει ένα κλειδί ανάγνωσης: να δημιουργήσει τις εντάσεις που μέσα στο ποιητικό κείμενο φαίνονται να μην υπάρχουν. Η όψη της παράστασης είναι κλασική, αλλά ο ίδιος θεωρεί το ανέβασμα πολύ μοντέρνο. Στη σύλληψή του οδηγήθηκε μέσα από μια σειρά ερωτήματα: Με ποιον τρόπο θα καθιστούσε θεατρικά πειστική την όπερα με σεβασμό σε αυτό το οποίο είναι; Πώς θα μπορούσε να εξυμνήσει τη μουσική επιχειρώντας μια ρωμαλέα ανάγνωση ενός αδύναμου ποιητικού κειμένου;
Μέσα από το πρίσμα αυτό λοιπόν οι χαρακτήρες του έργου ξεπηδούν μέσα από τους πίνακες ενός μουσείου με αναγεννησιακά έργα. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, περιπλανιόμαστε από αίθουσα σε αίθουσα του μουσείου ενώ οι ήρωες-φαντάσματα ζωντανεύουν και έρχονται αντιμέτωποι με τους σημερινούς χρήστες του χώρου. Με αυτόν τον τρόπο ο σκηνοθέτης επιχειρεί να συνδέσει τους ήρωες του Μπελίνι με τους θεατές του σήμερα. «Μιλάμε για ιστορική διαδρομή, διαδρομή ψυχολογική, διαδρομή προς το μαύρο του θανάτου» εξηγεί ο Αρνό Μπερνάρ. Η σκηνογραφία υποστηρίζει την πορεία αυτή: «Από το επιδεικτικό χρυσό του μεγαλείου περνάμε στο ζωηρό κόκκινο των εντάσεων και το τρεμάμενης λάμψης πράσινο του πάθους. Περνάμε μέσα από μυστικούς δρόμους και από το ένα δωμάτιο στο επόμενο χωρίς να σταματάμε τη μουσική, η οποία είναι πραγματικός μίτος της Αριάδνης για αυτή την όπερα: ενώνει τον τόπο, ενώνει τον χρόνο, ενώνει τη δράση».

Η μοίρα των «αιώνιων εραστών» της Βερόνας
Τη συνεργασία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με δύο σπουδαίους ιταλικούς οργανισμούς, την περίφημη Αρένα της Βερόνας και το ιστορικό Teatro La Fenice – το θέατρο όπου ανέβηκε για πρώτη φορά το συγκεκριμένο έργο το 1830 με μεγάλη επιτυχία – της Βενετίας, εγκαινιάζει η παραγωγή της όπερας του Μπελίνι «Καπουλέτοι και Μοντέκκοι». Η πρεμιέρα θα δοθεί στις 13 Νοεμβρίου στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (παραστάσεις και στις 14, 15, 18, 20 και 21/11) σε μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού. Πέρα από τον Αρνό Μπερνάρ που υπογράφει τη σκηνοθεσία, τα ατμοσφαιρικά σκηνικά είναι του Αλεσάντρο Κάμερα και τα κοστούμια της Κάρλα Ρικότι. Τους ρόλους ερμηνεύουν διακεκριμένοι μονωδοί, όπως οι Μαίρη-Ελεν Νέζη, Ειρήνη Καράγιαννη, Μιχαέλα Μάρκου, Ελενα Ξανθουδάκη, Γιάννης Χριστόπουλος, Αντώνης Κορωναίος, Τάσος Αποστόλου, Πέτρος Μαγουλάς και Διονύσης Τσαντίνης.
Η όπερα «Καπουλέτοι και Μοντέκκοι» παρουσιάζεται για πρώτη φορά από την Εθνική Λυρική Σκηνή και εξιστορεί την τραγωδία των «αιώνιων εραστών» της Βερόνας, του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, με το λιμπρέτο του Ρομάνι να εστιάζει στην τραγωδία του άτυχου έρωτα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας παρά σε αυτόν καθαυτόν τον έρωτά τους.
Αναφορικά με τα καθ’ ημάς, παραστάσεις του έργου αναφέρονται στην Κέρκυρα (1835) και στην Κεφαλλονιά (1841), όταν τα νησιά αυτά αποτελούσαν μέρος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων (1815-1864). Στην Αθήνα η όπερα παρουσιάστηκε το 1840, χρονιά κατά την οποία εγκαινιάστηκε το Θέατρο Αθηνών ή Μπούκουρα, η πρώτη κλειστή σκηνή της πρωτεύουσας του νεοσύστατου κράτους…

πότε & πού:

Η όπερα του Μπελίνι «Καπουλέτοι και Μοντέκκοι» θα παρουσιαστεί από την Εθνική Λυρική Σκηνή στις 13, 14, 15, 18, 20 και 21/11, στις 20.00, στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk