Γιατί η Ελλάδα υποβαθμίζει τα ελληνικά

Οι ανθρωπιστικές σπουδές υποχωρούν παγκοσμίως και οι Ελληνες θρηνούμε γι’ αυτό, γιατί – πώς να το κάνουμε;

Οι ανθρωπιστικές σπουδές υποχωρούν παγκοσμίως και οι Ελληνες θρηνούμε γι’ αυτό, γιατί – πώς να το κάνουμε; – καρδιά των ανθρωπιστικών επιστημών είναι οι ελληνικές σπουδές. Η συρρίκνωση των πρώτων συνεπάγεται και συρρίκνωση των δεύτερων. Δεν περιμέναμε όμως ότι αυτή η υποβάθμιση θα άρχιζε από το ίδιο μας το σπίτι.

Τέρμα πια τα εθιμοτυπικά πονηρά χάχανα των μαθητών κατά την ανάγνωση της μνημειώδους φράσης «Φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας…» από τον «Επιτάφιο» λόγο του Περικλή. Η μονόωρη διδασκαλία του καταργείται από το Πρόγραμμα Σπουδών Γενικής Παιδείας της Γ’ Λυκείου. Με τον «Επιτάφιο» θάβεται και μία ώρα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στην ίδια τάξη, με αποτέλεσμα το δίωρο μάθημα να περιορίζεται σε μία ώρα εβδομαδιαίως προκειμένου στη θέση του να διδαχθούν οι μαθητές Ιστορία των Κοινωνικών Επιστημών διότι «η προσθήκη του μαθήματος θα συμβάλει στην καλλιέργεια κριτικής σκέψης και θα δώσει ευκαιρίες και ερεθίσματα προβληματισμού στους νέους και νέες λίγους μήνες πριν από την απόκτηση του δικαιώματος της ψήφου».
Λογοτέχνες και φιλόλογοι εξανέστησαν. Με τα λόγια «»Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ Ελευθερία και Γλώσσα;» ρωτούσε ο Διονύσιος Σολωμός. Επειδή όχι μόνο χωρίς Ελευθερία κινδυνεύει η Γλώσσα, αλλά επειδή και χωρίς Γλώσσα κινδυνεύει η Ελευθερία», η Εταιρεία Συγγραφέων δημοσιοποίησε την αντίθεσή της στη συρρίκνωση των ωρών διδασκαλίας της Λογοτεχνίας στην εκπαίδευση. Με ψηφίσματα διαμαρτυρίας αντέδρασαν βεβαίως τα πανεπιστημιακά Τμήματα Φιλολογίας και η Πανελλήνια Ενωση Φιλολόγων (ΠΕΦ). Οι πανεπιστημιακοί φιλόλογοι και συγγραφείς που τοποθετούνται στη συνέχεια εξηγούν ο καθένας με τον τρόπο του ποια είναι η σημασία της διδασκαλίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο σχολείο και ποιος ο ρόλος της στην ηθική και πολιτική συγκρότηση των μαθητών.
Η συντεχνία των φιλολόγων προασπίζει τα συμφέροντά της, είναι η πρώτη – εύκολη – ανάγνωση. Υπάρχουν όμως και ενστάσεις από τον εξωφιλολογικό χώρο. Ο συγγραφέας Νικόλας Σεβαστάκης, καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με δεκαπενταετή θητεία στα ακαδημαϊκά έδρανα σχολών Κοινωνικών Επιστημών, είναι σαφής: «Βασίζομαι, για να διδάξω βασικές έννοιες του πολιτικού στοχασμού σε νεαρούς φοιτητές που δεν έχουν εμπειρίες ζωής, στη λογοτεχνία. Για παράδειγμα, η στρατοπεδική λογοτεχνία του Πρίμο Λέβι, του Ρομπέρ Αντέλμ, του Σολτσενίτσιν και του Σαλάμοφ είναι προαπαιτούμενο γνωσιακό υπόστρωμα για τη συζήτηση των ολοκληρωτισμών και του πολιτικού κακού στον 20ό αιώνα. Οταν και η αναγνωστική εμπειρία των φοιτητών είναι φτωχή, πώς να τους κάνεις να κατανοήσουν τις πολιτικές φιλοσοφίες της Δύσης για τη θέση του ατόμου απέναντι στο κράτος και στην κοινωνία; Η εξοικείωση με βασικά ζητήματα των κοινωνικών επιστημών και της ιστορίας τους είναι απαραίτητη στο σχολείο του 2015. Η συνάντηση όμως με τα λογοτεχνικά κείμενα διευρύνει τους νοητικούς και συναισθηματικούς ορίζοντες των μαθητών. Γι’ αυτό και είναι παράλογη η επιλογή προτίμησης στις Κοινωνικές Επιστήμες εις βάρος της Λογοτεχνίας. Τα δύο πεδία μπορεί να λειτουργούν συμπληρωματικά καλλιεργώντας το γλωσσικό αισθητήριο, τις αναλυτικές κριτικές ικανότητες και την ιστορική αίσθηση των μαθητών. Εκτός και αν με τον όρο Κοινωνικές Επιστήμες κάποιοι αντιλαμβάνονται μια ιδεολογική χρήση της κοινωνιολογίας ή έναν ανούσιο πολιτικό διδακτισμό. Σε αυτή την περίπτωση – που την απεύχομαι – το πρόβλημα θα είναι ακόμη μεγαλύτερο».
Ακυρώνεται το μάθημα

Μέσα στη σχολική τάξη το μάθημα της Λογοτεχνίας, ειδικά για τους πιεσμένους για επιτυχία στις πανελλαδικές εξετάσεις μαθητές της Γ’ Λυκείου, είναι «ένα μάθημα στο οποίο έχουν τον χρόνο και τον χώρο να εκφράσουν τις απόψεις και τα συναισθήματά τους, να ασκήσουν τη συναισθηματική ευφυΐα τους που είναι παραμελημένη στο σχολείο» υποστηρίζει η Ελένη Χειμαριού, φιλόλογος στο Πρότυπο Πειραματικό Λύκειο του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Είναι κοινό μυστικό ότι πολλοί φιλόλογοι αξιοποιούσαν τη μία από τις δύο ώρες του μαθήματος της Λογοτεχνίας για να διδάξουν το πανελλαδικά εξεταζόμενο μάθημα της Γλώσσας. Τώρα, με τη μείωση στη μία ώρα, «το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ακυρώνεται στην ουσία». Χάνουν έτσι οι μαθητές, λέει η φιλόλογος από τη Θεσσαλονίκη, ένα μάθημα «που λειτουργεί, αν το στηρίζει σωστά και ο εκπαιδευτικός, ως όχημα επαφής με τις άλλες τέχνες και ως μάθημα αγωγής στον σύγχρονο πολιτισμό».
Η διδασκαλία της Λογοτεχνίας στο Λύκειο έπασχε ήδη και χωρίς τη μείωση των ωρών. «Η θεματική προσέγγιση που προτείνεται στην Α’ Λυκείου προτρέπει τον καθηγητή να διδάξει κείμενα από τις λογοτεχνικές ανθολογίες τριών τάξεων τις οποίες όμως δεν έχει στα χέρια του ο μαθητής. Ετσι η Λογοτεχνία υποβιβάζεται σε «μάθημα της φωτοτυπίας», ενώ είναι το μάθημα που περισσότερο από όλα συνδέεται με το βιβλίο» εξηγεί η Ελένη Πούλου, καθηγήτρια Λογοτεχνίας στο Α’ Γενικό Λύκειο Αρτέμιδος και διαχειρίστρια του ιστολογίου «Περί λογοτεχνίας και άλλων δαιμονίων». Η ανακολουθία στον τρόπο διδασκαλίας μεταξύ της Α’ Λυκείου και των επόμενων τάξεων, που επιστρέφουν στην προσέγγιση της λογοτεχνίας με όρους γραμματολογικούς, ξενίζει τους μαθητές «που χρειάζεται να κατανοήσουν έννοιες δύσκολες, για λογοτεχνικά ρεύματα, αφηγηματικές θεωρίες κ.τ.λ. χωρίς να έχει χτιστεί το απαιτούμενο υπόβαθρο» και παράλληλα «ο μηχανιστικός τρόπος εξέτασης (αναζήτηση σχημάτων λόγου, αφηγηματικών στοιχείων κ.τ.λ.) δεν αφήνει πολλά περιθώρια σε καθηγητή και μαθητή να δημιουργήσουν».
Ψαλίδι στις φιλολογικές ώρες

Τον Νοέμβριο του 2013 ο Τομέας Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών διοργάνωσε τριήμερο συνέδριο για τη θέση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην κοινωνία και στην εκπαίδευση, όπου συζητήθηκαν όλα αυτά και κατατέθηκαν προτάσεις ακριβώς για την αποτελεσματικότερη παρουσία της λογοτεχνίας στο σχολείο, με εκσυγχρονισμένο πρόγραμμα σπουδών και καινοτόμες μεθόδους διδασκαλίας. Αντί να πορευθεί προς την κατεύθυνση αυτή, το υπουργείο Παιδείας αποφάσισε, «ερήμην της επιστημονικής κοινότητας», όπως καταγγέλλει η ΠΕΦ, «λεηλασία των φιλολογικών ωρών, επ’ ωφελεία άλλων γνωστικών αντικειμένων, η οποία κλονίζει βάναυσα τα θεμέλια της ανθρωπιστικής παιδείας».

«Οι ανθρωπιστικές σπουδές προάγουν τη δημοκρατία»
καταλήγει στο βιβλίο της Οχι για το κέρδος (Κριτική, 2013) η αμερικανή καθηγήτρια Φιλοσοφίας στη Νομική Σχολή του Σικάγου Μάρθα Νουσμπάουμ. Οταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, στο απόγειο της χρησιμοθηρικής στροφής της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ένεκα της οικονομικής κρίσης και των περικοπών της λιτότητας, σπεύσαμε όλοι να υπερθεματίσουμε. Πιθανότατα στο πλαίσιο αυτό ο νυν αναπληρωτής υπουργός Παιδείας και ποιητής Τάσος Κουράκης ήλεγχε προεκλογικά τον τότε υπουργό Ανδρέα Λοβέρδο που εξαιρούσε τη Λογοτεχνία από τις πανελλαδικές εξετάσεις: «Γιατί να βγάλετε τη Λογοτεχνία όταν αυτή τη στιγμή θέλουμε τις τέχνες και τον πολιτισμό να έχουν ένα αυξημένο βάρος για να αντισταθμίσουν την επέλαση του τεχνολογικού πολιτισμού;». Τώρα τι;

Συγγραφείς και φιλόλογοι μιλούν

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας, συγγραφέας
Ο Μέγας Παιδαγωγός σκέφτεται

Είπε ο Μέγας Παιδαγωγός εν τη καρδία αυτού: «Η Παιδεία δεν ελέγχεται από το Μνημόνιο. Σε θέματα Παιδείας δεν εμπλέκονται οι Θεσμοί. Η Παιδεία δεν χρειάζεται χρήματα, δεν σχετίζεται με εργασιακά, ασφαλιστικά, διαρθρωτικά ζητήματα. Η Παιδεία δεν πληρώνει ΦΠΑ. Η Παιδεία ανήκει αποκλειστικά στο Νέο Κόμμα. Το Νέο Κόμμα χρειάζεται να επιβάλει τη Νέα Σκέψη. Τη Νέα Γλώσσα. Τη Νέα Πολιτική. Πώς θα γίνει αυτό;» διανοήθηκε ο Μέγας Παιδαγωγός. «Με την Παιδεία. Είναι φτηνή, δεν χρειάζεται επενδύσεις. Εχουμε συντρόφους που έχουν γαλουχηθεί στις ιδέες του Νέου Κόμματος. Εχουμε δικούς μας δασκάλους. Εντάξει, δεν είναι και οι καλύτεροι αλλά είναι δικοί μας: αυτούς θα βάλουμε μπροστά. Θα προβάλουμε τη Νέα Ηθική, τη Νέα Πολιτική. Τη Νέα Ορθή Σκέψη. Οργανά μας, Απόστολοί μας, οι ενταγμένοι στο Νέο Κόμμα. Πόσους Αποστόλους χρειαζόμαστε;» ρώτησε τους Επιτελείς. «Δεκατρείς» είπαν αυτοί. «Ωραία» είπε αυτός. «Να βρεθούν οι 13 Απόστολοι. Οι πιο φανατικοί. Οι πιο επιθετικοί. Προσόν τους, ένα: η πίστη στο Νέο Κόμμα. Εντάξει;». «Εντάξει» είπαν οι Επιτελείς.

Υστερα ο Μέγας Παιδαγωγός είπε: «Βλέπω στο πρόγραμμα διδασκαλίας των παλαιοκομματικών ότι διδάσκεται και λογοτεχνία! Λογοτεχνία; Δηλαδή, αναρχία της σκέψης. Κάθε ποιητής και άποψη. Κάθε πεζογράφος και ιδέα. Οχι! Να καταργηθεί η λογοτεχνία. Στη θέση της να μπει το ιδεολογικό Εγχειρίδιο του Νέου Κόμματος. Σαφές;». «Ναι» είπαν οι Επιτελείς. «Δεν έχουμε όμως έτοιμο το παιδαγωγικό Εγχειρίδιο του Νέου Κόμματος». «Τότε να γραφεί αμέσως». «Εντάξει» είπαν αυτοί.
Εκεί που ο Μέγας Παιδαγωγός είχε ηρεμήσει και κουρασμένος από τον καθημερινό μόχθο στο υπουργείο κάθησε να πιει ένα ποτό, κάποιος Επιτελής, φανατικός του Νέου Κόμματος και εραστής της Νέας Σκέψης, είπε: «Σύντροφε Μεγάλε Παιδαγωγέ, κοιτάζοντας το πρόγραμμα της παλαιάς διδασκαλίας είδα ότι διδάσκεται ο λόγος κάποιου παλαιοδημοκράτη πολιτικού ονόματι Περικλής». «Τι; Ο λόγος του Περικλή; Μη μου πεις ότι διδάσκεται ο Επιτάφιος;» ρώτησε οργισμένος ο Μέγας Παιδαγωγός. «Μα ο Περικλής ήταν σκέτος φασίστας. Κατέλαβε την εξουσία πραξικοπηματικά. Υστερα έκανε κάτι μικροέργα για να δικαιολογεί τις μίζες. Μη μου πεις ότι διδάσκουν στα παιδιά αυτό το αντιλαϊκό, αντιδημοκρατικό κείμενο, τον Επιτάφιο;». «Ακριβώς!» απάντησε ο Επιτελής. «Αυτό διδάσκουν. Κουτσά, στραβά. Αλλά υπάρχει στο πρόγραμμα». «Να αφαιρεθεί» είπε ο Μέγας Παιδαγωγός. «Και τι θα βάλουμε στη θέση του;» ρώτησε ο άλλος. «Θα σκεφτώ» είπε εκείνος. «Εχουμε τόσους και τόσους δικούς μας διανοητές και ποιητές. Κάτι θα σκεφτώ. Τώρα θέλω να ξεκουραστώ».

Θανάσης Βαλτινός, Συγγραφέας, ακαδημαϊκός
Φρέσκος αέρας και χασάπικες μέθοδοι

Τελικά ο θείος μου ο Λιας είχε δίκιο όταν με λοιδορούσε: «Τι θα πει, ρε, λογοτεχνία; Φρέσκος αέρας. Να σκάψεις μπορείς; Να θερίσεις μπορείς;». Πού να το φανταστεί ο καημένος ότι κυριολεκτούσε. Φρέσκος αέρας.

Τα χέρια του, αργασμένα στις δουλειές της υπαίθρου, το ηλιοκαμένο του πρόσωπο καθαρό – όσο καθαρές ήταν και οι ιδέες του για τη ζωή. Αυτά προ πολλών δεκαετιών.
Τώρα οι τρέχουσες αντιλήψεις έχουν αλλάξει. Η λογοτεχνία ωστόσο εξακολουθεί να παραμένει φρέσκος αέρας. Ο υπουργός Παιδείας, ως ο πλέον αρμόδιος, το επιβεβαιώνει. Με μια μπαλταδιά χωρίζει τις δύο εβδομαδιαίες ώρες ενασχόλησης με αυτήν (την τρυφερή, ουράνια υπόθεση που καλλιεργεί, πλουτίζει, διευρύνει, συχνά δίνει νόημα στις ζωούλες μας – και μυρώνει με τον δικό της μυστικό τρόπο τις ζωές των εφήβων της Γ’ Λυκείου) και την εξισώνει με την «Ιστορία των Κοινωνικών Επιστημών». Χασάπικη μέθοδος.
Το δάχτυλό μας δεν είναι αρκετά χοντρό για να κρυφθούμε πίσω του. Φαντάζομαι τα τάγματα ημιμαθών, ενίοτε φανατικών, ενίοτε τρομαλέων δασκαλάκων, σε ρόλο ινστρούκτορα, να μαγαρίζουν με μπαγιάτικο κακοχωνεμένο μαρξισμό τα ωραία υγιή μυαλά αυτών που ήσαν πάντα η τελευταία ελπίδα μας.
Ερη Σταυροπούλου, Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας, πρόεδρος του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
Το σήμερα απουσιάζει από το σχολείο
Μάθημα δύσκολο να διδαχθεί και να εξεταστεί ή εφόδιο που καλλιεργεί την ευαισθησία μας και διευρύνει τους ορίζοντές μας; Ποιος είναι ο ρόλος της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην εκπαίδευση; Στο σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα που στηρίζεται στην αποστήθιση και σε μια πλατιά αλλά διόλου σε βάθος «ενημέρωση» των μαθητών, ενώ παράλληλα καλλιεργεί μια κακώς νοούμενη προγονολατρία, θα ήταν σημαντική η διευρυμένη και ουσιαστική συμμετοχή της λογοτεχνίας. Πρώτα από όλα θα έδειχνε την αδιάσπαστη συνέχεια της λογοτεχνικής μας παράδοσης από τον Ομηρο ως τις ημέρες μας, μαζί με τον πλούτο και τη διαχρονική εξέλιξη της γλώσσας μας. Κυρίως όμως θα έφερνε τους μαθητές σε άμεση επαφή με τη νεότερη και τη σύγχρονη Ελλάδα (αυτό το σήμερα που συχνά απουσιάζει από το σχολείο) με τρόπο εύληπτο και άμεσο, καθώς μέσα στη λογοτεχνία, τον ευαίσθητο δέκτη της εποχής της, καθρεφτίζονται τα ιστορικά, συναισθηματικά και ψυχικά βιώματα του λαού, θίγονται προβλήματα, μπαίνουν ερωτήματα, σχολιάζονται ιδέες. Αυτά όλα μπορούν να μεταβάλουν τον μαθητή από παθητικό δέκτη σε ενεργό πολίτη – αν αυτός είναι ο στόχος της εκπαίδευσης.
Αν, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες, επιλέγονταν ολόκληρα ποιητικά και πεζά έργα, που να διδάσκονταν ουσιαστικά στην τάξη, τι θα έδειχνε, για παράδειγμα, καλύτερα τη σημερινή οικονομική αλλά και και κρίση αξιών από την Καγκελόπορτα του Αντρέα Φραγκιά;
Τασούλα Μαρκομιχελάκη, Επίκουρη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Το «αποπαίδι» της εκπαίδευσης
Η συρρίκνωση των ανθρωπιστικών σπουδών στη μέση εκπαίδευση τα τελευταία χρόνια αποτελεί μια τάση που δυστυχώς δεν υπάρχει πρόθεση να αντιστραφεί· και η μείωση των ωρών διδασκαλίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στη Γ’ Λυκείου είναι μία ακόμη εκδήλωση αυτού του φαινομένου. Τώρα βλέπουμε με θλίψη (ίσως ορθότερα με αγανάκτηση) να βάλλεται ένα μάθημα που δεν το πιέζει η ανάγκη να καλύψει συγκεκριμένη ύλη ούτε έχει περιορισμούς στον τρόπο προσέγγισής του από διδάσκοντες και παιδιά, δηλαδή ένα μάθημα που μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία αναψυχής και ανακούφισης για τους τόσο πιεσμένους από το εξεταστικό σύστημα μαθητές. Και, όπως υπογραμμίσαμε στην επιστολή διαμαρτυρίας του Τμήματος Φιλολογίας του ΑΠΘ προς τον υπουργό ΠΟΠΑΙΘ, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζεται ως «το «αποπαίδι» του εκπαιδευτικού μας συστήματος» και να δέχεται αυτό τις επιπτώσεις από τη δημιουργία νέων διδακτικών αντικειμένων. Αν κάτι το ζούμε ως πραγματικότητα οι περισσότεροι μέσα στα σπίτια μας, είναι η ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση των παιδιών από τις «έξυπνες συσκευές» και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που τους στερεί τον χρόνο και τη διάθεση να διαβάσουν λογοτεχνία – είναι τόσο κρίμα λοιπόν να στερηθούν τις σχολικές ώρες που αφιερώνονται στη λογοτεχνία, τη μόνη για πολλούς δυνατότητα να καλλιεργήσουν τις ευαισθησίες τους με τον τρόπο που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να το κάνει.
Γιώργος Ανδρειωμένος, Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας, αναπληρωτής πρύτανης στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Συνάντηση ετερόκλητων χώρων

Η Νεοελληνική Λογοτεχνία δεν είναι μόνο μάθημα αισθητικής και γλωσσικής καλλιέργειας. Είναι και η αποτύπωση ποικίλων εκφάνσεων του εκάστοτε πολιτισμικού περιγύρου, η πορεία των γραμμάτων και της Παιδείας στη νεότερη Ελλάδα ευρύτερα, που πρέπει να κατανοηθούν σε βάθος από τους σημερινούς μαθητές και αυριανούς πολίτες.
Η διδασκαλία της νεοελληνικής γραμματείας θα μπορούσε να αποβεί πιο ελκυστική σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες αν απεμπλεκόταν από την αποκλειστική εστίαση στο λογοτεχνικό κείμενο και εντασσόταν στο γενικότερο πλαίσιο των Νεοελληνικών Σπουδών όπου, μαζί με την ανάδειξη της αισθητικής αρτιότητας και της γλωσσικής δεξιοτεχνίας των δημιουργών, θα επιδιωκόταν η εξοικείωση των μαθητών με την κίνηση των ιδεών σε χώρο και χρόνο και η διαμόρφωση της αντίληψης σε αυτούς ότι στη νεοελληνική (όπως και στην παγκόσμια) λογοτεχνία συναντώνται πολλοί, εκ πρώτης όψεως ετερόκλητοι, χώροι – από τις Καλές Τέχνες, τη Φιλοσοφία και τη Θεολογία ως την Ψυχανάλυση και τις Εφαρμοσμένες Επιστήμες.
Τούτο σημαίνει ότι η νεοελληνική λογοτεχνία μπορεί να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στα αναλυτικά προγράμματα, ιδίως της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που πρέπει να διακρίνονται για τον διαθεματικό και διεπιστημονικό τους χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, η Πολιτεία οφείλει να την ενισχύει μεθοδικά και να μην την υποβαθμίζει με τρόπο συγκυριακό.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk