«Οι περιπέτειες είναι για μένα κάτι σαν οπτικοποιημένη μουσική» αρέσκεται να λέει ο Τζορτζ Μίλερ και στην τελευταία περιπέτειά του, «Mad Max: Ο δρόμος της οργής», «η μουσική ισορροπεί ανάμεσα στο ροκ και στην όπερα». Για να χρωματίσει τις στιγμές αγωνιώδους σιωπής και έντονης ψυχωσικής εγκατάλειψης της Αγονης Γης ο ελληνικής καταγωγής αυστραλός σκηνοθέτης χρησιμοποίησε σχεδόν 200 διαφορετικά όργανα παντρεύοντας ντραμς και σαρωτικά ακόρντα με ηλεκτρικές κιθάρες σε οπερατικές συνθέσεις. Γιατί με την τέταρτη ταινία της κινηματογραφικής «σειράς» «Mad Max» που άφησε εποχή στη δεκαετία του 1980 στόχος του Μίλερ ήταν να ξεσηκώσει τους θεατές, να τους παρασύρει σε «μια θορυβώδη και γεμάτη ένταση εμπειρία». Από το τρέιλερ κιόλας ο κόσμος το κατάλαβε και έτσι η προβολή του «Mad Max: Ο δρόμος της οργής» στο εφετινό Φεστιβάλ Καννών (την Πέμπτη 14 Μαΐου άνοιξε και στην Ελλάδα) αναμενόταν από την αρχή ως το πιο θορυβώδες γεγονός της διοργάνωσης.
Τριάντα χρόνια έχουν περάσει από την προβολή του «Mad Max: Πέρα από το Βασίλειο του Κεραυνού», το τρίτο δηλαδή κεφάλαιο της ιστορίας του αστυνομικού Μαξ Ροκατάνσκι, που με το πρόσωπο τότε του Μελ Γκίμπσον έγινε ένα σύμβολο αντίστασης και ελπίδας στη μετα-αποκαλυπτική εποχή στην οποία όλες οι «Μad Max» ιστορίες εκτυλίσσονται. Στην τέταρτη ταινία ο Μαξ (τώρα τον υποδύεται ο βρετανός ηθοποιός Τομ Χάρντι), στοιχειωμένος από το ταραχώδες παρελθόν του, περιπλανιέται και πάλι μόνος (ο καλύτερος τρόπος να επιβιώσεις) και κάποια στιγμή αποφασίζει να ακολουθήσει μια ομάδα που προσπαθεί να δραπετεύσει στην Αγονη Γη. Είναι το Πολεμικό Καραβάνι με αρχηγό τη Φιουριόζα (Σαρλίζ Θερόν), το οποίο θα κλέψει κάτι αναντικατάστατο από το οχυρό του τυράννου Immortan Joe. Και εκείνος, εξοργισμένος, θα συγκεντρώσει τη συμμορία του και θα κυνηγήσει τους αντάρτες στον Πόλεμο του Δρόμου που θα ακολουθήσει…
Ο μύθος του «Mad Max» γεννήθηκε το 1979, σε μια περίοδο που ο αυστραλέζικος κινηματογράφος διήνυε τρομερή ανάπτυξη –τη μεγαλύτερη της ιστορίας του. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με αρχές της αμέσως επομένης για πρώτη φορά το αυστραλέζικο σινεμά ακουγόταν διεθνώς και ταινίες όπως «Η μπαλάντα του Μπλάκσμιθ» του Φρεντ Σκεπίσι, «Το τελευταίο κύμα» του Πίτερ Γουίρ, «Το γουικέντ του τρόμου» του Κόλιν Εγκλεστον, «Ο κυνηγημένος» του Ρότζερ Ντόναλντσον και «Οι θανατοποινίτες» του Μπρους Μπέρεσφορντ γίνονταν καλλιτεχνικές αλλά και εμπορικές επιτυχίες. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που όλοι αυτοί οι σκηνοθέτες απορροφήθηκαν από το Χόλιγουντ, άλλοι με τεράστια επιτυχία (ο Π. Γουίρ, π.χ., με τον «Μάρτυρα εγκλήματος», τον «Κύκλο των χαμένων ποιητών» και το «Ζωντανή μετάδοση: The Truman show»), άλλοι με λιγότερη.
Καμία ωστόσο από όλες αυτές τις αυστραλέζικες ταινίες δεν άσκησε τόσο βαθιά επιρροή στον κόσμο όσο το «Mad Max» του Τζορτζ Μίλερ, μια κατά βάση περιπέτεια εκδίκησης (ο Μαξ θέλει να εκδικηθεί τη συμμορία που σκότωσε τη γυναίκα και το παιδί του) σε ένα καθαρά οικολογικό πλαίσιο (η ακαθόριστη εποχή της ιστορίας της ταινίας είναι το αποτέλεσμα ενός καταστροφικού πολέμου, όχι όμως πυρηνικού, όπως είχε ξεκαθαρίσει ο Μίλερ).

«Στην Ιαπωνία ο Μαξ ήταν ο Μοναχικός Ρόνιν Σαμουράι»
είπε ο Μίλερ. «Στη Γαλλία η ταινία αντιμετωπίστηκε ως “μηχανοκίνητο γουέστερν” και ο Μαξ ήταν ο μοναχικός καβαλάρης. Στη Σκανδιναβία κάποιοι είπαν ότι τους θύμιζε έναν μοναχικό πολεμιστή Βίκινγκ που περιπλανιόταν στη ρημαγμένη γη». Και η ειρωνεία είναι ότι η μόνη χώρα στην οποία η ταινία δεν δούλεψε ήταν η Αμερική, η ίδια δηλαδή χώρα που μερικά χρόνια αργότερα έδωσε το πράσινο φως για την πρώτη συνέχεια της ταινίας, το «Μαντ Μαξ 2» (1982), που θεωρείται και η καλύτερη ως σήμερα της σειράς.
Στην τέταρτη ταινία ο Μελ Γκίμπσον, στα 58 του πλέον, δεν θα μπορούσε να επαναλάβει τον ρόλο, παρότι αυτός ήταν ο πρώτος που είχε επιλεγεί όταν ο Μίλερ σκέφτηκε να επιστρέψει στον μύθο, κάτι που συνέβη πριν από περίπου 12 χρόνια. Τότε όμως το σχέδιο της επιστροφής του Max στη μεγάλη οθόνη πάγωσε γιατί είχε συμπέσει με το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2011 στη Νέα Υόρκη. Οι ταινίες που απεικόνιζαν έναν κόσμο σε μόνιμη απειλή και χάος δεν ήταν ό,τι το καλύτερο και έτσι η παραγωγή σταμάτησε. Από αναβολή σε αναβολή ο χρόνος πέρασε και το αποτέλεσμα ήταν ο Μίλερ να βγει στη γύρα αναζητώντας ένα νέο, «φρέσκο πρόσωπο» για τον ρόλο του Μαξ. Οπότε ο κλήρος έπεσε στον διαρκώς ανερχόμενο Χάρντι, γνωστό από ταινίες όπως το «The Dark Knight rises» και «Σε λάθος χρόνο».

Η κουλτούρα του αυτοκινήτου
Σύμφωνα με μια παλιότερη συνέντευξη του Τζορτζ Μίλερ, η δημιουργία του «Μαντ Μαξ» οφείλεται σε δύο λόγους: στην αγάπη του σκηνοθέτη και του παραγωγού Μπάιρον Κένεντι στις ταινίες καταδίωξης, από το «Μπεν Χουρ» και το «Μπούλιτ» μέχρι τις βωβές ταινίες του Μπάστερ Κίτον, και στον ενθουσιασμό τους για την «αυστραλέζικη αυτοκινητιστική κουλτούρα». Στη δεκαετία του 1960, οι έρημοι δρόμοι της Αυστραλίας χρησιμοποιούνταν επίσης ως αρένες αυτοκινητοδρομιών. Το κόστος βέβαια ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις τραγικό με τρομερά ατυχήματα και δυστυχήματα και απώλειες ανθρώπινων ζωών. Εκείνη την εποχή ο Μίλερ, ως απόφοιτος της Ιατρικής, πέρασε έξι μήνες σε νοσοκομειακές μονάδες εντατικής παρακολούθησης ανθρώπων που υπήρξαν θύματα τροχαίων. Οι εμπειρίες του Μίλερ από τις συνέπειες των «τραυμάτων του δρόμου» έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στη δημιουργία του διασημότερου ήρωα της φιλμογραφίας του.
Σε όλες τις ταινίες «Mad Max» λοιπόν, το όχημα παίζει εξέχοντα ρόλο. Το ίδιο συμβαίνει και στην τέταρτη ταινία όπου περίπου 150 αυτοκίνητα, φορτηγά και μοτοσικλέτες δημιουργήθηκαν και συναρμολογήθηκαν με το χέρι. Τόσο οι ανάγκες της πλοκής όσο και η αντοχή στην πολύμηνη δύσκολη οδήγηση στην ανοιχτή έρημο της Ναμίμπια συνέβαλαν στη δημιουργία του παλαιικού στόλου οχημάτων της ταινίας, της οποίας η αισθητική αντανακλάται περισσότερο από οπουδήποτε στο Ιντερσέπτορ, το χαρακτηριστικό μαύρο XB Ford Falcon Coupe του 1974 του Μαξ Ροκατάνσκι. Πολυτιμότερο όχημα όμως είναι το Φορτηγό/Αρμα της Φιουριόσα: καλυμμένο με πίσσα, φέρει καρφιά και σκελετούς για να κρατάει τον κόσμο μακριά και να προκαλεί φόβο σε όποιον θελήσει να του επιτεθεί. Τέλος, ο Πολέμαρχος οδηγεί ένα επιβλητικό Γκίγκαχορς, ή μια «ντοπαρισμένη Cadillac» όπως την αποκαλεί ο Μίλερ. Για την κατασκευή του χρειάστηκαν δύο Cadillac Devilles του 1959, οι οποίες κόπηκαν, τροποποιήθηκαν και συγκολλήθηκαν η μία πάνω στην άλλη.

πότε & πού:

Η ταινία «Mad Max: Ο δρόμος της οργής» προβάλλεται στις αίθουσες σε διανομή Tanweer.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ