Ο Ομπάμα ξαναβάζει τη μεσαία τάξη στο παιχνίδι

Επρεπε, δηλαδή, να φθάσει στο δεύτερο ήμισυ της δεύτερης και τελευταίας θητείας του για να «θυμηθεί» ο Μπαράκ Ομπάμα

Επρεπε, δηλαδή, να φθάσει στο δεύτερο ήμισυ της δεύτερης και τελευταίας θητείας του για να «θυμηθεί» ο Μπαράκ Ομπάμα την κεϊνσιανή παράδοση των Δημοκρατικών και να φροντίσει για τη στήριξη των χαμηλότερων και μεσαίων εισοδηματικών τάξεων μέσω μιας αναδιανεμητικής φορολογικής πολιτικής; Πολλοί καταλογίζουν μεγάλη χρονική υστέρηση στον αμερικανό πρόεδρο. Αλλοι του αναγνωρίζουν το ελαφρυντικό της οικονομικής κρίσης: ότι έπρεπε να περιμένει, δηλαδή, ώσπου να αποκτήσει έναν ασφαλή αναπτυξιακό βηματισμό η οικονομία.
Εν πάση περιπτώσει, η πρόθεση φορολογικής επιβάρυνσης των υψηλότερων εισοδημάτων (του 1% των πλουσιότερων Αμερικανών κατά βάση) προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το κράτος πρόνοιας και να ενισχυθεί η μεσαία τάξη που ανακοίνωσε ο Ομπάμα κατά την καθιερωμένη ομιλία του για την Κατάσταση του Εθνους πρέπει να έγινε με ικανοποίηση δεκτή από τα περισσότερα αμερικανικά νοικοκυριά. Διότι, όπως αναφέρουν οι αρθρογράφοι των «New York Times» Ντιόν Σίρσι και Ρόμπερτ Τζέμπελοφ, η αμερικανική μεσαία τάξη συρρικνώνεται εδώ και σχεδόν… μισό αιώνα.
Yποχώρηση εισοδημάτων


«Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 περισσότερα από τα μισά νοικοκυριά στις ΗΠΑ ανήκαν στη μεσαία τάξη, κέρδιζαν δηλαδή, με σημερινά δολάρια, από 35.000 ως 100.000 δολάρια τον χρόνο. Ελάχιστοι ανησυχούσαν για την αριθμητική συρρίκνωσή της, διότι το αμερικανικό όνειρο ήταν ζωντανό και πολλοί αναβαθμίζονταν από τη μεσαία σε ανώτερες εισοδηματικές τάξεις. Αλλά από το 2000 και εντεύθεν η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης οφείλεται κυρίως στην υποχώρηση των οικογενειακών εισοδημάτων κάτω από το όριο των 35.000 δολαρίων – επίπεδο περίπου κατά 50% υψηλότερο από το επίσημο όριο της φτώχειας για μια τετραμελή οικογένεια. Και επιπλέον, όλο και λιγότερες οικογένειες νέων ζευγαριών με παιδιά περιλαμβάνονται στη μεσαία τάξη, όλο και περισσότεροι στο εύρος αυτό των εισοδημάτων είναι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών» γράφουν οι Σίρσι και Τζέμπελοφ.
Οι διαπιστώσεις αυτές, οι οποίες βεβαιώνονται και αριθμοποιούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της αμερικανικής κυβέρνησης, εξηγούν τη φροντίδα του Ομπάμα να εξασφαλίσει στην αμερικανική οικογένεια με μεσαία εισοδήματα αυτά τα οποία παραδοσιακά απολάμβανε, δηλαδή τη δυνατότητα να αντέχουν οικονομικά την ανατροφή των παιδιών τους, να τα στέλνουν στο κολέγιο, να παίρνουν γονικές άδειες και ασφαλώς να έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν ένα σπίτι. «Τα οικονομικά της μεσαίας τάξης συνίστανται στην αρωγή που δικαιούνται οι εργαζόμενες οικογένειες προκειμένου να αισθάνονται μεγαλύτερη σιγουριά σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς» είπε χαρακτηριστικά ο αμερικανός πρόεδρος.
Παγκόσμιο φαινόμενο


Η αλήθεια είναι ότι το φαινόμενο της εξασθένησης της μεσαίας τάξης είναι παγκόσμιο. Και δεν οφείλεται μόνο στην κρίση των τελευταίων ετών. Οφείλεται στην υποβάθμιση της εργασίας ως παράγοντα παραγωγής πλούτου και στην όλο και μεγαλύτερη παραγωγή κεφαλαίου από το ίδιο το κεφάλαιο. Την περασμένη Δευτέρα ο βρετανικός «Guardian» δημοσίευσε έρευνα της εταιρείας Adzuna η οποία διαπιστώνει ότι οι βρετανοί εργαζόμενοι (σε ποσοστό 52%) είναι οι… δυστυχέστεροι της Ευρώπης – ειδικά οι εμποροϋπάλληλοι, οι νοσοκόμες και οι δάσκαλοι!

«Οι Βρετανοί δεν μπορούν να ζήσουν άνετα από τον μισθό τους, δυσκολεύονται να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους, αδυνατούν να βάλουν κάτι στην άκρη για τα γεράματά τους, για να σπουδάσουν τα παιδιά τους, για διακοπές και για ψυχαγωγία»
– πρόκειται για δυνατότητες που θεωρητικά οφείλει να απολαμβάνει κάποιος που ανήκει στη μεσαία εισοδηματική τάξη.
Αυτά συμβαίνουν στη Βρετανία όπου έχουν ανακτήσει τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από το 2007 (2,6%). Διότι «το χρήμα στη Βρετανία ανακυκλώνεται αλλά επιστρέφει στους πλούσιους» όπως γράφει ο «Guardian». Οι εισοδηματικές ανισότητες όμως – και η αποδυνάμωση της μεσαίας τάξης – έχουν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 συγκεκριμένα, όταν το «δίδυμο» Ρίγκαν – Θάτσερ, που εφάρμοσε τις αρχές της Σχολής του Σικάγου σε ΗΠΑ και Βρετανία, κατάφερε να αναγάγει τον νεοφιλελευθερισμό σε «παγκόσμια οικονομική ορθοδοξία».
Και… γερμανοί νεόπτωχοι


Απαντες οι διεθνείς οργανισμοί έχουν διαπιστώσει μια τεράστια μεταφορά πλούτου την τελευταία 35ετία από τα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα προς τα ανώτατα. Η μεσαία τάξη εξασθενεί ακόμη και στη Γερμανία, η οποία διατηρεί σε ισχύ πολλά εργασιακά και κοινωνικά κεκτημένα του 20ού αιώνα. Ερευνα της Eurostat είχε διαπιστώσει πρόσφατα την «πολύ άνιση κατανομή της ιδιωτικής περιουσίας» στη Γερμανία.

«Το 2008 το 10% των Γερμανών με τα υψηλότερα εισοδήματα ήλεγχε το 53% του ιδιωτικού πλούτου στη χώρα. Το 1998, δέκα χρόνια νωρίτερα δηλαδή, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 45%»
αναφέρει η επίσημη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Είναι βέβαια η δεκαετία κατά την οποία εφαρμόστηκε και καρποφόρησε η περίφημη «Ατζέντα 2010» του Γκέρχαρντ Σρέντερ. Πρόκειται για μια χρονική περίοδο νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων και συγκράτησης των μισθών που ανέδειξε τη Γερμανία σε ηγέτιδα οικονομική δύναμη στην Ευρώπη. Η ηγεμονία αυτή όμως οφείλεται στις εξαγωγές. Και τώρα στα δύσκολα (στην ύφεση των άλλων) αποδεικνύεται ότι η γερμανική μεσαία τάξη δεν διαθέτει την αγοραστική δύναμη για να στηρίξει εκ των έσω την ανάπτυξη.

ΑΔΙΕΞΟΔΗ ΛΙΤΟΤΗΤΑ

Οι φθηνοί εργαζόμενοι δεν ανεβάζουν την ανταγωνιστικότητα
Οι ειδικοί θεωρούν ότι η απελευθέρωση των αγορών και η κατάργηση των οικονομικών συνόρων που έφερε η παγκοσμιοποίηση και η εν γένει ιδεολογική κατίσχυση των αρχών του νεοφιλελευθερισμού αποτελούν πρωταρχική αιτία εξασθένησης της μεσαίας τάξης στις ανεπτυγμένες χώρες. «Οι εργαζόμενοι σε ολόκληρο τον κόσμο μοιράζονται όλο και μικρότερο κομμάτι του παραγόμενου πλούτου» διαπιστώνει το Διεθνές Γραφείο Εργασίας (ILO).

«Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 σε 16 ανεπτυγμένες χώρες οι εργαζόμενοι μοιράζονταν το 75% του εθνικού εισοδήματος, ενώ πριν από την κρίση του 2008 το ποσοστό αυτό είχε περιοριστεί στο 65%»
αναφέρει το Γραφείο (λειτουργεί υπό την αιγίδα του ΟΗΕ). Το ILO διαπιστώνει εξάλλου ότι «η αύξηση της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας μέσω της συμπίεσης των μισθών και της περικοπής κοινωνικών παροχών μόνο βραχυπρόθεσμα ταμειακά οφέλη μπορεί να αποκομίσει».
Σε πίνακα 30 χωρών με το μέσο ωρομίσθιο ενός βιομηχανικού εργάτη που δημοσιεύει ο ILO και αφορά επεξεργασμένα στοιχεία του έτους 2010 διαπιστώνει κανείς ότι οι χώρες με τα υψηλότερα ωρομίσθια (Δανία, Ελβετία, Αυστραλία, Ιρλανδία, Γερμανία, Φινλανδία, Σουηδία, Καναδάς, Βέλγιο, ΗΠΑ) κατέχουν και τις πρώτες θέσεις στους πίνακες ανταγωνιστικότητας και προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων που δημοσιεύουν οι διεθνείς οργανισμοί. Αντίθετα, οι χώρες με χαμηλότερα ωρομίσθια (Φιλιππίνες, Ουγγαρία, Πολωνία, Βραζιλία, Σλοβακία, Εσθονία) βρίσκονται πολύ χαμηλά και σε ανταγωνιστικότητα και σε επενδύσεις.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk