Αλμπερτ Ριτσλ: «Πολιτική λύση για τις οφειλές της Γερμανίας»

Τίποτε δεν ενοχλεί περισσότερο το Βερολίνο όσο ο λόγος για επανορθώσεις από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τίποτε δεν ενοχλεί περισσότερο το Βερολίνο όσο ο λόγος για επανορθώσεις από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Oπως την περασμένη Κυριακή, όταν «To Βήμα» αποκάλυψε το πόρισμα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που ανεβάζει το ποσό του γερμανικού κατοχικού δανείου σε 11 δισ. ευρώ – κάτι που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα από το σημερινό γερμανικό κράτος. Η αντίδραση της γερμανικής κυβέρνησης ήταν η γνωστή: «ξινή» στη μορφή, απορριπτική στο περιεχόμενο.
Νομικά η Γερμανία έχει στήσει ένα φαινομενικά απόρθητο οχυρό ενάντια σε τέτοιες αξιώσεις. Αυτό δεν «θάβει» όμως το ζήτημα. Η ελληνική πλευρά έχει επίσης ισχυρά νομικά αντεπιχειρήματα, χώρια που και ιστορικά έχει το δίκιο με το μέρος της.
Μια νομική λύση δεν φαίνεται ωστόσο στον ορίζοντα. Μένει έτσι ο πολιτικός συμβιβασμός, όπως εκείνος που προτείνει στην παρακάτω συνέντευξη ο Αλμπερτ Ριτσλ, ο οποίος θα μπορούσε να αποβεί επικερδής και για τις δύο πλευρές. Ο Αλμπερτ Ριτσλ είναι καθηγητής της Οικονομικής Ιστορίας στη London School of Economics. Το 2011 έκανε πάταγο με τη θέση του ότι η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος οφειλέτης του 20ού αιώνα και ότι η «χαριστική» ρύθμιση των τεράστιων χρεών της το 1953 στο Λονδίνο ήταν η βασικότερη προϋπόθεση για το μεταπολεμικό γερμανικό «οικονομικό θαύμα».
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το κατοχικό δάνειο ανήκει στο κεφάλαιο «επανορθώσεις» και ότι αυτές έχουν ήδη παραγραφεί. Ετσι είναι;
«Το άρθρο 5 του Συμφώνου του Λονδίνου το 1953 λέει ότι τα πολεμικά χρέη της Γερμανίας και οι επανορθώσεις θα ρυθμιστούν εκ νέου σε περίπτωση επανένωσης της χώρας. Το σύμφωνο τοποθετεί δηλαδή τα δύο μεγέθη στην ίδια κατηγορία. Αυτή η διατύπωση, η οποία επιτεύχθηκε από τον επικεφαλής της γερμανικής αντιπροσωπείας στο Λονδίνο Χέρμαν Γιόζεφ Απς, χαιρετίστηκε τότε στη Γερμανία ως μεγάλη διαπραγματευτική επιτυχία, επειδή ισχυροποίησε τη γερμανική νομική άποψη ότι τα πολεμικά χρέη δεν αποτελούν αυτόνομη κατηγορία. Με αυτόν τον τρόπο το Σύμφωνο του Λονδίνου είναι σημαντικότερο για τα χρέη που δεν ρυθμίζει από ό,τι για εκείνα που ρυθμίζει».
Πάει να πει αυτό ότι ύστερα και από το Σύμφωνο 2+4 του 1990 το θέμα των επανορθώσεων έχει κλείσει οριστικά;
«Θα έλεγα ότι το Σύμφωνο διατυπώθηκε με τέτοια προσοχή που να αποκλείει επανορθώσεις εις βάρος της ενωμένης Γερμανίας από την πτωχευτική μάζα του Γ’ Ράιχ. Το Σύμφωνο 2+4 εμπεριέχει επίσης στον τίτλο του τη φράση «Τελεσίδικη ρύθμιση» – και αυτό ερμηνεύεται από γερμανικής πλευράς ως κυριολεκτικά τελεσίδικη και ότι όλα όσα δεν είχαν ως τότε ρυθμιστεί δεν χρειάζονται πλέον ρύθμιση. Εξ ου και η γερμανική άποψη ότι μετά το Σύμφωνο 2+4 δεν υπάρχουν πλέον παλιά χρέη».
Η γερμανική κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι οι ελληνικές αξιώσεις δεν ισχύουν πλέον ύστερα από την πάροδο 70 ετών. Υπάρχει όντως ένα ανώτατο χρονικό όριο παραγραφής ή οι αξιώσεις παραμένουν επίκαιρες όσο τίθενται προς συζήτηση και είναι πολιτικά αποτελεσματικές;
«Είχα και εγώ παλαιότερα την εντύπωση ότι το ανώτατο όριο είναι 49 χρόνια. Στον διεθνή χρηματιστικό κόσμο όμως δεν υπάρχει αυτόματη διαγραφή των χρεών. Αυτός καθορίζεται μέσω διαπραγματεύσεων. Υπενθυμίζω ότι το 1960 υπήρξε μια ελληνογερμανική συμφωνία για την παροχή μιας εφάπαξ αποζημίωσης στην Ελλάδα. Παράλληλα όμως ανταλλάχθηκαν ρηματικές διακοινώσεις μεταξύ της γερμανικής και της ελληνικής αντιπροσωπείας, στις οποίες καταγράφηκε διαφωνία μεταξύ τους. Η ελληνική άποψη ήταν ότι η συμφωνία έχει προσωρινό χαρακτήρα και ότι ο οριστικός διακανονισμός των χρεών θα γίνει μετά τη σύναψη ενός συμφώνου ειρήνης για τη Γερμανία. Η γερμανική άποψη έλεγε, αντίθετα, ότι η ισχύς της συμφωνίας έχει αιώνια διάρκεια. Το θέμα παρέμεινε επομένως ανοιχτό».
Εν όψει της παροχής μιας προληπτικής πιστωτικής γραμμής στην Ελλάδα, το Βερολίνο συνιστά έμμεσα στην Αθήνα να μην ανακινήσει το θέμα του κατοχικού δανείου. Θα ήταν καλό για την ελληνική κυβέρνηση να κάνει κάτι τέτοιο ή θα έπρεπε να μην αφήσει από τα χέρια της το πολύτιμο αυτό ατού;
«Δεν νομίζω ότι είναι ατού. Τα 11 δισ. ευρώ του κατοχικού δανείου δεν θα έλυναν το πρόβλημα του ελληνικού χρέους, που ξεπερνά τα 300 δισ. ευρώ. Αλλά η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να υπενθυμίσει ότι πριν από μερικές δεκαετίες είχαμε μιαν άλλη διανομή των χρεών στην Ευρώπη εις βάρος της Γερμανίας και, χωρίς να ζητήσει συμψηφισμό των χρεών, να επιδιώξει μια πολιτική λύση του ζητήματος που θα αποβλέπει στην ανάπτυξη και στη δραστική μείωση του χρέους, ενώ παράλληλα θα ενισχύει μια κοινωνική οικονομία της αγοράς, η οποία δεν θα κολλά στον τοίχο τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, αλλά, αντίθετα, θα διαθέτει ένα καλό κοινωνικό σύστημα».
Θα είχε μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ περισσότερες πιθανότητες να επιτύχει την αποπληρωμή του κατοχικού δανείου;
«Δεν νομίζω, το αντίθετο μάλλον θα συνέβαινε: η γερμανική κυβέρνηση θα σκλήραινε τη στάση της απέναντι σε τέτοια -ανεπιθύμητη σε αυτήν – κυβέρνηση».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk