Τα τιμαλφή της παιδικής ηλικίας

«Κάπως έτσι θυμάμαι ότι μεγάλωνα, απαρατήρητος, κάτω από το τραπέζι της κουζίνας». Ενας άντρας διατρέχει οικογενειακές φωτογραφίες και θυμάται.

Νίκος Κουφάκης
Οικογενειακή πορσελάνη
Εκδόσεις Κέδρος, 2014,
σελ. 160, τιμή 11 ευρώ

«Κάπως έτσι θυμάμαι ότι μεγάλωνα, απαρατήρητος, κάτω από το τραπέζι της κουζίνας». Ενας άντρας διατρέχει οικογενειακές φωτογραφίες και θυμάται. Φωτογραφίες Kodak, με τη χαρακτηριστική πορτοκαλόχρωμη πατίνα. Ενα αγόρι με μάσκα και βατραχοπέδιλα. Η επιμελής αδελφή του που απομακρύνεται στην αίθουσα αναχωρήσεων ενός αεροδρομίου. Αγόρια βαστούν τα εξαπτέρυγα και οδηγούν μια νεκρώσιμη πομπή. Μια μάνα λιώνει στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Κλωστές DMC, πορσελάνινα διακοσμητικά πιάτα και ο έρωτας που έρχεται φορώντας λασπωμένα παπούτσια. Ιστορίες οικογενειακές – και όχι μόνον – ενός σύμπαντος καθημερινού και οικείου αφηγούνται τα διηγήματα (Οικογενειακή πορσελάνη, Κέδρος, 2014) με τα οποία κάνει την εμφάνισή του στη λογοτεχνική σκηνή ο 42χρονος Νίκος Κουφάκης.

Η θεματική της οικογένειας


Η θεματολογία του δεν είναι πρωτότυπη. Απέναντι στη λογοτεχνία των δρόμων και των άστεων της μεγάλης τοιχογραφίας της κρίσης, αρκετοί συγγραφείς, για να περιοριστούμε στους τελευταίους δώδεκα μήνες, αντέταξαν την καταβύθιση στον κλειστό κύκλο της οικογένειας. Ο Αύγουστος Κορτώ (Το βιβλίο της Κατερίνας, Πατάκης, 2013), ο Χρήστος Χωμενίδης (Νίκη, Πατάκης, 2014) και η Αννίτα Π. Παναρέτου (Ψυχής εγκώμιον, Εστία, 2014) έγραψαν για τις μανάδες τους και ο Αλέξανδρος Στεφανίδης (Το χάδι, Αγρα, 2013) και ο Χάρης Βλαβιανός (Το αίμα νερό, 2014) συμπεριέλαβαν μάνα και πατέρα.
Ο Κουφάκης εστιάζει στη μορφή του πατέρα, ο οποίος από όλους τους χαρακτήρες του είναι ο πιο χειροπιαστός. Με τον σφιχτό κόμπο της γραβάτας του το πρωί, με τις παντόφλες του το βράδυ, είναι ένα περίγραμμα που γεμίζει με τις δικές του αναμνήσεις από το παρελθόν της πατρικής του οικογένειας, με το σφρίγος και την ορμή των νεανικών χρόνων στη μεταπολεμική Ελλάδα («Φωτογραφία στρατιωτικού αγήματος σε λαμπαδηφορία, 1963), με τις ματαιώσεις της ωριμότητας, τη συναισθηματική αναπηρία, τις οργισμένες εμμονές και τις παρανοϊκές σκέψεις («Το φάντασμα»), με την παραίτηση και το σταδιακό ξεθώριασμα μέσα στις μορφές των προγόνων του που βρίσκονται στην αντίπερα όχθη («Μεταμορφώσεις»). Σαν τις ρωσικές μπάμπουσκες, μέσα από τις μνήμες του γιου, εμφανίζονται οι μνήμες του πατέρα και του παππού, ο ιστορικός χρόνος επεκτείνεται προς τα πίσω και τα βιωμένα περιστατικά ξεφεύγουν από τον χώρο του συγκεκριμένου και του προσωπικού και αποκτούν καθολικότητα. Ο Κουφάκης αναζητεί την αλήθεια της ανθρώπινης κατάστασης στην αρχή του ανθρώπου: στην οικογένεια και στην ανέφελη παιδική ηλικία, η οποία αναδεικνύεται σε τόπο της ουτοπίας.
Στην Οικογενειακή πορσελάνη η πλοκή υποβαθμίζεται, τα περιγράμματα των χαρακτήρων είναι θολά, η δράση εκτυλίσσεται στο εσωτερικό τοπίο όπου ένας νεαρός αφηγητής προσπαθεί να κατανοήσει όσα βιώνει, ψηλαφίζοντας ενώ μεγαλώνει την πεζή δυστυχία και την τραγική ευτυχία της ζωής. Τα επεισόδια από τη διαδρομή στον χρόνο μιας τυπικής μικροαστικής ελληνικής οικογένειας παραμορφώνονται στη συνείδηση του παιδιού ή του εφήβου και συγχέονται με ονειροπολήματα και φαντασιώσεις, που εκφράζονται με λόγο πρωτοπρόσωπο και ειλικρινή. Αυτός ακριβώς ο λόγος του ανήλικου αφηγητή είναι που κερδίζει την εμπιστοσύνη του αναγνώστη και προκαλεί τη συγκίνηση. Εκεί βρίσκεται η δύναμη του συγγραφέα, εκεί και η αδυναμία του. Οταν προσπαθεί να εξωραΐσει τον λόγο αυτόν και να εμπλουτίσει την οπτική του παιδιού με εκλεπτυσμένες διανοητικές εμπειρίες της ηλικίας της ωριμότητας, εκεί είναι που ο αφηγηματικός λόγος ακούγεται πεποιημένος και ψεύτικος και η γραφή δείχνει τις ατέλειές της.
Οξύ βλέμμα


Οι ιστορίες συνδέονται με κοινή θεματική, που δημιουργεί την αίσθηση ότι οι αφηγήσεις αποτελούν μέρη μιας ενιαίας διηγηματογραφικής σύνθεσης, ενός αφηγήματος ενηλικίωσης που αρχίζει με μια μετακόμιση και έναν χωρισμό («Η τελετή») και καταλήγει στην ερωτική αφύπνιση του έφηβου αφηγητή («Το γλυκό των ψυχών»). Την αίσθηση αυτή καταρρίπτουν δύο διηγήματα ποιητικής τα οποία υπογραμμίζουν την αυτοτέλεια των αφηγήσεων, το «Ασκήσεις αναπνοής», μια αυτοαναφορική αφήγηση για τη συγγραφή, δοσμένη σε έναν καλογραμμένο λαχανιασμένο εσωτερικό μονόλογο, και το «Ωραία στον ύπνο της», που εμπνέεται από την ερωτική σχέση του Πικάσο με ένα από τα μοντέλα του.
Υφολογικά πάντως, οι αφηγήσεις του Κουφάκη δεν διαφοροποιούνται. Η ειρωνεία του είναι τραγική, το χιούμορ του θλιμμένο, ο λόγος χαμηλόφωνος, αργός, αναστοχαστικός, ενίοτε ποιητικός, κάποιες στιγμές φλύαρα ποιητικίζων. Το βλέμμα όμως παραμένει σταθερά οξύ και η εικονοποιία εναργής.

«…θα παρατηρούσα τη θάλασσα. Ισως κάποιο πλοίο να έβγαινε από το λιμάνι με λευκό, αφρώδη γιακά γύρω από το ρευστό μπλε που το κρατούσε στην επιφάνεια»
γράφει ο συγγραφέας. Η φράση δεν είναι από τις καλύτερές του, η διατύπωση δεν του πέτυχε απόλυτα, αλλά η εικόνα που δημιουργεί είναι καθαρή: μια «μαγική εικόνα», στην οποία το ταξίδι με το πλοίο της γραμμής συγχωνεύεται με τη σχολική ποδιά. Τη φράση διαβάζουμε στο πρώτο διήγημα («Η τελετή») και υποβάλλει τις συντεταγμένες του τόπου και του χρόνου της αφήγησης: Ελλάδα, πριν από τη δεύτερη δεκαετία της Μεταπολίτευσης – η ποδιά καταργήθηκε το 1982. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Νίκος Κουφάκης έχει συγγραφικές ικανότητες τις οποίες έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε πώς θα εξελίξει.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk