«Δεν πιστεύω στους δεσμούς αίματος, το αίμα δεν σημαίνει τίποτε» λέει ο Λουί Γκαρέλ. «Ακούω τη λέξη αίμα και μου έρχεται στον νου ο… “Νονός”. Αίμα ίσον δύναμη, εξουσία, όλα αυτά τα τρομακτικά πράγματα. Με φοβίζουν. Ποιος έχει το “καλό” αίμα; Ποιος έχει το “κακό” αίμα; Και αν συνδέσεις το αίμα με εθνικά ζητήματα μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνο». Ο ψηλός μελαχρινός γάλλος ηθοποιός ανάβει τσιγάρο.
Ο Λουί Γκαρέλ πρόκειται να γίνει αρκετά εξομολογητικός ενώ καθόμαστε στο Jaeger Club στο ξενοδοχείο «Exelsior» του Λίντο της Βενετίας για μια κουβέντα 50 περίπου λεπτών. Του λέω ότι αίμα σημαίνει οικογένεια αλλά όπως μαθαίνω έχει δυσάρεστες αναμνήσεις από τις οικογενειακές εμπειρίες «αίματος». Οταν ήταν μικρός, 15 περίπου χρόνων, αναζήτησε έναν συγγενή εξ αίματος, ο οποίος για κάποιον λόγο είχε απορρίψει ένα άλλο μέλος της οικογενείας του. Και όταν τον βρήκε και του είπε ότι είναι από την ίδια οικογένεια εκείνος αδιαφόρησε. «Πιστεύω στη δύναμη της ομάδας, είτε αυτή είναι οικογένεια, είτε φίλοι, είτε συνάδελφοι» είπε.
«Οικογενειακές» ταινίες
Αφορμή για την κουβέντα περί αίματος έχουν δώσει δύο ταινίες στις οποίες ο Λουί Γκαρέλ πρωταγωνιστεί. Η μία είναι το «Ενας Πύργος στην Ιταλία» της Βαλέρια Μπρούνι-Τεντέσκι, αδελφής της Κάρλα Μπρούνι-Σαρκοζί, μια δραματική κομεντί για τη σχεδόν πραγματική ιστορία της οικογενείας Μπρούνι. Γυρισμένη στην Ιταλία και στη Γαλλία, η ταινία ξετυλίγει μια ανορθόδοξη ερωτική ιστορία με φόντο μια οικογενειακή τραγωδία και έχει ενδιαφέρουσες επιλογές αφού στη διανομή θα βρούμε τη Μαρίζα Μπορίνι, πραγματική μητέρα της σκηνοθέτριας (και πεθερά του Νικολά Σαρκοζί), όπως και τον σύντροφο της Μπρούνι-Τεντέσκι, τον Λουί Γκαρέλ, ο οποίος παίζει τον σύντροφο της ηρωίδας της.
Η δεύτερη «οικογενειακή» ταινία είναι η «Ζήλια» του Φιλίπ Γκαρέλ, πατέρα του Λουί Γκαρέλ και βετεράνου σκηνοθέτη της νουβέλ βαγκ. Η ταινία που εκτυλίσσεται μέσα από μια σειρά σύντομων συζητήσεων, περιπάτων και χειρονομιών, αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού άνδρα (Γκαρέλ), ο οποίος εγκαταλείπει τη γυναίκα του (Ανα Μουγκλαλίς) και τη μικρή κόρη του (Ολγκα Μιλστάιν).
«Ηθελα να γίνω κτηνίατρος»
Ο ίδιος ο Λ. Γκαρέλ, ο οποίος έγινε διάσημος μετά τους «Ονειροπόλους» του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, έχει παίξει σε αρκετές ταινίες του πατέρα του, συμπεριλαμβανομένων των «Συνήθων εραστών». Χαρακτηρίζει τη σχέση τους «πολύ παράξενη. Ως γιος θέλω το καλό της οικογενειακής επιχείρησης» είπε. «Αρα προσπαθώ να ωθήσω τον πατέρα μου προς μια κατεύθυνση που μπορεί να αρέσει στο κοινό. Ομως αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο και δεν μπορεί να γίνει πάντα. Αλλες ταινίες έχουν θετική υποδοχή και άλλες όχι. Το σινεμά είναι το ψωμί μας, ζούμε από αυτό, επομένως προσπαθούμε να κάνουμε το καλύτερο διατηρώντας και κάποιες αποστάσεις. Θα μπορούσε να είναι μια οικογενειακή επιχείρηση εστιατορίου. Ο πατέρας θέλει να μείνει παραδοσιακός στις γεύσεις που φτιάχνει, ο γιος όμως έχει τις αντιρρήσεις του και σκέφτεται διαφορετικά. Το ίδιο πράγμα». Δεν παίζει εδώ ρόλο ο δεσμός αίματος; «Οχι, το όνομα παίζει ρόλο και είναι πολύ πιο σημαντικό από το αίμα. Εχω το επώνυμο του πατέρα και του παππού μου (σ.σ.: επίσης ηθοποιού Μορίς Γκαρέλ), είναι το σημάδι της οικογενείας μου, η στάμπα. Νομίζω ότι συνδέεσαι πολύ πιο στενά με το όνομα παρά με το αίμα».
Στη σκηνή με το ζόρι
Δεν μπορώ να διακρίνω αν στον τόνο της φωνής του Λουί Γκαρέλ υπάρχει παράπονο ή ικανοποίηση όταν μου λέει ότι οι γονείς του τον πίεσαν να ασχοληθεί «με αυτή τη δουλειά» από τότε που ήταν πολύ μικρός. «Δεν με ρώτησαν αν ήθελα να γίνω ηθοποιός, απλώς μου είπαν να το κάνω, με πίεσαν. Οπως συμβαίνει με τα παιδιά που γεννιούνται στο τσίρκο και ακολουθούν τα χνάρια των γονιών τους». Ετσι η πρώτη εμφάνιση του Λ. Γκαρέλ στον κινηματογράφο έγινε σε ταινία του πατέρα του, το «Les baisers de secours» (δεν προβλήθηκε ποτέ στην Ελλάδα). Η ταινία βγήκε στις αίθουσες το 1989, όταν ο Λουί ήταν μόλις πέντε ετών (είναι γεννημένος στις 14 Ιουνίου του 1983). Παρότι αργότερα ο ίδιος ο παππούς του τού είπε ότι η ηθοποιία δεν είναι δουλειά για άνδρες («είναι ένα παιχνίδι που όταν μεγαλώσεις θα πρέπει να το αφήσεις»), εκείνος τελικά την ακολούθησε. Είχε προηγηθεί ένα διάστημα που ήθελε να γίνει κτηνίατρος επειδή είχε ποντίκια που τα αγαπά πολύ. Από τότε έχει παίξει σε αρκετές ακόμη ταινίες του Φιλίπ Γκαρέλ, αν και το διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη, τους «Συνήθεις εραστές», ήταν κάτι λιγότερο από 20 χρόνια. «Δεν είναι πάντα εύκολο να δουλεύεις με τους δικούς σου ανθρώπους γιατί, όπως είπα, όταν γίνεται κάτι τέτοιο η επιχείρηση είναι οικογενειακή. Η αποτυχία μιας ταινίας δικών σου ανθρώπων είναι πιο βαριά απ’ όσο μιας ταινίας άλλων». Σήμερα, ο Λ. Γκαρέλ θεωρεί ότι ο παππούς του είχε δίκιο. «Υπάρχουν στιγμές που θες απλώς την ησυχία σου και δεν μπορείς να την έχεις. Θες να δουλέψεις λίγο με τον εαυτό σου και δεν μπορείς. Πρέπει να εκθέτεις διαρκώς τον εαυτό σου και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να σκέφτεσαι συνεχώς την εμφάνισή σου, το ίματζ σου. Και αυτό είναι βλακώδες. Εκείνες τις στιγμές το επάγγελμά μου δεν μου αρέσει καθόλου».
«Δεν μου πάει το χαμόγελο» μου λέει όταν του αναφέρω ότι δεν συνηθίζει να χαμογελά στις ταινίες του. «Σε μια φωτογράφιση κάποιος μου ζήτησε να χαμογελάσω και όταν είδαν τις φωτογραφίες μού είπαν καλύτερα να μη χαμογελώ». Κάποτε δημιουργήθηκε ένα blog στο Internet όπου ο καθένας μπορούσε να ανεβάζει φωτογραφίες του. Και αυτό έγινε γιατί δεν υπήρχε καμία που να τον δείχνει να χαμογελά!
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



