Οσοι έτυχε να ζήσουν εκείνο το τραγικό αλλά και ταυτόχρονα γεμάτο προσδοκίες και ελπίδες καλοκαίρι του ’74, της μετάβασης από τη δικτατορία στη δημοκρατία, θα θυμούνται ασφαλώς την αίσθηση που κυριαρχούσε και που σε μεγάλο βαθμό κυριάρχησε στις δεκαετίες που ακολούθησαν: τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα… Η πρωτόγνωρη για τα δεδομένα τής τότε εποχής αίσθηση δημοκρατίας οδηγούσε σε έναν απύθμενο παραλογισμό. Ξαφνικά η Ελλάδα της επτάχρονης σιωπής –και γιατί να το κρύψουμε, της ανοχής στη χούντα –είχε μετατραπεί σε ένα απέραντο πολιτικό καφενείο, που μπροστά του ωχριούν τα σημερινά τηλεοπτικά σόου. Ο Καραμανλής μάς φαινόταν πολύ λίγος για τις απαιτήσεις μας, αφού δεν ήταν λίγοι αυτοί που ξαφνικά ονειρεύονταν ότι η απόσταση από τη χούντα στον σοσιαλισμό και την επανάσταση απείχε μερικά μόλις βήματα…
Καλός ο σοσιαλισμός, αλλά ο σοφός λαός προτίμησε τη σιγουριά και τη σταθερότητα. Συνεχίσαμε να πορευόμαστε κατά δεκάδες χιλιάδες στην πορεία του Πολυτεχνείου, ίσως και για να καλύψουμε τις ενοχές μας που αφήσαμε μερικές εκατοντάδες, άντε χιλιάδες, φοιτητές, να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Κι αφού σιγουρευτήκαμε ότι η δημοκρατία δεν κινδυνεύει, επενδύσαμε στον Ανδρέα γιατί θέλαμε λέει η Ελλάδα να ανήκει στους Ελληνες. Η αντίσταση βγήκε στο προσκήνιο, με πολλούς όψιμους αντιστασιακούς, είναι αλήθεια, αποκτήσαμε πρόσβαση στο κράτος χωρίς πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης, γίναμε πιο προχωρημένοι και από τους Ευρωπαίους στο οικογενειακό δίκαιο. Ξεχάσαμε και το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», γιατί καλά τα συνθήματα, αλλά καλύτερες οι κοινοτικές επιδοτήσεις από τους κουτόφραγκους.
Κάπως έτσι πορευτήκαμε και τα επόμενα χρόνια. Αφού χορτάσαμε τον Ανδρέα, επενδύσαμε σε αυτόν που μέχρι χθες κατηγορούσαμε ως… εφιάλτη, για να επανέλθουμε έπειτα από ένα διάλειμμα στις παλιές αγάπες και να ανακαλύψουμε στη συνέχεια τον εκσυγχρονισμό και το ευρώ. Και επειδή οι παλιές αγάπες δεν ξεχνιούνται, αγκαλιάσαμε στη συνέχεια και τους γόνους του καραμανλισμού και του παπανδρεϊσμού για να μη μείνουν κι αυτοί παραπονεμένοι.
Ας μην ξορκίζουμε λοιπόν σήμερα τη Μεταπολίτευση και τις όποιες αμαρτίες της. Συμμέτοχοι και συνένοχοι είμαστε και εμείς στον βαθμό που μας αναλογεί. Και προτού τα φορτώσουμε όλα στους φαύλους πολιτικούς που μας κατέστρεψαν, ας αναλογιστούμε ποιοι ψηφίζουν σήμερα τους Καμμένους, τους Κασιδιάρηδες ή τους Μπέους. Κι αυτοί που φωνάζουν σήμερα, αφού επωφελήθηκαν στον μέγιστο βαθμό, και αυτοί που επέλεξαν να μείνουν έξω από το παιγνίδι, όλοι μοιραστήκαμε και τα συν και τα πλην αυτής της περιόδου. Ακόμα και η νέα γενιά που υφίσταται σήμερα συσσωρευμένες τις αμαρτίες του παρελθόντος, ας μην ξεχνά ότι μεγάλωσε στις πιο ευνοϊκές ίσως συνθήκες από οποιαδήποτε άλλη γενιά στο παρελθόν.
Η ιστορία αυτών των χρόνων, οι κατακτήσεις και τα μελανά σημεία, είναι και η δική μας ιστορία. Ας την κατανοήσουμε, ας διδαχθούμε από τα λάθη και ας αφήσουμε στην άκρη τις ισοπεδωτικές λογικές.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ