Εντουαρντ Νόρτον: Ιστορίες αποτυχημένων οικογενειών

Ο Εντουαρντ Νόρτον ξεχωρίζει. Από το 1996 και την πρώτη εμφάνισή του στον «Φόβο ενστίκτου», που του χάρισε μια υποψηφιότητα για Οσκαρ β΄ ανδρικού ρόλου, ως την ερμηνεία του στα «Μαθήματα αμερικανικής Ιστορίας» και τη δεύτερη υποψηφιότητά του (αυτή τη φορά για Οσκαρ α΄ ανδρικού ρόλου), δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης.

Μετά τον «Ερωτα του φεγγαριού», όπου συναντήθηκε με τον Γουές Αντερσον για πρώτη φορά, ο Νόρτον «κλείνει» δωμάτιο στο «Grand Budapest Hotel», δίπλα σε κορυφαία ονόματα του χώρου – Ρέιφ Φάινς, Τίλντα Σουίντον, Τζουντ Λο, Μπιλ Μάρεϊ και Γουίλεμ Νταφόε -, για να βάλει και τη δική του πινελιά στη νέα ταινία του αμερικανού σκηνοθέτη που κέρδισε το μεγάλο βραβείο της επιτροπής στο εφετινό Φεστιβάλ του Βερολίνου.

Ο ηθοποιός και απόφοιτος του Γέιλ στην ταινία υποδύεται τον Χένκελς, τον αρχηγό της στρατιωτικής αστυνομίας Lutz, στη βγαλμένη από τη φαντασία του Αντερσον ευρωπαϊκή χώρα Ζουμπρόβκα της δεκαετίας του ’30. Η ταινία περιγράφει τις περιπέτειες του Γκούσταβ, ενός υπαλλήλου υποδοχής, και ενός ντροπαλού lobby boy που γίνεται ο προστατευόμενός του.
Αποφασίσατε ότι θα ξαναδουλέψετε μαζί με τον Αντερσον από την προηγούμενη συνεργασία σας, στον «Ερωτα του φεγγαριού»; «Ναι, άλλωστε μένουμε και οι δύο στη Νέα Υόρκη και εκτιμούσε πάντα ο ένας τον άλλον. Οταν με είδε σε μια παράσταση, μου έστειλε κι ένα ωραίο γράμμα, ενώ και εγώ του έγραφα θετικά σχόλια για κάποιες από τις ταινίες του. Νομίζω του είχα γράψει και για τον «Αρχάριο» όταν πρωτοβγήκε. Προσωπικά, είχα πάντα την αίσθηση ότι έπρεπε να δουλέψουμε μαζί, αλλά δεν το πίεσα, επειδή ήξερα ότι η πρόταση θα ήταν καλύτερο να έρθει από εκείνον. Αυτή τη φορά απολαύσαμε ιδιαιτέρως τη συνεργασία. Ξέρω ότι θέλει δίπλα του ανθρώπους που να πιστεύουν σε εκείνον».
Ποια ήταν η αντίδρασή σας όταν διαβάσατε το σενάριο; «Μου φάνηκε καταπληκτικό. Σκέφτηκα ότι ο Γκούσταβ ήταν ένας από τους καλύτερους χαρακτήρες που έχουν γραφτεί και γελούσα δυνατά. Η κοσμοθεωρία του και οι απόψεις του είναι τόσο αστείες, που αποτυπώνονται στη μνήμη. Και όταν ο Γουές μού είπε ότι είχε τον Ρέιφ Φάινς στο μυαλό του, του απάντησα ότι δεν θα μπορούσα να σκεφτώ κάποιον καλύτερο για τον ρόλο. «Αν μου έλεγες για οποιονδήποτε άλλο, θα σου χτυπούσα την πόρτα ασταμάτητα μέχρι να με αφήσεις να τον υποδυθώ εγώ» του είπα. Αλλά στον Ρέιφ ταίριαζε ιδανικά ο ρόλος, ο οποίος είναι ταυτόχρονα πάρα πολύ αστείος και συγκινητικός, όπως ακριβώς είναι και οι δουλειές του Γουές. Υπάρχει πάντα άπλετο χιούμορ, αλλά υφέρπει και ένα βαθύτερο νόημα».
Υπάρχει ένας κοινός άξονας στις ταινίες του Αντερσον; «Εχω καταλήξει ότι οι ταινίες του Γουές αφορούν τον τρόπο με τον οποίο η οικογένεια κάποιου τον απογοητεύει και έτσι καταλήγει να δημιουργεί ο ίδιος από την αρχή την οικογένεια που χρειάζεται. Αυτό συμβαίνει και με τον Τόνι Ρεβολόρι, που υποδύεται τον Zero, το lobby boy. Η ζωή δεν του έχει φερθεί καλά, αλλά μέσα από τη σχέση του με τον Γκούσταβ και το ξενοδοχείο βρίσκει την οικογένεια που έχει ανάγκη. Δεν νομίζω ότι υπάρχει ταινία του Γουές, πάντως, που να μην αφορά ανθρώπους με κάποιες ελλείψεις στη ζωή και την προσπάθειά τους να δημιουργήσουν μια κοινότητα ώστε να βρουν εκεί ένα πραγματικό νόημα».
Μένατε όλοι μαζί κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων; «Γυρίσαμε το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας σε μια μικρή πόλη στη Γερμανία που λέγεται Γκέρλιτς. Ο Γουές και ο παραγωγός, ο Τζέρεμι Ντόσον, είχαν διαλέξει ένα μικρό ξενοδοχείο και το μετέτρεψαν στο κεντρικό κτίριο για το επιτελείο. Μέναμε όλοι εκεί κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και δεν ήταν ανοιχτό στο κοινό. Γενικότερα, ο Τζέρεμι είναι μεγαλοφυΐα στο να πετυχαίνει το καλύτερο δυνατό στο πλαίσιο ενός λογικού μπάτζετ. Κανονίζει τα πάντα ώστε να είναι ταυτόχρονα διασκεδαστικά και λειτουργικά».
Και μιλούσαν όλοι συνεχώς για δουλειά; «Ακριβώς το αντίθετο. Το συζητούσαμε και με τον Ρέιφ και καταλήξαμε ότι οι συνθήκες εκεί είναι περισσότερο σαν τη ζωή στο θέατρο. Θύμιζε περιοδεία θιάσου που κάνει παραστάσεις κατά τη διάρκεια της σεζόν και όλοι οι ηθοποιοί μένουν μαζί σε κάθε χωριό που επισκέπτονται. Ολοι τελικά προσαρμόζονται».


Ο Γουές Αντερσον επιτρέπει τον αυτοσχεδιασμό; «Πρέπει να ακολουθήσεις τον τρόπο σκέψης του και να «παραδοθείς» στην ακρίβειά του. Να λάβεις υπ’ όψιν τους περιορισμούς και να αποδεχτείς ότι περιθώριο αυτοσχεδιασμού θα υπάρχει μόνο αν ο ίδιος το έχει προσθέσει στο σενάριο. Ο Ρέιφ παρασύρθηκε κάποιες φορές, αλλά τελικά κατάλαβε κι εκείνος ότι έπρεπε να ζυγίσει τα πράγματα και να σκεφτεί δημιουργικά για τις αλλαγές που χωρούν στην ερμηνεία, πάντα μέσα σε ένα στενό πλαίσιο. Χωρίς να αλλάξεις κάτι – ούτε σημείο στίξης – πρέπει να δώσεις τον καλύτερο εαυτό σου και αυτό μου φαίνεται ενδιαφέρουσα άσκηση».
Ο σκηνοθέτης σάς κατηύθυνε πριν από τα γυρίσματα; «Ο Αντερσον καταφεύγει πάντα στη λογοτεχνία, ενώ σε πολλές ταινίες δημιουργεί και storyboards για να περάσει το νόημα που θέλει. Ο καλύτερος τρόπος να αντιληφθείς αυτό που επιθυμεί, όμως, είναι να τον ακούσεις να το λέει ο ίδιος, καθώς έχει έναν ιδιαίτερο ρυθμό. Ετσι, πολλές φορές, προτιμώ να τον ακούσω να διαβάζει μια γραμμή, γιατί το κάνει πολύ εύστοχα. Μετά το κάνω εγώ με τον ίδιο τρόπο και παίρνω και τα εύσημα. Η διαδικασία λειτουργεί και αντίστροφα όμως. Ακόμη και με τον αυστηρό τρόπο σύμφωνα με τον οποίο του αρέσει να γίνονται τα πράγματα, ο Γουές εκπλήσσεται ευχάριστα με μια αστεία και διαφορετική ερμηνεία. Μπορείς να καταφέρεις να αλλάξει λίγο τα δεδομένα. Αν και είναι περιορισμένος, πάντα υπάρχει λίγος χώρος».
* Η ταινία «The Grand Budapest Hotel» θα προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από τις 6/3, από την Odeon.

**Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk