Ενα πιάνο –και μάλιστα με ουρά –υπήρξε η αφορμή να ιδρυθεί στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ο Σύλλογος των Φίλων της Μουσικής! Η Επιτροπή Πιάνου Συναυλιών, που μπορεί να θεωρηθεί ο πρόδρομος του Συλλόγου, είχε γραπτώς διαπιστώσει ότι «αι συναυλίαι πιάνου, αι οποίαι δίδονται εντός των Αθηνών υπό διαπρεπών Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, αναγκάζουν το φιλοθεάμον κοινόν να δυσανασχετεί και τους καλλιτέχνας να εκτελούν με μεγάλη δυσφορίαν εις πιάνα τελείως ακατάλληλα και πεπαλαιωμένα». Αυτά μας πληροφορεί το θαυμάσιο λεύκωμα, με την άρτια επιμέλεια της Μαρίας Καΐρη, για τα 60 χρόνια του Συλλόγου των Φίλων της Μουσικής που μόλις κυκλοφόρησε. Πρόκειται για μια πολυκύμαντη και συναρπαστική ιστορία που κατέληξε ύστερα από πολλές δεκαετίες στην ανέγερση και λειτουργία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, που άλλαξε τον πολιτιστικό χάρτη της Ελλάδας.
Αν η έλλειψη πιάνου ήταν ένα βασικό αιτούμενο για τους φιλόμουσους της Αθήνας, τι να πει κανείς για τις αίθουσες. Ο γνωστός δημοσιογράφος Μιχάλης Κυριακίδης σημείωνε στις αρχές της δεκαετίας του ’30: «Ο μεγάλος βιολονίστας Μπρόνισλαβ Χούμπερμαν, προσκεκλημένος του Ωδείου Αθηνών, δίνει ρεσιτάλ στο θέατρο “Κεντρικόν”. Ηταν χειμώνας, ψιλόβρεχε και μόλις άρχισε ο καλλιτέχνης να παίζει τη “σακόν” του Μπαχ, σηκώθηκε δυνατός αέρας που απειλούσε να σαρώσει τη στέγη του θεάτρου. Λαμαρίνες, τενεκέδες, κεραμίδια χοροπηδούσαν και δημιουργούσαν φοβερούς κρότους. Ο καλλιτέχνης κοίταξε απελπισμένος προς τη στέγη που είχε μεταβληθεί σε ωρυόμενη τζαζ και σταμάτησε. Τότε ακούστηκαν φωνές και διαμαρτυρίες… Αίσχος, ντροπή, ολόκληρη Αθήνα και να μην έχει μια αίθουσα κατάλληλη για μουσική». Αλλά και εγώ θυμάμαι τη δεκαετία του ’60 την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών να περιφέρεται από τον Ορφέα άλλοτε στο Παλλάς και άλλοτε στο Ρεξ, αίθουσες με απαράδεκτη ακουστική, για την εκτέλεση των συναυλιών της.
Μια εξέχουσα ομάδα φιλόμουσων της Αθήνας με επικεφαλής τον ευπατρίδη πολιτικό Λάμπρο Ευταξία και τη λαμπρή ερμηνεύτρια του λυρικού τραγουδιού Αλεξάνδρα Τριάντη, που είχαν γνωρίσει από κοντά τη λειτουργία των μεγάλων μουσικών κέντρων της Ευρώπης, όπως το Μέγαρο των Φίλων της Μουσικής (Musikverein) της Βιέννης, αποφασίζει λοιπόν το 1953 να ιδρύσει τον Σύλλογο των Φίλων της Μουσικής με πρωταρχικό στόχο, όπως σαφώς καταγράφεται στο Καταστατικό του, τη δημιουργία των κατάλληλων υποδομών, αλλά και την επίτευξη ενός οράματος για την καλλιέργεια και την ανάπτυξη της μουσικής και της μουσικής παιδείας του τόπου. Απο ‘κεί και πέρα αρχίζει μια απίστευτη οδύσσεια, η οποία αντανακλά εν πολλοίς αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε «ελληνική πραγματικότητα». Τα τεράστια δηλαδή γραφειοκρατικά και άλλα πάσης φύσεως εμπόδια που έχει να αντιμετωπίσει στην Ελλάδα κάθε προσπάθεια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας να προσφέρει έργο για την ανύψωση όχι μόνο του πολιτιστικού αλλά και του γενικότερου επιπέδου της χώρας μας.
Πρώτος πρόεδρος αναλαμβάνει ο Λάμπρος Ευταξίας και ξεκινούν οι διαδικασίες για την εξεύρεση του χώρου όπου θα ανεγερθεί το Μέγαρο Μουσικής. Υστερα από πολλά το κράτος προσφέρει το γνωστό οικόπεδο στη Βασιλίσσης Σοφίας, αλλά η παραχώρησή του εκκρεμεί για πολλά χρόνια, επειδή εκεί είναι εγκατεστημένες στρατιωτικές μονάδες.
Το 1966 το Ιδρυμα Δεκόζη – Βούρου, το οποίο διοικεί επίσης ο Λ. Ευταξίας, αναλαμβάνει όλα τα έξοδα για την ανέγερση του Μεγάρου. Παραιτείται όμως για λόγους δεοντολογίας από την Προεδρία του Συλλόγου και τη θέση του αναλαμβάνει το 1968 η Αλεξάνδρα Τριάντη, ως και τον θάνατό της το 1977. Τελικά ο θεμέλιος λίθος του Μεγάρου τίθεται από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το 1976. Και ενώ μέσα σε δύο έτη ολοκληρώνεται η κατασκευή του σκελετού, το κεφάλαιο της δωρεάς του Ιδρύματος Δεκόζη – Βούρου εξαντλείται. Τα έργα παγώνουν και την Αλεξάνδρα Τριάντη διαδέχεται ο Χρήστος Λαμπράκης, ο οποίος ήδη έπαιζε σημαντικό ρόλο στον Σύλλογο από την αρχή της ίδρυσής του.
Ο Λαμπράκης, με το γνωστό πάθος του όχι μόνο για τη μουσική αλλά και για τη μουσική εκπαίδευση στην Ελλάδα, και με την ισχύ του πετυχημένου εκδότη που διαθέτει, θα σφραγίσει με την παρουσία του τα επόμενα χρόνια την όλη δραστηριότητα για την ανέγερση του Μεγάρου. Πρόκειται για ένα τιτάνιο έργο που είναι πολύ αμφίβολο αν κάποιος άλλος Ελληνας θα μπορούσε να ολοκληρώσει. Γι’ αυτό και η κοινή γνώμη, παρά τις επί μέρους εκδηλώσεις ενός αναιτιολόγητου φθόνου, θα ταυτίσει το όλο εγχείρημα με το όνομά του. Ζητείται τότε η οικονομική αρωγή του κράτους για την ολοκλήρωση της ανέγερσης του Μεγάρου και συγκροτείται ο Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών με ένα διοικητικό συμβούλιο όπου πέντε μέλη ορίζονται από το κράτος και πέντε από τον Σύλλογο των Φίλων της Μουσικής. Οι εργασίες ανέγερσης ξαναρχίζουν και ο Χρ. Λαμπράκης εγκαταλείποντας για πολλές ώρες καθημερινά τα γραφεία των εφημερίδων του στη Χρήστου Λαδά εγκαθίσταται στο ημιτελές κτίριο του Μεγάρου το 1986.
Η γραμματέας του Χρ. Λαμπράκη και του Συλλόγου, Ζωή Σπυρομίλιου, θυμάται: «Η θέρμανση ήταν υποτυπώδης και το κρύο έμπαινε από παντού. Εκεί συνεδρίαζαν το ΔΣ και όλοι οι τεχνικοί, με την καθοδήγηση ενός πάντα ακούραστου προέδρου. Ηταν χρόνια δημιουργίας και με ενθουσιασμό συμμετείχαν όλοι, ώστε, παρ’ όλες τις δυσκολίες που ένα κτίριο τόσο σύνθετο ήταν φυσικό να δημιουργεί, βρίσκονταν τελικά λύσεις –συχνά με πολύωρα ξενύχτια. Οσο το έργο προχωρούσε, ο ενθουσιασμός όλων μεγάλωνε, καθώς βλέπαμε ένα θαυμάσιο κτίριο να αναδύεται σιγά-σιγά». Ετσι και παρά τις ποικιλώνυμες αντιδράσεις των περιοίκων και άλλων φορέων, που με προσφυγές στο Συμβούλιο Επικρατείας θέλησαν να ματαιώσουν μεγάλο τμήμα του έργου για τη δήθεν προστασία του περιβάλλοντος (εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε ένας δυσώδης σκουπιδότοπος και σήμερα ένας θαυμάσιος κήπος, που αποτελεί μια σπάνια όαση πρασίνου για την ταλαίπωρη Αθήνα), τον Μάρτιο του 1991 (15 ολόκληρα χρόνια μετά την τοποθέτηση του θεμελίου λίθου) το Μέγαρο ανοίγει τις πόρτες του στο κοινό. Θα ακολουθήσει η ανέγερση του νέου υπόγειου κτιρίου που θα στεγάσει τη λαμπρή αίθουσα όπερας «Αλεξάνδρα Τριάντη» και το Διεθνές Συνεδριακό Κέντρο της Αθήνας.

Η αντοχή του οράματος
Εχει ήδη γραφεί ότι με τη λειτουργία του Μεγάρου «άλλαξε ο τρόπος που ακούν μουσική οι Ελληνες». Διότι πέρα από τις λαμπρές παραστάσεις προώθησε πλήθος προγραμμάτων μουσικής και καλλιτεχνικής παιδείας και υψηλού επιπέδου διαλέξεις με τη λειτουργία του Μέγαρον Plus. Θα ακολουθήσουν η ίδρυση της Καμεράτας με τη γνωστή προσφορά της στη μουσική παιδεία και η δημιουργία της Μουσικής Βιβλιοθήκης με τις πολύπλευρες δραστηριότητες, ενώ οι Φίλοι της Μουσικής της Θεσσαλονίκης θα ανεγείρουν, κατά τα πρότυπα της Αθήνας, το δικό τους Μέγαρο στην πρωτεύουσα του Βορρά. Ο Σύλλογος όμως δεν θα περιορίσει τις δραστηριότητές του «εντός των τειχών», αλλά θα επιχειρήσει ένα πολύπλευρο πολιτιστικό άνοιγμα σε όλη την Ελλάδα, με σειρά σημαντικών εκδηλώσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Ολη αυτή η δραστηριότητα είναι εξαιρετικά εντυπωσιακή και ο αναγνώστης του Λευκώματος θα βρει όλες τις πολύτιμες λεπτομέρειες διαβάζοντάς το. Και σήμερα, παρά τις γνωστές οικονομικές δυσχέρειες, η προσπάθεια συνεχίζεται αμείωτη, ενώ επιχειρείται να εξευρεθεί ένας νέος τρόπος συνεργασίας με το κράτος, ο οποίος θα είναι αμοιβαία επωφελής, κάτω από τις σημερινές αντίξοες συνθήκες.
Οπως έγραψε στο Λεύκωμα ο Γιάννης Μαρίνος, για δεκαετίες στενός συνεργάτης του Χρήστου Λαμπράκη στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό και στο Μέγαρο Μουσικής: «Ο Χρήστος Λαμπράκης έχει ήδη εξασφαλίσει επάξια την αθανασία… Και ευτυχώς γι’ αυτόν –και δυστυχώς για τους φιλότιμους συνεχιστές του έργου του –έφυγε πριν η δεινή οικονομική κρίση επιπέσει επί των κεφαλών μας. Οι συνέπειές της δοκιμάζουν την αντοχή του οράματος, ενώ πολλαπλασίασαν τα προβλήματα που συναντά η επιτυχής διαχείρισή του, καθιστώντας την ακόμα δυσχερέστερη για τους διαδόχους του».

Ο κ. Γιάννης Καρτάλης είναι μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής. Το κείμενο αυτό βασίζεται στην ομιλία του κατά την παρουσίαση του Λευκώματος για τα 60 χρόνια του Συλλόγου.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ