Δεν ζωγραφίζει όσο άλλοτε. Στα 79 του χρόνια ο Δημήτρης Μυταράς κυρίως γράφει. Ποιήματα, παραμύθια και εγχειρίδια για τέχνη, όπως το τελευταίο του βιβλίο, «Η γλώσσα της τέχνης» (εκδόσεις Ιδρύματος Ευγενίδου), το οποίο έδωσε την αφορμή της συνομιλίας μας μαζί του. Ο ζωγράφος και δάσκαλος παραμένει δημιουργικός παρ’ όλη την οπτική νευροπάθεια που τον δοκιμάζει τελευταίως. Σήμερα βρίσκεται στο τέλος αυτής της δοκιμασίας που, εκτός των άλλων, του στέρησε την ιδιότητα του ενεργού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών. «Για μένα η Ακαδημία έχει τελειώσει, ούτε θέλω να την ξαναδώ» ξεκαθαρίζει για την «άδικη», όπως τονίζει, διαγραφή του λόγω απουσιών από την Ολομέλεια.
Ο Δημήτρης Μυταράς μιλάει αργά και κάνει τον συνομιλητή του να κρέμεται από τα χείλη του. Δεν είναι μόνο το απόσταγμα της σοφίας ενός δασκάλου. Είναι και εκείνο το αιχμηρό χιούμορ του που σε καθηλώνει. «Εβαλα τα δόντια μου γιατί εγώ ξέρω να μιλάω μόνο έξω από τα δόντια» λέει.
Γεννήθηκε πριν από 79 χρόνια στη Χαλκίδα. Ο πατέρας του Βασίλειος εργαζόταν ως κουρέας για να ζήσει τα παιδιά του. Μητέρα δεν γνώρισε. Η Ελένη Μυταρά πέθανε όταν ο Δημήτρης ήταν τριών ετών. Είχε όμως μεγάλη αγάπη στη ζωγραφική, την οποία φαίνεται ότι κληρονόμησε ο γιος της. Ο μικρός Δημήτρης Μυταράς, το παιδί του κουρείου που ξεσκόνιζε τους πελάτες του πατέρα του μετά το κούρεμα για να πάρει το χαρτζιλίκι του, δεν έβλεπε την ώρα να αφήσει το βουρτσάκι με το οποίο καθάριζε σβέρκους και να πιάσει τα κραγιόνια.
Ο πατέρας του όμως, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε νυμφευθεί τη δεύτερη γυναίκα του, διόλου δεν εκτιμούσε τις ζωγραφικές επιδόσεις του γιου του –ο οποίος μάλιστα είχε κρεμάσει ένα σκίτσο του πατέρα του στους χώρους του κουρείου. Ο Δημήτρης ήταν πολύ κακός μαθητής. Διάβαζε ό,τι του έπεφτε στα χέρια εκτός από τα μαθήματά του, τα οποία μισούσε. Και κάθε φορά που ο πατέρας του έβλεπε τους χαμηλούς βαθμούς του κοιτούσε αυστηρά τα χαρτιά με τα σχέδιά του και φώναζε: «Θα του τα πετάξω. Θα του τα πετάξω!».
Ευτυχώς όχι μόνο δεν του τα πέταξε αλλά συναίνεσε στην επιθυμία του παιδιού του να δώσει εξετάσεις στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών σε μια εποχή που «όποιος προοριζόταν για τη Σχολή Καλών Τεχνών ήταν σαν να έλεγε ότι πάει να πεθάνει από την πείνα». Ο Δημήτρης Μυταράς πέρασε δέκατος έβδομος στην ΑΣΚΤ το 1957, αποφοίτησε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και έκτοτε (μετά την επιστροφή του από το Παρίσι, όπου σπούδασε στην Ecole Nationale Superieure des Arts Decoratifs) συνέδεσε άρρηκτα τη ζωή του με τη σχολή διδάσκοντας εκεί επί 40 χρόνια.
Μια σειρά ιστορικών ομιλιών του στη σχολή –απαντήσεις σε βασικές απορίες των μαθητών του –αποτέλεσε τη βάση για τη συγγραφή του βιβλίου «Η γλώσσα της Τέχνης».
Στο βιβλίο σας αναφέρετε ότι, παρά τις προσπάθειές σας, δεν καταφέρατε ποτέ να «κατασκευάσετε» έναν καλλιτέχνη.
«Μα ο καλλιτέχνης δεν “κατασκευάζεται” από κανέναν. Εχει από μόνος του ένα χάρισμα. Το λένε “duende” –στα ισπανικά σημαίνει ψυχή, χάρισμα. Ο Λόρκα λέει ότι αυτό είναι ένα “μυστήριο”. Εγώ λέω ότι είναι η υπερδύναμη που σου χαρίζει το μεγάλο έργο».
Πιστεύετε ότι την κατέχετε αυτή την υπερδύναμη;
«Το θέμα είναι αν το πιστεύουν οι άλλοι».
Εσείς, ως ένας από τους μεγάλους δασκάλους της τέχνης, μπορείτε να κρίνετε τους δασκάλους που είχατε όταν ήσασταν φοιτητής;
«Και ο Γιάννης Μόραλης και ο Σπύρος Παπαλουκάς, από τον οποίο διδάχθηκα μετά τον Μόραλη, ήταν καταπληκτικοί δάσκαλοι. Υποστηρίχθηκα πολύ και από τους δύο. Να φανταστείτε ότι ο Παπαλουκάς, που με εκτιμούσε πολύ, κατάφερε να αποκτήσω μια υποτροφία στη σχολή που μου εξασφάλιζε το φαγητό μου. Υπερηφανεύομαι ότι δεν τη δέχθηκα για να την αξιοποιήσει κάποιος άλλος που θα είχε μεγαλύτερη ανάγκη διότι είχα την αδελφή μου στην Αθήνα. Εκεί έτρωγα, εκείνη με συντηρούσε».
Τι είναι αυτό που κάνει έναν δάσκαλο καλό, κύριε Μυταρά;
«Το ένστικτο της διδασκαλίας. Δεν το έχουν όλοι αυτό. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι είναι μια πολύ “φλου” κατάσταση. Ισως είναι ένα δώρο του Θεού. Στην ΑΣΚΤ είχα το Νο 1 εργαστήριο από άποψη προσέλευσης μαθητών, γιατί νομίζω ότι είχα πολύ καλή χημεία με τους μαθητές μου».
Πιστεύετε ότι στην Ελλάδα η ΑΣΚΤ ανοίγει τους ορίζοντες, πάει μπροστά τους φοιτητές της; Το ρωτώ διότι έχετε στο ενεργητικό σας μια παραίτηση από πρύτανης.
«Ναι, αυτό όμως ήταν λόγω των προβλημάτων που δημιουργούσε η γραφειοκρατία στη σχολή. Διαμαρτυρήθηκα διότι δεν υπήρχε σωστό πρόγραμμα και γιατί επενέβαιναν πολύ τα κόμματα για να δημιουργούν προβλήματα. Ξέρετε, οι φοιτητές πάντοτε έχουν και τα κόμματα από πίσω, που τους προσεταιρίζονται για να τους ψηφίσουν. Σκεφθείτε το εξής: αποφάσιζε το κόμμα και όχι οι φοιτητές για το αν έπρεπε να γίνει, ας πούμε, μια κατάληψη. Αυτό σήμαινε ότι, ενώ είχαμε δουλειά, όλοι άρχιζαν να πηγαίνουν σπίτια τους. Και έτσι γίνονταν τα μισά μαθήματα. Ξέρετε, έχω παραιτηθεί από πολλά πόστα λόγω των απόψεών μου. Οταν δεν συμφωνείς σε κάτι πρέπει να παίρνεις θέση, να σηκώνεσαι και να φεύγεις. Κάτι που δεν γίνεται με τους πολιτικούς, ας πούμε».
Βγάλατε χρήματα από τη ζωγραφική;
«Ναι, αλλά μην το πείτε στην Εφορία, σας παρακαλώ… Ημουν ένας ζωγράφος που είχε κάποιες προτιμήσεις από τον κόσμο και ποτέ στη ζωή μου δεν δυσαρεστήθηκα από το οικονομικό κομμάτι της δουλειάς μου».
Τι πιστεύετε ότι χαρακτήρισε τη δουλειά σας; Η διαμόρφωση ενός νέου καλλιτεχνικού οράματος; Η εξπρεσιονιστική ατμόσφαιρα με την κριτική κοινωνική διάθεση των τελευταίων 30 χρόνων;
«Να σας πω. Αυτό που με χαρακτήρισε ως καλλιτέχνη και ως άνθρωπο είναι απλά ότι δούλευα μέρα – νύχτα, όχι γιατί μου το επέβαλλαν αλλά γιατί μου άρεσε. Ηδη από νεαρή ηλικία, μόλις απέκτησα οικονομική ευχέρεια, νοίκιασα ένα μικρό εργαστήρι. Χωνόμουν για δέκα ώρες την ημέρα εκεί μέσα και δούλευα. Μου άρεσε. Αυτό ήταν η ζωή μου. Δεν μπορούσα να απαλλαγώ απ’ αυτό».
«Δημιουργός ενός νέου, δραστικού, καλλιτεχνικού οράματος και στοχαστικός παρατηρητής της ποιητικής τέχνης» αναφέρει για εσάς στην εισαγωγή της «Γλώσσας της Τέχνης» η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης κυρία Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα. Κοινώς, ζωγραφίζετε και γράφετε. Πάνε αυτά τα δύο μαζί;
«Μα είναι ένα πράγμα. Μόλις ολοκλήρωσα ακόμη ένα βιβλίο με τίτλο “Σύμπαν, ζωή και τέχνη” χωρίς να είμαι ειδικός σε αυτά τα ζητήματα. Αναφέρεται στο Σύμπαν, στη σχέση του με τη ζωή και με την τέχνη. Είναι πολλαπλής σημασίας, θα έλεγα. Βρισκόμαστε σε συνεργασία με το Ιδρυμα Ευγενίδου για την έκδοσή του. Δουλεύω επίσης ένα άλλο βιβλίο με τίτλο “Η ιστορία κάτω από το τραπέζι”. Πρόκειται για μια σειρά κειμένων τα οποία αναφέρονται στην αλήθεια η οποία… ποτέ δεν λέγεται από την επίσημη ιστορία. Εχω ολοκληρώσει και ένα παραμύθι που έχω γράψει για την εγγονή μου, τη Ροζαλία, και είναι μια παραλλαγή πάνω στο θέμα της Κοκκινοσκουφίτσας».
Ποια είναι τα σχέδιά σας για την ίδρυση του Μουσείου Μυταρά στη Χαλκίδα;
«Το Ιδρυμα-Μουσείο θα γίνει. Θα προχωρήσουμε στη δημιουργία του σε συνεργασία με τον Δήμο Χαλκίδας το πολύ μέσα σε τρία-τέσσερα χρόνια. Θα περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικά έργα όλων των περιόδων μου, αλλά και δείγματα της σπουδαίας δουλειάς που γίνεται εδώ και 34 χρόνια στο Εργαστήρι Τέχνης Χαλκίδας, “ψυχή” του οποίου είναι η σύζυγός μου Χαρίκλεια Μυταρά. Είναι αξιοθαύμαστη γυναίκα και τρομερά ικανή δασκάλα».
Πείτε μου, πώς αισθάνεστε για τη διαγραφή σας από τα ενεργά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών λόγω της απουσίας σας από την Ολομέλεια;
«Η Ακαδημία Αθηνών με ψήφισε στα ενεργά μέλη της μεν, αλλά είχα την κακή τύχη να πάθω την ασθένεια της οπτικής νευροπάθειας που με εμπόδιζε να παρίσταμαι στην Ολομέλεια απλούστατα γιατί δεν μπορούσα να βλέπω καλά. Στην Ακαδημία υπολόγισαν ότι δεν πήγαινα και με απέβαλαν, αλλά εγώ δεν μπορούσα να πάω. Ελειψα περισσότερο από έναν χρόνο και, σύμφωνα με το Καταστατικό της Ακαδημίας, η απουσία πάνω από έναν χρόνο άνευ αδείας θεωρείται παραίτηση. Εστειλα ωστόσο επιστολές και γνωματεύσεις (είχα πάει μάλιστα και στη Σουηδία γι’ αυτόν τον λόγο προκειμένου να προσκομίσω ιατρικά δικαιολογητικά), αλλά δεν τα δέχθηκαν και έτσι με απέβαλαν. Αποφάσισα ότι η Ακαδημία τελείωσε για μένα. Ούτε θέλω να την ξαναδώ».
«Υπήρξα ένας άνθρωπος παθιασμένος με τη δουλειά του»
Η πρόσφατη περιπέτεια με την υγεία του έκανε τον Δημήτρη Μυταρά να δει τα πράγματα αλλιώς. «Είναι μεγάλη και σκληρή δοκιμασία» λέει. «Μου έχουν πει ότι θέλει τέσσερα χρόνια για να περάσει και εγώ βρίσκομαι στο τέλος αυτής της περιπέτειας. Εχω αλλάξει, όμως, ιδέες. Εχω αλλάξει πάρα πολύ. Καταλαβαίνω πόσο κοντά πρέπει να είμαστε κοντά στους άλλους. Οι άλλοι είναι που μας κάνουν και δυστυχείς και ευτυχείς σε αυτή τη ζωή».
Η πρόσφατη περιπέτεια με την υγεία του έκανε τον Δημήτρη Μυταρά να δει τα πράγματα αλλιώς. «Είναι μεγάλη και σκληρή δοκιμασία» λέει. «Μου έχουν πει ότι θέλει τέσσερα χρόνια για να περάσει και εγώ βρίσκομαι στο τέλος αυτής της περιπέτειας. Εχω αλλάξει, όμως, ιδέες. Εχω αλλάξει πάρα πολύ. Καταλαβαίνω πόσο κοντά πρέπει να είμαστε κοντά στους άλλους. Οι άλλοι είναι που μας κάνουν και δυστυχείς και ευτυχείς σε αυτή τη ζωή».
Θα λέγατε ότι έχετε ζήσει μια ευτυχισμένη ζωή;
«Δεν είμαι δυσαρεστημένος από τη ζωή μου. Μου έχει χαρίσει τα πάντα. Δεν έχω κανένα παράπονο. Αγαπώ τους φίλους μου, τη γυναίκα μου, που έχει σχεδόν θυσιαστεί περνώντας αυτή τη δοκιμασία μαζί μου. Είμαι ένας τυχερός άνθρωπος και έχουμε υπολογίσει ότι σε έξι-επτά μήνες πρέπει να είμαι καλά».
Ποια είναι η παρακαταθήκη που αφήνετε στις επόμενες γενιές;
«Να θυμούνται ότι υπήρξα ένας άνθρωπος παθιασμένος που δούλευε συνέχεια αλλά χαιρόταν και πάρα πολύ μέσα από τη ζωγραφική του. Γιατί είναι βασικό να χαίρεσαι με αυτό που κάνεις. Στην Ελλάδα οι περισσότεροι άνθρωποι πάνε στη δουλειά τους κάνοντας “αγγαρεία” και περιμένουν πότε θα έρθει το Σάββατο, πότε θα έρθουν οι γιορτές και πότε θα έρθει η αργία του Αγίου Πνεύματος για να φύγουν από τη δουλειά. Οταν σκέφτεσαι έτσι, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Καλύτερα φύτεψε δέντρα στο σπίτι σου, είναι πιο δημιουργικό. Μόνο αυτό μπορεί κανείς να κάνει καλά: ό,τι του αρέσει πραγματικά».
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



