Οταν το 1997, στην πρώτη τετραετία Σημίτη, ο καθηγητής Γιάννης Σπράος παρουσίασε την έκθεσή του για τις δυσμενείς προοπτικές του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, οι περισσότεροι τον λοιδόρησαν και τον αντιμετώπισαν ως στυγνό τεχνοκράτη που θέλει να διαταράξει την κοινωνική συνοχή.
Λίγα χρόνια αργότερα, στα πρώτα χρόνια της δεύτερης θητείας του Κώστα Σημίτη, όταν ο τότε υπουργός Εργασίας κ.Τ. Γιαννίτσης επιχείρησε να προωθήσει την ασφαλιστική μεταρρύθμιση, άπαντες ξεσηκώθηκαν και αντιμετώπισαν εκείνη την απόπειρα ως το μέγιστο κακό, με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί η όλη προσπάθεια έγκαιρης επέμβασης στον απολύτως προβληματικό τομέα.
Έκτοτε οι πολιτικές δυνάμεις απέφευγαν ως ο διάβολος το λιβάνι οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια του ασφαλιστικού ζητήματος.
Στα χρόνια του Καραμανλή αρχικώς παράτησαν τα ασφαλιστικά ταμεία στην τύχη και σε δεύτερο πλάνο προσπάθησαν να κατακλέψουν τα αποθέματά τους με εκείνα τα απίθανα κατασκευάσματα των δομημένων ομολόγων. Και αργότερα στις αρχές του 2009 ουδεμία προσπάθεια ανελήφθη επειδή ορισμένοι ζούσαν σε πλάνες πολιτικής διαχείρισης μιας κρίσης δίχως τέλος.
Τώρα πια όλοι διαπιστώνουν ότι τα ασφαλιστικά ταμεία τελειώνουν, ότι σε λίγο δεν θα μπορούν να υποστηρίξουν τις συντάξεις που απέδωσαν.
Αλλά και πάλι, όταν τίθεται ζήτημα ελέγχου των επικουρικών συντάξεων καθώς τα επικουρικά ταμεία στεγνώνουν, εκδηλώνονται οι ίδιες κι απαράλλαχτες αντιδράσεις.
Κακά τα ψέματα: αν δεν ληφθούν εγκαίρως μέτρα τα ταμεία δεν θα δύνανται να αποδώσουν επικουρικές συντάξεις.
Αυτή δυστυχώς είναι η πικρή αλήθεια και παραμένει δυσεξήγητο πως ακόμη και τώρα,μετά τις τόσες κακές εμπειρίες, κόμματα και πολιτικά πρόσωπα εθελοτυφλούν και δεν λένε τα πράγματα ως έχουν. Είναι, φαίνεται, το «σύνδρομο της καθήλωσης» που τους καταδιώκει και δεν τους αφήνει να κάνουν βήμα μπρος. Ισως ή όντως, η ψυχιατρική να μπορούσε να εξηγήσει τη στάση της πλειονότητας των πολιτικών μας.



