Αλλάζει τίποτε στα πανεπιστήμια;

Από τότε που η Υπουργός Παιδείας κατέθεσε τις αρχικές της προτάσεις για την περίφημη αναμόρφωση του Πανεπιστημίου, διαμορφώθηκαν απαράδεκτα δύο ιδεολογικά στρατόπεδα, που διατυπώνουν μονοδιάστατες και «ποδοσφαιρικές» προσεγγίσεις. Όμως προσωπικά δεν πιστεύω στις απόλυτες απόψεις, αφού πάντοτε στις δυτικές δημοκρατίες θα υπάρχει αμφισημία και σύγκρουση συμφερόντων. Έτσι απορρίπτω προκαταβολικά τον πολωτικό τρόπο με τον οποίο τοποθετούνται και οι δύο πλευρές, γιατί η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση.

Αλλάζει τίποτε στα πανεπιστήμια; | tovima.gr

Από τότε που η Υπουργός Παιδείας κατέθεσε τις αρχικές της προτάσεις για την περίφημη αναμόρφωση του Πανεπιστημίου, διαμορφώθηκαν απαράδεκτα δύο ιδεολογικά στρατόπεδα, που διατυπώνουν μονοδιάστατες και «ποδοσφαιρικές» προσεγγίσεις.

Όμως προσωπικά δεν πιστεύω στις απόλυτες απόψεις, αφού πάντοτε στις δυτικές δημοκρατίες θα υπάρχει αμφισημία και σύγκρουση συμφερόντων.
Έτσι απορρίπτω προκαταβολικά τον πολωτικό τρόπο με τον οποίο τοποθετούνται και οι δύο πλευρές, γιατί η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση.
Όμως ποια είναι, ειλικρινά, αυτά τα δύο στρατόπεδα;
Το ένα είναι οι «φονταμενταλιστές» του κρατισμού, δηλαδή κάποιοι εκλεγμένοι πρυτάνεις που υποστηρίζουν το σημερινό δημόσιο, αλλά κομματικοποιημένο πανεπιστήμιο.
Το άλλο στρατόπεδο είναι όλες οι σκόρπιες εκείνες δυνάμεις που «αγιοποιούν» τις προτάσεις της Υπουργού Παιδείας.
Έτσι, θα εκθέσω και κάποια θετικά και κάποια αρνητικά σημεία του προκείμενου νομοσχεδίου.
Καταρχήν, είναι απόλυτα λυτρωτικό το γεγονός, ότι για πρώτη φορά μετά την μεταπολίτευση το περίφημο άσυλο αδρανοποιείται.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο το άσυλο των βανδαλισμών και των απίστευτων καταστροφών αχρηστεύεται και ορίζεται πλέον το αυτονόητο, δηλαδή «ότι σε αξιόποινες πράξεις που τελούνται εντός των χώρων των Α. Ε. Ι. εφαρμόζεται η κοινή νομοθεσία».
Όμως δυστυχώς η Υπουργός Παιδείας έκανε και μια αρνητική – και μάλιστα γιγαντιαία – ιδεολογική υποχώρηση από τις αρχικές εξαγγελίες.
Έτσι έδωσε απαράδεκτα τη δυνατότητα στους καθηγητές πλήρους απασχόλησης να κάνουν και ελεύθερο επάγγελμα (άρθρο 23)!
Αυτό σημαίνει, ότι οι καθηγητές της Νομικής θα έχουν τη απεριόριστη δυνατότητα να κάνουν και δικηγορία, οι καθηγητές του Πολυτεχνείου να ασκούν παράλληλα και το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού και ούτω καθεξής!
Και εδώ ερχόμαστε στον πυρήνα του προβλήματος που αφορά το ελληνικό πανεπιστημιακό γίγνεσθαι.
Με άλλα λόγια, αυτό που διακρίνει ποιοτικά τα φημισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ευρώπης ή της Αμερικής είναι το εξής:
Πάνω από όλα είναι συλλογικές οντότητες και οι καθηγητές είναι αφιερωμένοι στην πανεπιστημιακή τους έρευνα.
Αυτό προϋποθέτει καθηγητές που θα είναι καθημερινά παρόντες στα ιδρύματα, θα επικοινωνούνε με τους φοιτητές κλπ. Και αυτό σημαίνει περαιτέρω και υποχρεωτικές – και ελεγχόμενες – παρακολουθήσεις από μέρους των φοιτητών.
Μόνο έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ενεργός πανεπιστημιακή κοινότητα στην Ελλάδα!
Όταν όμως ο καθηγητής θα αναλώνει υπαρξιακά το χρόνο του πρωτίστως στο δικηγορικό ή το τεχνικό του γραφείο και επικουρικά μόνο στο πανεπιστήμιο, τότε τα ιδρύματα μας δεν θα αποκτήσουν ποτέ «πανεπιστημιακό όνομα».
Και υπό αυτές τις συνθήκες θα ισχύει περίτρανα αυτό που λέει ο Σαίξπηρ, δηλαδή «ότι το πνεύμα γίνεται σερβιτόρος ταβέρνας που σπαταλά την ευφυΐα του κάνοντας λογαριασμούς» (Ερρίκος Δ’).
Σε αυτό το δομικό πρόβλημα το νομοσχέδιο δεν «απαντάει» ουδόλως και, μάλιστα, θα έλεγα ότι με την παραπάνω ρύθμιση επιδεινώνει και τη σημερινή κατάσταση που ήδη βιώνουμε σε αρκετές σχολές (δηλαδή με απουσιάζοντες και βασικά «ελευθεροεπαγγελματίες» καθηγητές).
Επιπλέον, μόνο μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να έχει νόημα και η διαβόητη αξιολόγηση.
Όμως αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει, ότι αν συνεχίσει κανείς να είναι παραγωγικός και να συγγράφει και μετά την καθηγητοποίησή του στην πρώτη βαθμίδα, τότε θα πηγαίνει σε άλλο μισθολογικό κλιμάκιο.
Το άρθρο 22 του νομοσχεδίου δεν έχει αυτή τη φιλοσοφία και παραπέμπει όλα τα σχετικά ζητήματα στον μελλοντικό Οργανισμό του κάθε ιδρύματος και όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει τούτο υπό τις σημερινές οικονομικές συνθήκες, όπου περικόπτονται βάναυσα οι προϋπολογισμοί των πανεπιστημίων.
Μόνο με αυτή τη σύνδεση αξιολόγησης – μισθολογικής ανταμοιβής μπορεί να γίνει σοβαρή έρευνα σε αυτή τη χώρα. Αλλιώς θα ισχύει το γνωστό σοβιετικό αξίωμα «εμείς κάνουμε ότι δουλεύουμε και εσείς κάνετε ότι μας πληρώνετε»!
Υπό αυτή την έννοια πιστεύω ειλικρινά, ότι το καινούργιο μοντέλο διοίκησης έχει λιγότερη θεσμική σημασία σε σύγκριση με αυτό το ζήτημα.
Βεβαίως σπεύδω εξαρχής να διευκρινίσω, ότι δεν αποδέχομαι την αντισυνταγματικότητα της σχετικής ρύθμισης για τα Συμβούλια.
Γιατί; Γιατί ο κοινός νομοθέτης μπορεί να επιλέγει κάθε φορά το σύστημα εκείνο διοίκησης και οργάνωσης των σπουδών, που εξυπηρετεί καλύτερα την προαγωγή της επιστήμης.
Μάλιστα, σε ιδεολογικό επίπεδο θα ήταν ορθότερο στη διοίκηση ενός δημόσιου πανεπιστημίου να συμμετέχουν και αντιπροσωπευτικές φωνές της τοπικής κοινωνίας, αφού οι βασικές λειτουργίες αυτών των ιδρυμάτων χρηματοδοτούνται από τα λεφτά του δημόσιου κορβανά!
Όμως κάθε θεσμός δοκιμάζεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον. Δεν βρισκόμαστε στη Γερμανία. Τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει, ότι μέχρι τώρα τα πανεπιστήμια μας είχαν αλωθεί από τις φοιτητικές παρατάξεις που διαπραγματεύονταν κομματικά με τους πρυτάνεις σχεδόν όλα τα ζητήματα (Ντεριντά, «Το πανεπιστήμιο άνευ όρων»)!
Τώρα όμως θα υπάρχει ο εξής «εξωτερικός» κίνδυνος με τα καινούργια Συμβούλια Διοίκησης (που θα αποτελούνται από 7 εκλεγμένους καθηγητές, 7 εξωτικούς της κοινωνίας και 1 φοιτητή) :
Δηλαδή θα υφίσταται ο εφιαλτικός κίνδυνος η διαφθορά της υπόλοιπης κοινωνίας – ή της αγοράς – να μεταφερθεί και μέσα στα πανεπιστήμια.
Για να το πω πιο απλά : Θα ήταν ολέθριο να διοχετευθεί στη διοίκηση ενός πανεπιστημίου το εκφυλισμένο και κομματικό κλίμα πολλών Δήμων.
Και η ανησυχία τούτη αυξάνεται, αν αναλογιστεί κανείς ότι τα πανίσχυρα αυτά Συμβούλια θα εκλέγουν και τους πρυτάνεις και τους κοσμήτορες.
Ενόψει όλων αυτών εξακολουθώ να πιστεύω, ότι το μόνο ενδεδειγμένο βήμα που πρέπει να γίνει – προς το παρόν τουλάχιστον – είναι ένα:
Δηλαδή, εκλογή των πρυτανικών αρχών μόνο από τους καθηγητές (και των κοσμητόρων μόνο από τις αντίστοιχες Σχολές).
Ποιο είναι το συμπέρασμα; Υπάρχουν και θετικές ρυθμίσεις μέσα στο νομοσχέδιο.
Όμως είναι λάθος το ότι η όλη συζήτηση έχει επικεντρωθεί μόνο στα Συμβούλια Διοίκησης.
Υφίστανται και άλλοι σοβαροί στόχοι, όπως είναι η ύπαρξη καθηγητών που θα ασχολούνται αποκλειστικά με τη διδασκαλία και την έρευνα.
Και σε αυτά τα ζητήματα το νομοσχέδιο είναι σίγουρα ανεπαρκές!

Ο K. Καλφέλης Γρηγόρης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής στο ΑΠΘ

.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk