Πώς θα χαρακτηρίζατε έναν άνδρα 71 ετών, φθισικό και αλκοολικό, που το 1913 αποφασίζει να διασχίσει τις ΗΠΑ με μοναδικό σκοπό να βρεθεί στο πλευρό του θρυλικού μυστακοφόρου Πάντσο Βίγια την εποχή που το επαναστατημένο Μεξικό σπαράσσεται από έναν εμφύλιο πόλεμο; Το «μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι» δεν ισχύει πλήρως στην περίπτωση του πολυπράγμονα Αμπροουζ Μπιρς, στον οποίο πιστώνεται η πιο μυστηριώδης εξαφάνιση στα χρονικά των αμερικανικών γραμμάτων. Ο περιπετειώδης βίος και η πολυδιάστατη πολιτεία του πείθουν ότι μπορεί και να «χάθηκε» σε μια από τις πολλές αλλόκοτες ιστορίες παραδοξότητας και φαντασμάτων που ο ίδιος έπλασε.

Η Λέσχη γονεοκτόνων, αυτό το μικρό και ιλαροτραγικό τομίδιο, είναι μια συσσωμάτωση διηγημάτων του συγγραφέα από εφημερίδες και περιοδικά στα οποία εργάστηκε στη διάρκεια της ζωής του. Πρόκειται για τέσσερις ιστορίες που περιγράφουν, στο πρώτο πρόσωπο της εξομολόγησης και της αυτοϋπονόμευσης, μερικούς από τους πιο μακάβριους αλλά και ευφάνταστους τρόπους να ξεκάνει κανείς τους γονείς του- και όποια άλλα μέλη της ευρύτερης οικογένειας δεν του γεμίζουν το μάτι. Οι αιτίες αλλά και τα κίνητρα για τις δολοφονίες δεν έχουν καμία σημασία, είτε προέρχονται από μια παιδική ελαφρότητα είτε από μια καλά υπολογισμένη προμελέτη. Αλλωστε η αφηγηματική κλωστή που περνάει από τη μια δολοφονία στην άλλη και ταυτοχρόνως τις συναρμόζει είναι η καλλιτεχνική αναζήτηση για μια «αισθητική» του εγκλήματος.

«Εν κατακλείδι,δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι, από καλλιτεχνική άποψη, ο φόνος του θείου Ουίλλιαμ, όπως εγώ τον διέπραξα,δύσκολα θα μπορούσε να ξεπεραστεί σε ωμότητα» λέει ο κατηγορούμενος στο δικαστήριο αφηγητής περιγράφοντας τον «πιο αγαπημένο του φόνο» στο ομώνυμο πρώτο διήγημα της συλλογής. Ο ανιψιός, με αρκετή δόση μαζοχισμού, επιστρατεύει ένα σακί και ένα δυνατό κριάρι και κάτω από ένα δέντρο στήνει μια παιχνιδιάρικη τελετουργία θανάτου στον ηλικιωμένο συγγενή του που αργοπεθαίνει μέσα στη βαρυγκώμια. Στο «Κυνέλαιο» ο γιος βρίσκει σκυλιά για τα καζάνια του πατέρα του και καθαρίζει τα υπολείμματα από τη δουλειά της μάνας του η οποία βοηθούσε τις γυναίκες να απαλλαγούν από τα ανεπιθύμητα μωρά. Ο θάνατος και των δύο στο τέλος, μέσα στο εργαστήριο, θα χαρακτηριστεί από το βλαστάρι τους «θλιβερή εμπορική καταστροφή» λόγω απερισκεψίας.

Ο Γκρέγκορι Πεκ (στον ρόλο του Αμπροουζ Μπιρς) και η Τζέιν Φόντα σε πλάνο από την ταινία «Ο γεροΓκρίνγκο» (1989) του αργεντινού σκηνοθέτη Λουίς Πουένσο, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Κάρλος Φουέντες

Ο γιος στο «Ενας ατελής εμπρησμός» δολοφονεί τον πατέρα του επειδή λάτρευε υπερβολικά τη μουσική ενώ αμέσως μετά κλείνει οριστικά το στόμα της μητέρας του για να μην αποκαλύψει τίποτε. Προσπαθεί να σβήσει τα ίχνη που θα τον ενοχοποιήσουν αλλά τα καταφέρνει εν μέρει μόνο. Στην τελευταία ιστορία ο «υπνωτιστής» γιος μετέρχεται σκοτεινές δυνάμεις και στρέφει τον έναν γονιό του απέναντι στον άλλο με λύσσα. Κατά τα άλλα, «αν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από κάποιον κακό άνθρωπο (ο υπνωτισμός) για ποταπό σκοπό, δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω» εξομολογείται συντετριμμένος.

Ο Αμπροουζ Μπιρς κινείται στα άκρα του ανθρώπινου μυστηρίου και το προσεγγίζει με ανελέητη ειρωνεία, σκοπίμως επιτηδευμένο σαρκασμό και μαύρο, κατάμαυρο χιούμορ. Η εμπειρία, κατά τον συγγραφέα του διάσημου «Αλφαβηταριού του Διαβόλου» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ηλέκτρα), είναι η πείρα που σταδιακά αποκτούμε και μας επιτρέπει, έστω και αθέλητα, να γνωρίσουμε την καταγωγική μωρία που μας χαρακτηρίζει. Ο λογοτεχνικός κόσμος του Μπιρς έχει καταφανώς ορισμένες προϋποθέσεις και άλλα τόσα προαπαιτούμενα για την ανθρώπινη φύση. Μόνο έτσι γίνεται διαπερατό αυτό το σύμπαν του παγερού μισανθρωπισμού και μόνο έτσι, με την άτυπη συμφωνία αναγνώστη και δημιουργού, μπορούμε να κατανοήσουμε ότι ο πάγος δεν συνιστά παρά μια επιφάνεια με υφολογικά κομψοτεχνήματα που προκαλούν ένα αμφίθυμο, συγκαταβατικό μειδίαμα και μια συναισθηματική αμηχανία.

Ο συγγραφέας επενδύει ολιστικά στην ανθρώπινη αποκτήνωση κατά τον τρόπο, θα λέγαμε, που ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ επενδύει στην ανθρώπινη «ανηθικότητα», με απώτερο σκοπό να μπει η εξόριστη αρετή φωταγωγημένη από το παράθυρο. Ο «Πικρόχολος Μπιρς», όπως τον κατονόμασαν όσοι δέχτηκαν τη δριμύτητα της κριτικής του, είχε μια τόσο κατεδαφιστική και φλεγματική πένα που με κάθε λέξη του δημιουργούσε και έναν εχθρό. Ειδικά οι αφορισμοί του παραμένουν μνημειώδεις.

Ο «γερο-Γκρίνγκο» που εξαφανίστηκε

Ο περιπετειώδης βίος και η πολυδιάστατη πολιτεία του Αμπροουζ Μπιρς πείθουν ότι μπορεί και να «χάθηκε» σε μια από τις πολλές αλλόκοτες ιστορίες παραδοξότητας και φαντασμάτων που ο ίδιος έπλασε

Ο Αμπροουζ Γκουίνετ Μπιρς γεννήθηκε το 1842 στο Χορς Κέιβ Κρικ της κομητείας Μάιγκς του Οχάιο.Στερνός γόνος μιας πολύτεκνης οικογένειας,άρχισε να εργάζεται ως παραγιός στο τυπογραφείο της εφημερίδας «Τhe Νorthern Ιndiana».

Πέρασε από το Στρατιωτικό Ινστιτούτο του Κεντάκι και ήταν από τους πρώτους που κατατάχτηκαν στον στρατό του Αβραάμ Λίνκολν όταν ξέσπασε ο αμερικανικός εμφύλιος.Στον Εμφύλιο συμμετείχε σε όλες τις μεγάλες μάχες,από το Σιλό ως την Τσικαμάουγκα,με τον στρατό των Βορείων.Απέκτησε τη φήμη υποδειγματικού στρατιώτη και έγινε αξιωματικός υπό τις εντολές του στρατηγού Χέιζεν.Το πεδίο της μάχης γράφτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη του και πέρασε βιωματικά στο έργο του.Μετά τη νίκη των Βορείων επέστρεψε στο Σαν Φρανσίσκο και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία καυτηριάζοντας την εγκληματική συμπεριφορά των χριστιανών συμπολιτών του,τον κλήρο,τους πολιτικούς,τους σοσιαλιστές,τις φεμινίστριες,τους συνδικαλιστές,ακόμη και τους τοπικιστές συγγραφείς.

Το 1913 καταφεύγει στο Μεξικό και εξαφανίζεται,αφού προηγουμένως γράψει ένα τελευταίο γράμμα στο οποίο αποκαλύπτει την επιθυμία του να βρει τον θάνατο στο μέτωπο.Το τέλος της ζωής του παραμένει αινιγματικό.Η εξαφάνισή του δημιούργησε μια ολόκληρη παραφιλολογία μετατρέποντάς τον σε «μυθολογικό» πρόσωπο.Ο μεξικανός συγγραφέας Κάρλος Φουέντες βάσισε ένα από τα πιο σημαντικά έργα του,το μυθιστόρημα «Ο γερο-Γκρίνγκο» (1985) σε αυτόν τον ξεχωριστό συγγραφέα,δημοσιογράφο και στρατιώτη.