Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται. Και όλα ξημέρωσαν καλά για τον «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου, που βρίσκεται στην πεντάδα των υποψηφίων για το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας 2011. Κάτι που έχει να συμβεί σε ελληνική ταινία εδώ και 33 ολόκληρα χρόνια, από τότε που η «Ιφιγένεια» του Μιχάλη Κακογιάννη βρέθηκε στην ίδια πεντάδα με «Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου» του Λουίς Μπουνιουέλ. Ολα όμως είχαν ξεκινήσει πριν από δυόμισι χρόνια, όταν το τμήμα Ενα Κάποιο Βλέμμα του Φεστιβάλ Καννών ενέταξε τον «Κυνόδοντα» στο πρόγραμμά του. Το φιλμ κέρδισε το πρώτο βραβείο και από τότε η ανοδική πορεία του είναι ασυγκράτητη. Ξαφνικά όλοι άρχισαν να δείχνουν ενδιαφέρον για αυτή την ιδιαίτερη ταινία που αναφέρεται στις «παράξενες σχέσεις» ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας τα οποία με την εξαίρεση του πατέρα (Χρήστος Στέργιογλου) δεν βγαίνουν ποτέ από το σπίτι τους. Ο Γιώργος Λάνθιμος έγινε το πιο hot όνομα νέου σκηνοθέτη και μαζί του ο ελληνικός κινηματογράφος πήρε τα πάνω του. Ο «Κυνόδοντας» άνοιξε σε χώρες όπως η Γαλλία και η Αγγλία και ο σκηνοθέτης του άρχισε να δίνει συνεντεύξεις σε περιοδικά όπως το «Sight and Sound». Εφημερίδες όπως η «Liberation» και ο «Monde» ασχολήθηκαν μαζί του. Η ταινία διανεμήθηκε στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 2009 και η εταιρεία διανομής της Feelgood Entertainment τη στήριξε τόσο ώστε να φθάσει περίπου τα 40.000 εισιτήρια (από τις 3 Φεβρουαρίου η ταινία διανέμεται ξανά στις αίθουσες). Πέρυσι τον Απρίλιο κέρδισε το πρώτο βραβείο στην πρώτη τελετή της νεοσύστατης Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και αυτό της έδωσε το εισιτήριο για την Ακαδημία των Οσκαρ αφού ήταν η επίσημη πρόταση της χώρας μας.
Ο φασισμός της καθημερινότητας
«Να σου πω την αλήθεια,
στο πίσω μέρος του εγκεφάλου μου το περίμενα» μας απάντησε την περασμένη Τετάρτη ένας από τους πρωταγωνιστές του «Κυνόδοντα», ο Χρήστος Στέργιογλου, όταν τον ρωτήσαμε αν η υποψηφιότητα που κέρδισε ο «Κυνόδοντας» τον βρήκε προ εκπλήξεως. «Η εξέλιξη αυτής της ταινίας το έδειχνε. Ετσι έπρεπε να γίνει. Αυτή είναι η πορεία που έπρεπε να έχει η ταινία» μας είπε ο ηθοποιός σε ένα διάλειμμα από τις πρόβες της «Τρισεύγενης» του Κωστή Παλαμά. «Οταν παίχθηκε στις Κάννες, η “Liberation” έγραψε κάτι εξαιρετικό για την ταινία, ότι είναι “το χρονικό του καθημερινού φασισμού”. Το ενστερνίζομαι απολύτως γιατί για μένα δεν είναι τόσο το θέμα του εγκλεισμού της οικογένειας αλλά το πού οδηγεί η βλακεία του ολοκληρωτικού καθεστώτος ή αυτών που θέλουν να προστατεύσουν τον κόσμο επειδή νομίζουν ότι τον αγαπούν».
«Ηταν αναπάντεχο για μας επειδή δεν φανταζόμασταν ποτέ ότι το είδος αυτού του φιλμ θα ήταν στα μέτρα της Ακαδημίας των Οσκαρ»
μας είπε ο παραγωγός της Boo Productions και του «Κυνόδοντα» Ηρακλής Μαυροειδής από το Φεστιβάλ του Sundance στο οποίο αυτή την εποχή βρίσκεται με μια άλλη ταινία, το «Attenberg» της Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγγάρη. «Για το ξενόγλωσσο Οσκαρ πάνε άλλου είδους ταινίες, πιο βατές, πιο “κανονικές”, που ψηφίζονται πιο εύκολα από τα μέλη της Ακαδημίας. Ισως να βοήθησε ότι η ταινία λειτουργεί μετά, όχι όταν τη βλέπεις. Τη σκέφτεσαι το βράδυ. Αυτό για μένα ήταν το μεγάλο της ατού».
Για τον Γιώργο Τσούργιαννη, επίσης παραγωγό του «Κυνόδοντα», «το κομβικό σημείο της ταινίας είναι ότι το κοινό της μοιάζει να ανταποκρίνεται με έναν γνήσιο τρόπο, ακόμη και όταν η εντύπωση είναι αρνητική. Η ταινία έχει μια αλήθεια από μόνη της και αυτό ήταν αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς».
Ο δρόμος προς την Αμερική
Αν ο «Κυνόδοντας» δεν είχε βρει διανομή στις ΗΠΑ, δεν θα ήταν υποψήφιος για Οσκαρ. Ο Γιώργος Λάνθιμος και το επιτελείο του οφείλουν πολλά στην εταιρεία διανομής KINO Lorder που αγόρασε την ταινία για την Αμερική, όπου ως σήμερα έχει κόψει 25.000 εισιτήρια. Η KINO Lorder ειδικεύεται σε ταινίες τέχνης και οι ιδιοκτήτες της Ντόναλντ Κριμ και Ρίτσαρντ Λόρμπερ στηρίζουν δημιουργούς όπως ο Ακι Καουρισμάκι, ο Μίκαελ Χάνεκε, ο Γουόνγκ Καρ Βάι και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. «Το Βήμα» μίλησε με τον Ντόναλντ Κριμ στη Νέα Υόρκη.
_ Νιώσατε έκπληξη όταν είδατε τον «Κυνόδοντα» ανάμεσα στις πέντε υποψηφιότητες;
«Οχι εντελώς, γιατί πριν από την τελική φάση των πέντε τα μέλη της Ακαδημίας είχαν ήδη ξεχωρίσει την ταινία ανάμεσα σε 65 συμπεριλαμβάνοντάς την στη short list των εννέα. Τότε νιώσαμε έκπληξη. Θα πρέπει όμως να πω ότι είχαμε ένα προαίσθημα ότι ο “Κυνόδοντας” θα έφθανε στους εννέα όταν διαβάσαμε ένα άρθρο στους “Times” του Λος Αντζελες μερικές εβδομάδες προτού προβληθεί εκεί. Είμαι σίγουρος ότι αυτό το άρθρο επηρέασε τα μέλη της Ακαδημίας».
_ Πιστεύετε ότι η προώθηση της ταινίας από το Φεστιβάλ Ελληνικών Ταινιών του Λος Αντζελες βοήθησε στην επιτυχία της;
«Ναι, το πιστεύω. Οπως το άρθρο των “Τimes”, οτιδήποτε προκαλεί την προσοχή για μια ταινία κατά τη διάρκεια της προοσκαρικής κούρσας ανεβάζει τις πιθανότητες επιτυχίας της».
_ Τι προσείλκυσε την KINO Lorder να αγοράσει την ταινία για διανομή στις ΗΠΑ;
«Είδα τον “Κυνόδοντα” στις Κάννες και αυτομάτως με παρέσυραν η ωμότητα και η εμπνευσμένη αφήγησή του. Γνωρίζαμε ότι ενδεχομένως δεν θα έκανε πολλά εισιτήρια _ είχαμε δίκιο _ αλλά ξέραμε ότι θα αρέσει σε πολλούς κριτικούς, κάτι που επίσης συνέβη».
_ Η υπόθεση «Κυνόδοντας» είναι πολύ σημαντικό ζήτημα για τον ελληνικό κινηματογράφο,
αφού κάτι παρόμοιο δεν έχει συμβεί με ελληνική ταινία από το 1978. Ως ειδικός σε μη αγγλόφωνες ταινίες τέχνης πώς εξηγείτε την απουσία της Ελλάδας από τα Οσκαρ όλα αυτά τα χρόνια;
«Δύσκολη ερώτηση, διότι με την εξαίρεση των ταινιών του Θόδωρου Αγγελόπουλου τις οποίες η KINO Lorder ανέκαθεν παρακολουθούσε δεν έχουμε δει πολλές ελληνικές ταινίες που να ανήκουν στο είδος που θα προσείλκυε το αμερικανικό arthouse κοινό στο οποίο ειδικευόμαστε. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ταινίες δεν είναι καλές, απλώς δεν θα δούλευαν στις ΗΠΑ. Είναι επίσης αλήθεια ότι, για διαφόρους λόγους, τα τελευταία χρόνια δεν υπάρχουν διεθνείς σταρ ηθοποιοί από την Ελλάδα που θα προσέθεταν ενδιαφέρον σε μια ταινία από την Ελλάδα. Παρεμπιπτόντως, είμαι μεγάλος φαν των ταινιών του Μιχάλη Κακογιάννη και νιώθω υπερήφανος που υπήρξα ο διανομέας τόσο των “Τρωάδων” όσο και του “Βυσσινόκηπου”».
_ Πιστεύετε ότι ο «Κυνόδοντας» θα κερδίσει;
«Το ελπίζω».
?
Δύο σκηνοθέτες μιλούν για την «οσκαρική» εμπειρία τους
Μιχάλης Κακογιάννης
«Τα Οσκαρ κρατούν σε απόσταση»
«Κάθε συμμετοχή της Ελλάδας βοηθάει τον σχεδιασμό για μια εξωστρεφή πολιτιστική πολιτική. Χαίρομαι κάθε φορά που μια ελληνική ταινία παίρνει ένα βραβείο ή μια διάκριση. Δύο Χρυσές Σφαίρες κέρδισαν “Το κορίτσι με τα μαύρα” και η “Στέλλα”. Η “Ηλέκτρα” το 1963, ο “Ζορμπάς” το 1964 και η “Ιφιγένεια” το 1977 προτάθηκαν για Oσκαρ και συγκέντρωσαν Oσκαρ και βραβεία. Ως δημιουργός, όμως, πάντα ήμουν στην επόμενη ημέρα, σε μία ακόμη ταινία, σε μια θεατρική παράσταση, σε μια όπερα. Κράτησα μια απόσταση από τα βραβεία».
Κώστας Γαβράς
«Το Οσκαρ έχει σημασία όταν δεν το έχεις»
«Οταν κέρδισα το Οσκαρ για τον “Αγνοούμενο” γύριζα τη “Χάνα Κ. ” στην Ιερουσαλήμ. Μου τηλεφώνησε ο ηθοποιός Ζαν Γιαν από το Λος Αντζελες στις 5 το πρωί και με ξύπνησε για να μου πει ότι κέρδισα το Οσκαρ. Του απάντησα: “Ε, και λοιπόν;”. Εγώ είχα άλλα προβλήματα εκείνη την εποχή για την ταινία που γύριζα. Μου ήταν λοιπόν τελείως αδιάφορο το τι γινόταν στο Λος Αντζελες. Θέλω να πω, το Οσκαρ είναι ενδιαφέρον για όποιον δεν το έχει. Απαξ και το αποκτήσει, ύστερα από λίγο δεν τον ενδιαφέρει και τόσο πολύ. Δεν είναι τόσο σημαντικό για αυτόν που το κερδίζει όσο για τους άλλους που το βλέπουν».
?
Οι Ελληνες των Οσκαρ
Κατίνα Παξινού
Μια υποψηφιότητα, ένα Οσκαρ β’ γυναικείoυ ρόλου για την ταινία «Για ποιον χτυπά η καμπάνα;» (1943).
Ελία Καζάν
Επτά υποψηφιότητες, δύο Οσκαρ σκηνοθεσίας για τις ταινίες «Συμφωνία κυρίων» (1947) και «Το λιμάνι της αγωνίας» (1954). Υπήρξε επίσης υποψήφιος για το Οσκαρ σκηνοθεσίας των ταινιών «Λεωφορείον ο Πόθος» (1951), «Ανατολικά της Εδέμ» (1955) και «Αμέρικα, Αμέρικα» (1963). Το «Αμέρικα Αμέρικα», με τον Καζάν συμπαραγωγό, υπήρξε επίσης υποψήφιο για Οσκαρ καλύτερης ταινίας. Μία ακόμη υποψηφιότητα για την ίδια ταινία ήταν εκείνη του σεναρίου γραμμένου κατευθείαν για την οθόνη.
Μάνος Χατζιδάκις
Μια υποψηφιότητα, ένα Οσκαρ καλύτερου τραγουδιού για την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» (1960).
Τζορτζ Τσακίρης
Μια υποψηφιότητα, ένα Οσκαρ β’ ανδρικού ρόλου για την ταινία «West Side Story» (1961).
Βασίλης Φωτόπουλος
Μια υποψηφιότητα, ένα Οσκαρ καλλιτεχνικής διεύθυνσης – σκηνικών για ασπρόμαυρη ταινία για τον «Αλέξη Ζορμπά» (1964). Να σημειωθεί ότι ο Φωτόπουλος έκανε και τα 75 σκηνικά της ταινίας του Ελία Καζάν «Αμέρικα, Αμέρικα» (1962), ο τελευταίος όμως αφαίρεσε από τους τίτλους της ταινίας το όνομά του, παρά τους όρους που υπήρχαν στο συμβόλαιο. Οταν ο Φωτόπουλος ρώτησε τον Καζάν γιατί το έκανε, εκείνος (σύμφωνα με τον σκηνογράφο) αντερώτησε: «Μα ποιος θα πίστευε ότι αυτά τα σκηνικά έγιναν από ένα ελληνόπουλο;». Ολα αυτά θα είχαν ξεχαστεί, φυσικά, αν το «Αμέρικα, Αμέρικα» δεν κέρδιζε το Οσκαρ καλλιτεχνικής διεύθυνσης – σκηνικών για ασπρόμαυρη ταινία, το οποίο δυστυχώς δόθηκε μόνο στον Κάλαχαν.
Κώστας Γαβράς
Τρεις υποψηφιότητες, δύο Οσκαρ. Το «Ζ» (1969) κέρδισε το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και ο «Αγνοούμενος» (1982) το Οσκαρ σεναρίου βασισμένου σε ξένο υλικό, το οποίο ο Γαβράς μοιράστηκε με τον σεναριογράφο Ντόναλντ Στιούαρτ. Το «Ζ» ήταν υποψήφιο για πέντε Οσκαρ και για την ίδια ταινία ο Γαβράς διεκδίκησε το Οσκαρ σκηνοθεσίας και διασκευασμένου σεναρίου (συνυποψήφιος με τον Χόρχε Σεμπρούν.) Επίσης, το «Ζ» ήταν υποψήφιο και για το Οσκαρ καλύτερης ταινίας.
Ντιν Ταβουλάρις
Πέντε υποψηφιότητες, ένα Οσκαρ καλλιτεχνικής διεύθυνσης – σκηνικών για την ταινία «Ο Νονός, μέρος 2» (1974) του Φράνσις Κόπολα, ο οποίος τον οδήγησε ακόμη τρεις φορές στα Οσκαρ (για τις ταινίες «Αποκάλυψη, τώρα!» το 1979, «Τάκερ, ένας άνθρωπος και το όνειρό του» το 1988 και «Ο Νονός, μέρος 3» το 1990). Τέλος, το διεκδίκησε και για «Το μεγάλο κόλπο του Μπρινκ» (1978) του Γουίλιαμ Φρίντκιν.
Θεώνη Βαχλιώτη-Ολντριτς
Μια υποψηφιότητα, ένα Οσκαρ κοστουμιών για την ταινία «Ο υπέροχος Γκάτσμπι» (1974).
Βαγγέλης Παπαθανασίου
Μια υποψηφιότητα, ένα Οσκαρ μουσικής για την ταινία «Οι δρόμοι της φωτιάς» (1981).
?
Δεν το κέρδισαν αλλά ήταν εκεί
Μελίνα Μερκούρη
Υποψήφια για το Οσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου για το «Ποτέ την Κυριακή» (1960). Το έχασε από την Ελίζαμπεθ Τέιλορ για το «Butterfield 8».
Μιχάλης Κακογιάννης
Τρεις υποψηφιότητες για τον «Αλέξη Ζορμπά» (1964) αλλά κανένα βραβείο. Η ταινία ήταν υποψήφια για το Οσκαρ καλύτερης ταινίας (ο Κακογιάννης είναι ο παραγωγός της), σκηνοθεσίας και διασκευασμένου σεναρίου. Δύο ακόμη ταινίες του Κακογιάννη, η «Ηλέκτρα» (1962) και η «Ιφιγένεια» (1977), διεκδίκησαν το Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης παραγωγής.
Ντένη Βαχλιώτη
Δύο υποψηφιότητες στις κατηγορίες κοστουμιών ασπρόμαυρης ταινίας για το «Ποτέ την Κυριακή» (1960) και τη «Φαίδρα» (1962) του Ζυλ Ντασσέν.
Βασίλης Γεωργιάδης
Δύο ταινίες του, τα «Κόκκινα φανάρια» (1963) και «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» (1965), διεκδίκησαν το ξενόγλωσσο Οσκαρ.
Τέλι Σαβάλας
Υποψήφιος για το Οσκαρ β’ ρόλου στην ταινία «Ο βαρυποινίτης του Αλκατράζ» (1962) του Τζον Φρανκενχάιμερ.
Τζον Κασσαβέτης
Υποψήφιος για το Οσκαρ σκηνοθεσίας στο «Μια γυναίκα εξομολογείται» (1974), για το πρωτότυπο σενάριο των «Προσώπων» (1968) και για το β’ ανδρικού ρόλου στο «Και οι 12 ήσαν καθάρματα» (1967) του Ρόμπερτ Ολντριτς.
Γιώργος Καραθάνος
Η ισραηλινή ταινία «Σταυροδρόμια ζωής» στην οποία ήταν συμπαραγωγός διεκδίκησε πέρυσι το ξενόγλωσσο Οσκαρ.



