Μόνο ανέφελες και αποτελεσματικές δεν ήταν οι δύο κυβερνητικές συνεργασίες μεταπολιτευτικά, καθώς τα κόμματα δεν έκαναν ούτε βήμα πίσω στη στρατηγική τους και μετά τη διάλυσή τους οι πολίτες ψήφισαν... αυτοδυναμία

Ο εφιάλτης της Οικουμενικής το ΄90

ΛΙΓΟ πριν από τα μεσάνυχτα της 18ης Οκτωβρίου 1981 και ενώ το ΠαΣοΚ ξεκινούσε την ιστορική πορεία προς την εξουσία, ο Χαρίλαος Φλωράκης τηλεφωνούσε στον Ανδρέα Παπανδρέου προκειμένου να τον συγχαρεί για τον θρίαμβό του. «Μη χαθείς, Χαρίλαε. Αύριο θα σε φωνάξω να αποφασίσουμε για την κυβέρνηση» του είπε τότε ο πρωθυπουργός, αλλά συναντήθηκαν πρώτη φορά έπειτα από έξι μήνες. Αν είχε πραγματοποιηθεί αυτή η συνάντηση, τότε πιθανότατα η προϊστορία των κυβερνήσεων συνεργασίας στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση θα ήταν εντελώς διαφορετική. Τα σενάρια συνεργασίας μεταξύ των κομμάτων, σε περίπτωση κατά την οποία οι επόμενες εθνικές εκλογές δεν αναδείξουν αυτοδύναμη κυβέρνηση, έχουν επανέλθει στο πολιτικό σκηνικό, παρά την αρνητική εμπειρία που άφησαν οι κυβερνήσεις Τζαννετάκη και Ζολώτα τη διετία 1989-1990. Οπως αποδείχθηκε, τότε, τα κόμματα στην Ελλάδα δεν μπορούν να παραμερίσουν τη στρατηγική τους και δεν δέχονται να υπαναχωρήσουν από τις θέσεις τους, ούτε σε περιόδους κρίσης της χώρας, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται έντονα φαινόμενα ακυβερνησίας, που στρέφουν αναγκαστικά τους ψηφοφόρους στον δικομματισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά τις κυβερνήσεις συνεργασίας τα ποσοστά της ΝΔ και του ΠαΣοΚ αυξήθηκαν κατακόρυφα, ενώ η πλειοψηφία της κοινής γνώμης απαίτησε εκλογικά συστήματα ενισχυμένης αναλογικής.

ΛΙΓΟ πριν από τα μεσάνυχτα της 18ης Οκτωβρίου 1981 και ενώ το ΠαΣοΚ ξεκινούσε την ιστορική πορεία προς την εξουσία, ο Χαρίλαος Φλωράκης τηλεφωνούσε στον Ανδρέα Παπανδρέου προκειμένου να τον συγχαρεί για τον θρίαμβό του. «Μη χαθείς, Χαρίλαε. Αύριο θα σε φωνάξω να αποφασίσουμε για την κυβέρνηση» του
είπε τότε ο πρωθυπουργός, αλλά συναντήθηκαν πρώτη φορά έπειτα από έξι μήνες. Αν είχε πραγματοποιηθεί αυτή η συνάντηση, τότε πιθανότατα η προϊστορία των κυβερνήσεων συνεργασίας στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση θα ήταν εντελώς διαφορετική. Τα σενάρια συνεργασίας μεταξύ των κομμάτων, σε περίπτωση κατά την οποία οι επόμενες εθνικές εκλογές δεν αναδείξουν
αυτοδύναμη κυβέρνηση, έχουν επανέλθει στο πολιτικό σκηνικό, παρά την αρνητική εμπειρία που άφησαν οι κυβερνήσεις Τζαννετάκη και Ζολώτα τη διετία 1989-1990. Οπως αποδείχθηκε, τότε, τα κόμματα στην Ελλάδα δεν μπορούν να παραμερίσουν τη στρατηγική τους και δεν δέχονται να υπαναχωρήσουν από τις θέσεις τους, ούτε σε περιόδους κρίσης της χώρας,
με αποτέλεσμα να παρατηρούνται έντονα φαινόμενα ακυβερνησίας, που στρέφουν αναγκαστικά τους ψηφοφόρους στον δικομματισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά τις κυβερνήσεις συνεργασίας τα ποσοστά της ΝΔ και του ΠαΣοΚ αυξήθηκαν κατακόρυφα, ενώ η πλειοψηφία της κοινής γνώμης απαίτησε εκλογικά συστήματα ενισχυμένης αναλογικής.

Η κυβέρνηση Τζαννετάκη ορκίστηκε στις 2 Ιουλίου 1989, με βασικές προτεραιότητες την κάθαρση του πολιτικού κόσμου από τα σκάνδαλα και την προετοιμασία αδιάβλητων εκλογών, μετά τις φήμες για χειραγώγηση του εκλογικού σώματος από την τότε κυβέρνηση με την πολιτική τού «Τσοβόλα, δώσ΄ τα όλα». Στην πραγματικότητα ήταν μια συμφωνία της ΝΔ με τον τότε ενιαίο Συνασπισμό για να ενισχυθούν στις εκλογές που ακολουθούσαν, με τον κ. Κ. Μητσοτάκη να κυνηγά την πολυπόθητη αυτοδυναμία που θα τον έκανε πρωθυπουργό και την Αριστερά να διεκδικεί ποσοστό μεγαλύτερο από το 13,13% που είχε λάβει στις εκλογές της 18ης Ιουνίου.

Η είσοδος του Ανδρέα Παπανδρέου στην εντατική του Γενικού Κρατικού μετά την επιδείνωση της υγείας του στις 27 Ιουνίου είχε αφήσει ελεύθερο το πεδίο δράσης στον τότε αρχηγό της ΝΔ, που αξιοποίησε τη φιλοδοξία της ηγεσίας του Συνασπισμού να πάρει τη ρεβάνς από το ΠαΣοΚ.

Ακολούθησαν τρεις μήνες πλήρους ακυβερνησίας της χώρας η οποία βύθισε την ελληνική οικονομία και προκάλεσε απίστευτη πολιτική κρίση στη χώρα. Η κυβέρνηση Τζαννετάκη ασχολήθηκε μόνο με τη συγκρότηση εξεταστικών επιτροπών για τη διερεύνηση των υποθέσεων Κοσκωτά, των υποκλοπών, της «αγοράς του αιώνα», των ΔΕΚΟ και του γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού, καταλήγοντας σε αποφάσεις παραπομπής υπουργών για τις τρεις πρώτες στο Ειδικό Δικαστήριο.

Η «οικουμενική» των κρυφών συμφωνιών

Αριστερά: Η πρώτη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου της κυβέρνησης Ζολώτα. Ο Πρωθυπουργός (δεξιά) συνομιλεί με τον υπουργό Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά, με τον υπουργό Προεδρίας Νίκο Θέμελη να παρεμβαίνει και τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας Γιώργο Γεννηματά να έχει «στήσει αφτί»!

Η κυβέρνηση Τζαννετάκη παραιτήθηκε στις 7 Οκτωβρίου και προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 5 Νοεμβρίου, αναδεικνύοντας νικητές τη ΝΔ και το ΠαΣοΚ. Τη ΝΔ ψήφισαν 100.000 ψηφοφόροι περισσότεροι, χαρίζοντας στον κ. Μητσοτάκη τρεις επιπλέον έδρες και με τις 148 έφθασε μια ανάσα από την αυτοδυναμία. Η οργή όμως για την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου ενίσχυσε το ΠαΣοΚ με επιπλέον 180.000 ψήφους και δέκα παραπάνω έδρες, ενώ ο Συνασπισμός καταποντίστηκε, χάνοντας 120.000 ψηφοφόρους και περίπου τρεις ποσοστιαίες μονάδες.

Προ του κινδύνου της πλήρους ακυβερνησίας, τα τρία κόμματα συμφώνησαν στη δημιουργία «οικουμενικής κυβέρνησης» υπό την προεδρία του ακαδημαϊκού Ξενοφώντα Ζολώτα . Για τους πολιτικούς που συμμετείχαν σε αυτήν την κυβέρνηση ήταν περίοδος κατά την οποία στο προσκήνιο δεν παρήγετο τίποτε και όλες οι μεγάλες αποφάσεις «κλείδωναν» με μυστικές διαβουλεύσεις των πολιτικών αρχηγών. Ορισμένοι ακόμη και σήμερα υποστηρίζουν ότι η οικουμενική κυβέρνηση συγκροτήθηκε με σκοπό να μην αναλάβει κανένα κόμμα την ευθύνη για τις ψηφιακές παροχές του ΟΤΕ που προμηθεύτηκε το Δημόσιο από την κοινοπραξία Ιntracom- Siemens. Χαρακτηρίστηκε επίσης ως η περίοδος της απόλυτης υποκρισίας των κομμάτων με κορυφαίο παράδειγμα το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών που συνεδρίασε, υποτίθεται, σε πολύ βαρύ κλίμα λόγω του Ειδικού Δικαστηρίου, για να αποκαλυφθεί στη συνέχεια από τα πρακτικά ότι Παπανδρέου και Μητσοτάκης αντάλλασσαν μεταξύ τους προσφωνήσεις «Κώστα μου» και «Ανδρέα μου»Κατάρρευση λόγω ασυμφωνίας

Επάνω: Η συνεργασία ΝΔ- Συνασπισμού αντιμετωπίζεται στην Αριστερά πότε με ένταση και πότε με γέλια. Ο Μίμης Ανδρουλάκης (αριστερά) εξηγεί την κατάσταση στον Χαρίλαο Φλωράκη έξω από το Προεδρικό Μέγαρο με τον Παναγιώτη Λαφαζάνη να υπομειδιά και τον Γρηγόρη Γιάνναρο (δεξιά) να απομακρύνεται γελώντας από το ταμπεραμέντο του Μίμη

Η οικουμενική κυβέρνηση διαλύθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1990, όταν ο κ. Μητσοτάκης εκτίμησε ότι μπορούσε να διεκδικήσει πλέον με βεβαιότητα την εξουσία, αφού στο μεταξύ ο εκλογικός νόμος είχε τροποποιηθεί με την περίφημη ρήτρα του «συν ένα». Το πρόσχημα για τη διάλυση της Βουλής αποτέλεσε η διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ των πολιτικών αρχηγών προκειμένου να επιλεγεί η νέα ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων. Στην πραγματικότητα ήταν η παραδοχή όλων των κομμάτων ότι στην Ελλάδα δεν μπορούν να λειτουργήσουν κυβερνήσεις συνεργασίας.

Πρόσφατα ο τότε αναπληρωτής υπουργός Μεταφορών κ. Ι. Κεφαλογιάννης αποκάλυψε ότι η κυβέρνηση Ζολώτα ανατράπηκε μόλις διασφαλίστηκε η προμήθεια των 470.000 ψηφιακών παροχών του ΟΤΕ από τη Siemens και την Ιntracom. Ενώ η προμήθεια είχε μπλοκαριστεί με εντολή εισαγγελέα την άνοιξη του 1989, αποφασίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο να μη διενεργηθεί νέος διαγωνισμός αλλά να προχωρήσει σε απευθείας ανάθεση, ακυρώνοντας άλλη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που είχε προηγηθεί λίγες ημέρες πριν! «Ανακοίνωσα τότε στον Γεννηματά ότι θα παραιτηθώ,αλλά ο Μητσοτάκης με παρακάλεσε να μην ανακοινώσω την παραίτησή μου γιατί ήθελε να ρυθμίσει ένα σοβαρό θέμα» υποστηρίζει ο κ. Κεφαλογιάννης.

«Αν ο λαός γνώριζε ότι η παραίτηση της κυβέρνησης έγινε λόγω τού ότι οι τρεις αρχηγοί επενέβησαν στο θέμα προμήθειας ψηφιακού υλικού στον ΟΤΕ,θα ήταν ένας κόλαφος για το πολιτικό σύστημα. Δυστυχώς τότε ξεκίνησε η μεγάλη διαπλοκή του πολιτικού συστήματος, η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα» δηλώνει ο τότε αναπληρωτής υπουργός Μεταφορών.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτική
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk