Βρίσκομαι στο γραφείο του Πάνου Κοκκινόπουλου πίσω από το «Χίλτον».Ατμόσφαιρα φιλική.Τα ράφια γεμάτα gadgets από προηγούμενες σειρές του,την «Ανατομία
ενός εγκλήματος»,τον «Κόκκινο κύκλο».Ενα πλαστικό σφυρί που έλιωσε το κεφάλι του Μηνά Χατζησάββα.Μια τεράστια νεκροκεφαλή-τασάκι που ανοίγει στα δύο από τα «Μαύρα μεσάνυχτα».Πλαστικά
πιστόλια,μαχαίρια,κούκλες. Και μια φανέλα του Παναθηναϊκού.Καπνίζει ένα τεράστιο πούρο και είναι πλήρως αφοσιωμένος στα πρώτα επεισόδια του «Τρίτου νόμου», της σειράς που τον επανέφερε στη σκηνοθεσία αληθινών
ιστοριών εγκλημάτων πάθους έπειτα από ένα διάλειμμα στη μαύρη κωμωδία. Η σειρά αρχίζει αύριο,στο Μega και ο Πάνος Κοκκινόπουλος έχει αγωνία.«Θα το δεχτεί το κοινό ή θα είναι πατάτα;».
– Πού οφείλεται το ενδιαφέρον σας για την εξιστόρηση αληθινών εγκλημάτων;
«Ξεκίνησε από την “Ανατομία” αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν με ενδιαφέρει τόσο το true story. Αυτό που βλέπει ο θεατής έχει γίνει μεν, όχι όμως όπως το δείχνουμε. Για δυο λόγους. Ο ένας είναι ηθικής τάξης. Δεν πρέπει να διαπομπεύουμε κανέναν- αρκετά κάνει η τηλεόραση. Και οι δημοσιογράφοι γενικότερα. Λέμε όμως στον θεατή “σας θυμίζει κάτι; Θα μπορούσε να είχε γίνει και έτσι”. Ο άλλος λόγος είναι η μυθοπλασία. Αυτό που κάνουμε δεν είναι τόσο θρίλερ όσο ψυχογραφίες ανθρώπων που ξεπερνούν τα όριά τους. Μου αρέσει ο ψυχολογικός τρόμος. Δεν θα μπορούσα ποτέ να κάνω μια ταινία με τέρατα. Από τη στιγμή που βλέπεις τον τρόμο, παύεις να φοβάσαι. Σοφή κουβέντα του Χίτσκοκ. Το τέρας είναι μέσα μας».
– Ποια από όλες τις σειρές που έχετε κάνει υπήρξε η δυσκολότερη από πλευράς γυρισμάτων;
«Τα αυτοτελή. Γιατί είναι σαν μικρές, μεσαίου μήκους ταινίες. Απαιτούν ευελιξία και επαγγελματισμό. Και κάψα…».
– Κάτι που προφανώς έχετε αν κρίνουμε από την επιτυχία σας…
«Μην το λέτε. Η επιτυχία από την αποτυχία απέχει δύο γράμματα. Κάθε μέρα δίνουμε εξετάσεις, πρώτα στον εαυτό μας και μετά στους άλλους. Αν δεν αρέσει σε εμάς ό,τι κάνουμε γιατί να αρέσει στους άλλους; Από την άλλη πλευρά, όταν το κάνεις για σένα θα πρέπει πάντα να σκέφτεσαι ότι θα το δουν και άλλοι. Για παράδειγμα, το αυριανό επεισόδιο του “Τρίτου νόμου” εμένα μου αρέσει. Θα αρέσει όμως στον κόσμο ή θα αποδειχθεί πατάτα; Εχω αγωνία».
– Δεν έχετε κάνει ποτέ παραγγελιές; «Ποτέ. Κάνω μόνο αυτό που μου αρέσει».
– Πώς θα χαρακτηρίζατε την τηλεόραση;
«Ενα από τα πιο επικίνδυνα και δυνατά μέσα που υπάρχουν στον κόσμο. Πιο δυνατό από τις βόμβες. Οταν όλος ο πόλεμος του Ιράκ πέρασε στους Αμερικανούς με καθημερινά ψέματα μέσα από το CΒS και το ΝΒC, δεν θες κι άλλα».
– Η τηλεόραση στηρίζεται στη δύναμη του ψέματος;
«Ετσι κι αλλιώς δεν υπάρχει αλήθεια. Ο Τζίγκα Βερτόφ το είχε κάνει πείραμα στον “Ανθρωπο με την κινηματογραφική μηχανή”. Αν γυρίσεις την ίδια σκηνή από δύο διαφορετικές γωνίες λήψεις έχεις δύο διαφορετικές απόψεις. Πάντα υπάρχει υποκειμενικότητα και άποψη».
– Στην ερώτηση τι έχει αλλάξει από την εποχή της γέννησης της ιδιωτικής τηλεόρασης ως σήμερα τι θα απαντούσατε;
«Η εύκολη απάντηση είναι κάθε πέρσι και καλύτερα. Δεν είναι έτσι όμως τα πράγματα. Η βιομηχανία είτε του κινηματογράφου είτε της τηλεόρασης έχει ανάγκες. Κάποιοι πληρώνουν ένα προϊόν που πρέπει να ανταποδοθεί. Στο σινεμά πρέπει να κόψεις εισιτήρια, στην τηλεόραση πρέπει να φέρεις διαφήμιση. Οταν ο Τρυφό ρώτησε τον Χίτσκοκ ποιες ταινίες κάνει πιο εύκολα, τις δικές του παραγωγές ή των στούντιο, ο Χίτσκοκ απάντησε ότι πάντα αισθανόταν πιο δύσκολα κάνοντας παραγωγές άλλων γιατί η ταινία πρέπει να φέρει τα λεφτά της πίσω και έτσι να προχωρήσει η βιομηχανία του κινηματογράφου. Σοφή κουβέντα. Πρέπει να υπάρχει όντως ανταπόδοση. Να σέβεσαι τα λεφτά που παίρνεις. Οταν σε πληρώνουν κάτι περιμένουν. Αν δεν το φέρεις φεύγεις. Αυτό ισχύει παγκοσμίως εκτός από την Ελλάδα».
– Γιατί δεν ισχύει στην Ελλάδα; «Γιατί στην Ελλάδα δεν μετρά η επιτυχία. Οπως δεν μετρά και το σκάνδαλο. Εχεις δει κανέναν πολιτικό να πληρώνει για οικονομικό σκάνδαλο; Κανείς δεν πληρώνει για τα λάθη του στην Ελλάδα. Και όταν γίνεται, την πληρώνουν οι λάθος άνθρωποι».
– Εχετε βιώσει ποτέ κάτι τέτοιο; «Ευτυχώς όχι. Δουλεύω με μια εξαιρετική συνεργάτιδα, το alter ego μου στην παραγωγή, την Μπέσυ Βουδούρη. Εχω το καλλιτεχνικό σκέλος, έχει το πρακτικό. Και έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο».
– Ποιο είναι το κακό της ελληνικής τηλεόρασης;
«Οι άνθρωποί της. Κάποτε όταν γύριζα την “Ερόικα” για την ΕΡΤ πήγαμε να κάνουμε γύρισμα σε έναν σκουπιδότοπο. Δεν αντέχαμε την μπόχα. Δουλεύαμε με μαντίλια. Τη δεύτερη μέρα δουλέψαμε δύσκολα αλλά πιο άνετα. Την τρίτη ακόμη πιο άνετα. Επειτα από μια εβδομάδα δεν μας ενοχλούσε καθόλου η βρώμα. Είχαμε συνηθίσει. Αυτό συμβαίνει εδώ: οι άνθρωποι της τηλεόρασης δεν μυρίζουν τα σκατά τους. Γι΄ αυτό τα αναπαράγουν. Τα αλέθουν. Η ελληνική τηλεόραση είναι μια απίστευτη αναπαραγωγή οχετού. Αν φτιάξω ένα σκατό και σκίσει, θα πιστέψω ότι έκανα κάτι καλό. Αυτό εννοώ αναπαραγωγή του οχετού».
– Εσείς όμως,ενώ ήσασταν μέσα στα κόπρανα,δεν γίνατε…
«Οι άνθρωποι στις τουαλέτες τους χάνουν πού και πού κάνα δαχτυλίδι, κάτι που γυαλίζει… Προφανώς δεν είναι όλη η τηλεόραση έτσι».
– Ποιο είναι το πολυτιμότερο μάθημα που έχετε πάρει από την τηλεόραση; «Να δουλεύω γρήγορα. Στο κινηματογραφικό γύρισμα υπάρχει το αύριο πάλι. Στο τηλεοπτικό δεν υπάρχει. Αρα πρέπει να ξέρεις πολύ καλά τι πρέπει να κάνεις».
«Ετοιμάζω θρίλερ»
– Πώς έγινε η επαφή σας με την τηλεόραση;
«Απότομα. Το 1974 μου ζητήθηκε να κάνω ένα ντοκυμαντέρ για την πρώτη επέτειο της Μεταπολίτευσης. Το έκανα. Την άλλη χρονιά μού ζητήθηκε κάτι παρόμοιο για την 28η Οκτωβρίου. Από το ντοκυμαντέρ λίγο ως πολύ έβγαινε ότι οι φαντάροι είπαν το “όχι” και όχι οι αξιωματικοί. Εγινε της τρελής. Επεσε η διοίκηση της ΕΡΤ, μου έβγαλαν το παρατσούκλι ο “Κόκκινος Κοκκινόπουλος”. Για πολλά χρόνια κόπηκα από την τηλεόραση. Επανήλθα για κάποια ντοκυμαντέρ και όταν άνοιξε πια η ιδιωτική τηλεόραση βρήκα τον δρόμο μου».
– Οι κινηματογραφικές αναφορές σας είναι πολύ συχνές.Σκοπεύετε να σκηνοθετήσετε και στον κινηματογράφο;
«Ετοιμάζω ένα θρίλερ. Ωστόσο στην Ελλάδα το να κάνεις σινεμά είναι ένα ακριβό χόμπι. Εννοώ δημιουργικό σινεμά όχι τις κατά συρροή κωμωδίες που κάνουν πια όλοι. Στη σκηνοθεσία, όπως παντού, μαθαίνεις από τα λάθη σου. Αν όμως γυρίζεις μια ταινία κάθε έξι χρόνια και δεν είσαι Στάνλεϊ Κιούμπρικ ή Τέρενς Μάλικ, τι σινεμά να κάνεις;».
– Παρακολουθείτε ξένες σειρές; Σας επηρεάζουν;
«Πάντα. Κάποτε ένας αμερικανός παραγωγός που είχε έρθει στη Γαλλία είχε πει ότι το καινούργιο δεν θα έρθει από τα στούντιο αλλά από την καλωδιακή τηλεόραση. Είχε δίκιο. Οταν τα ριάλιτι είχαν ισοπεδώσει τα πάντα, αυτά τα κανάλια απευθύνθηκαν σε “τρελαμένους” ανθρώπους. Και έτσι έγιναν διαφορετικά πράγματα. Οι “Σοπράνος” είναι για μένα μεγαλοφυής σειρά. Το “Μad men” σπουδαίο. Το “Six feet under” το ίδιο. Απέδειξαν ότι η τηλεόραση δεν απευθύνεται μόνον σε ανεγκέφαλους».



