Εντονος προβληματισμός επικρατεί στην Αθήνα καθώς διαπιστώνεται ότι οι επιπτώσεις της υποβάθμισης της εικόνας της χώρας δεν περιορίζονται μόνο στον οικονομικό τομέα. Εκφράζεται μάλιστα η άποψη ότι και αν ακόμη λυθούν αργά ή γρήγορα τα οικονομικά προβλήματα, θα είναι πολύ δύσκολο να ανορθωθεί το διεθνές κύρος της Ελλάδας. Η διαπίστωση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι οι ευρωπαίοι εταίροι μας έχουν εξοργιστεί όχι τόσο λόγω του ύψους των ελλειμμάτων, αλλά επειδή αισθάνονται ότι είχαν εξαπατηθεί όλο αυτό το διάστημα από τους Ελληνες με τη γνωστή διοχέτευση των παραποιημένων οικονομικών στοιχείων. Γεγονός που δεν κρύβουν άλλωστε τόσο στις δημόσιες τοποθετήσεις τους όσο και στις κατ΄ ιδίαν συνομιλίες. Δεν είναι τυχαίο ότι η Βρετανία, η οποία αντιμετωπίζει μεγαλύτερο έλλειμμα από την Ελλάδα, δεν βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου απλώς επειδή υπήρξε ειλικρινής στην παροχή των στατιστικών της στοιχείων. Τα greek statistics και όχι τα british statistics αποτελούν το αντικείμενο του χλευασμού στους διαδρόμους των Βρυξελλών. Και αυτό δεν ξεπερνιέται εύκολα. Η έλλειψη διεθνούς κύρους την περίοδο αυτή είναι προφανές ότι δυσχεραίνει και τις προσπάθειες για τη χάραξη μιας αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής. Γνωστό είναι ότι εδώ και καιρό ο έλληνας πρωθυπουργός προσπαθεί να πετύχει μια πρόσκληση να επισκεφθεί τον Λευκό Οίκο και η πρόσκληση αυτή δεν έρχεται, όπως διαπίστωσε και ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών κ. Δ. Δρούτσας κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον. Νέες επαφές για το θέμα αυτό θα έχει την ερχόμενη εβδομάδα στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών κ. Ι. Ζέπος, τη στιγμή που από τους πρώτους πρωθυπουργούς που υποδέχθηκε ο νέος αμερικανός πρόεδρος αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ήταν ο κ. Ερντογάν, ο οποίος αναμένεται πιθανότατα στην Αθήνα τον ερχόμενο Ιούνιο. Θα έχει προηγηθεί η επίσκεψη στην Αγκυρα, τον ερχόμενο μήνα, του κ. Δρούτσα, σε μια προσπάθεια να ξεκινήσει και πάλι ο διάλογος μεταξύ των δύο χωρών στο πλαίσιο που έχει τεθεί με την ανταλλαγή των επιστολών των δύο πρωθυπουργών. Το ερώτημα είναι αν τη φορά αυτή προκύψει κάτι καινούργιο, με δεδομένη τη συνεχιζόμενη τουρκική προκλητικότητα στο Αιγαίο.

Το ίδιο ερώτημα αφορά και το Σκοπιανό, καθώς ο μεσολαβητής του ΟΗΕ φθάνει στην Αθήνα την ερχόμενη Παρασκευή, μετά τις επαφές που θα έχει στα Σκόπια. Η ηγεσία της γειτονικής χώρας δεν φαίνεται πάντως να εγκαταλείπει τη γνωστή αδιαλλαξία της, καθώς έχει εξασφαλίσει τη στήριξη τόσο των Αμερικανών όσο και των Ευρωπαίων, οι οποίοι πιέζουν για την άμεση έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων για το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ουάσιγκτον έχει εγκαταστήσει στα Σκόπια το μεγαλύτερο γραφείο συλλογής πληροφοριών της CΙΑ στα Βαλκάνια, γεγονός που εξηγεί το αμερικανικό ενδιαφέρον για τη στήριξη του σκοπιανού καθεστώτος. Η πολιτική αυτή εντάσσεται στη γενικότερη αμερικανική στήριξη των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, όπως συμβαίνει και με τη Βουλγαρία, η οποία (κατόπιν αμερικανικών «παροτρύνσεων») έχει αντιταχθεί στη λειτουργία του αγωγού Μπουργκάς- Αλεξανδρούπολης προκαλώντας την μήνι της Μόσχας. Αυτές τις προκλήσεις έχει λοιπόν να αντιμετωπίσει η πανταχόθεν βαλλομένη Ελλάδα και το πρόβλημα δεν λύνεται με το κυνηγητό από την ΕΥΠ των ξένων κερδοσκόπων, διότι τα σφάλματα είναι αποκλειστικά δικά μας.