Τη φαντάζομαι να γράφει τα διηγήματά της σαν να υφαίνει, κάπου στην Απάνω Σύρα. Επίτηδες χρησιμοποιώ το ρήμα «υφαίνει» γιατί τα διηγήματα της Λουκρητίας Δούναβη, που περιλαμβάνονται στη συλλογήΦωνές του Σώματος(Βιβλιοπωλείον της Εστίας), μοιάζουν να είναι το αποτέλεσμα μιας λεπτολόγου χειροτεχνίας όπου το υλικό είναι η γλώσσα, οι λέξεις αλλά και οι παραδομένες μορφές της λογοτεχνικής έκφρασης.

Αυτοβιογραφικά τα διηγήματα της Δούναβη, με θέματα παρμένα από τον μικρόκοσμο της οικογένειάς της και της πατρίδας της. Ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας χρησιμοποιεί όμως τη γλώσσα απομακρύνει οριστικά τα διηγήματα αυτά από την ηθογραφία. Η αυτοβιογραφία έχει περισσότερο να κάνει με τη γλώσσα. Είναι η αυτοβιογραφία της γλώσσας. Και αυτό ακριβώς είναι το γοητευτικό στοιχείο της ολιγοσέλιδης (110 σελίδες) αλλά χορταστικής συλλογής της Λουκρητίας Δούναβη.

Ως μικρό δείγμα οικειοποίησης μιας λογοτεχνικής μορφής, ξεκάθαρη παραπομπή στο δημοτικό τραγούδι, ιδιαίτερα σε ό,τι ονομάζουμε μπαλάντα, απομονώνω την παρακάτω φράση από το διήγημα «Η φορεσιά»: «Πάνω από το κεφάλι του αμέτρητα καντήλια./ Τα μπρούντζινα, τα ασημιά/ τα μαλαματοκαπνισμένα./ Τα μανουάλια φέγγανε, στο ιερό τα βάγια,/ να αγιαστούν απ΄ τον παπά να μοιραστούν στον κόσμο».

Δεν ξέρω τίποτα για τη Λουκρητία Δούναβη, πέρα από όσα αναφέρονται στο βιογραφικό της, στο «αφτί» του βιβλίου. Δεν είναι πρόσωπο του λογοτεχνικού προσκηνίου. Το όνομά της μοιάζει με ψευδώνυμο. Διαβάζοντας όμως τα διηγήματα καταλαβαίνουμε ότι είναι όνομα πραγματικό, βγαλμένο μέσα από τον κόσμο της καθολικής Σύρου, των φραγκοσυριανών.

Παράξενα γοητευτικό το βιβλίοΟι γνωριμίες και η φιλία,Σημειώσεις για τις Αναμνήσεις που δε θα γράψω ποτέ (εκδόσεις Το Ροδακιό) του ποιητή Γιώργου Σαραντάρη, μιας σημαντικής μορφής της λογοτεχνίας μας που πέθανε πολύ νέος, στα 33 του, το 1941, χτυπημένος από τύφο, ενώ βρισκόταν στο αλβανικό μέτωπο.

Ο Σαραντάρης έγραψε αυτό το βιβλίο στα ιταλικά, όταν ήταν 23 ετών. Η μετάφραση στα ελληνικά υπογράφεται από τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, και από αυτή την άποψη η έκδοση είναι διπλά σημαντική. Ο Σαραντάρης σ΄ αυτό το βιβλίο ανασυσταίνει το πορτρέτο μιας νεότητας μέσα από τις προσωπογραφίες φίλων του που τους συναναστράφηκε στην Μπολόνια, στη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων, την εποχή του ιταλικού Μεσοπολέμου (Μουσολίνι, φασισμός κλπ.).

Ο τρόπος με τον οποίο ο Σαραντάρης σκιτσάρει τα πρόσωπα των φίλων του είναι σαν να σχεδιάζει μυθιστορηματικούς ήρωες, σαν να φτιάχνει τα ντραφτ λογοτεχνικών ηρώων που θα τα χρησιμοποιήσει σε ένα μυθιστόρημα το οποίο πρόκειται να γραφτεί. Ετσι το βιβλίο αποκτά πολλαπλό ενδιαφέρον. Δεν είναι μόνο ένα βιβλίο αναμνήσεων αλλά και ένα λογοτεχνικό εργαστήριο που μας παραδίδεται τακτοποιημένο μέσα από τη μετάφραση του Λορεντζάτου. Η επιμέλεια και οι σημειώσεις της έκδοσης οφείλονται στη Σοφία Σκοπετέα.

Αυτοβιογραφικό και το βιβλίο του Κωνσταντίνου ΤζούμαComplete Unknown(Καστανιώτης), που έρχεται ως συνέχεια του πρώτου βιβλίου (μιας τριλογίας)

Ως εκ θαύματος. Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ΄70, της σεξουαλικής απελευθέρωσης, των ναρκωτικών, των πάρτι, των νευρώσεων, των καλλιτεχνικών πρωτοποριών, των ανακαλύψεων αναζητούμε τη γεωγραφία και τους ήρωες αυτού του βιβλίου. Αλλά εκείνο που κάνει αξιοδιάβαστον τον Τζούμα είναι το στυλ του. Ο Τζούμας είναι στυλίστας του λόγου. Ενα στυλ που στηρίζεται στην αμεσότητα- στην αμεσότητα του προφορικού λόγου αλλά και στην αμεσότητα ενός είδους αμερικανικής δημοσιογραφίας που την έχουν υπηρετήσει μεγάλοι στυλίστες.

nbak@dolnet.gr