Oλες οι βόμβες, και οι πλέον βραδυφλεγείς, κάποτε εκρήγνυνται. Αυτό γίνεται τώρα και με την Ολυμπιακή. Από το 1975 και μετά, όλοι «ασέλγησαν» επί της Ολυμπιακής. Πρώτα απ΄ όλα οι διαδοχικές κυβερνήσεις των δύο κομμάτων εξουσίας, στη συνέχεια το κάθε κατηγορίας και φύσεως προσωπικό της, οι κομματικές διοικήσεις της, οι συνδικαλιστές της, καμιά φορά και οι επιβάτες. Ολοι αυτοί συμπεριφέρονταν στην Ολυμπιακή σαν να επρόκειτο για εχθρική εταιρεία, όλοι είχαν αρπάξει μια θηλή της εταιρείας και θήλαζαν, σαν να επρόκειτο για εταιρεία που είχε ανεξάντλητους πόρους, σαν να ανήκε σε κάποιον σεΐχη αραβικής πετρελαιοπαραγωγού χώρας. Ακατάλληλες κομματικές διοικήσεις οι οποίες ελάμβαναν ζημιογόνες αποφάσεις, κυβερνήσεις και υπουργοί οι οποίοι διόριζαν «δικούς τους» ως υπεράριθμο προσωπικό, υπουργοί οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τα αεροσκάφη της εταιρείας σαν να επρόκειτο για το προσωπικό τους αεροπλάνο, κόμματα τα οποία παραμονές εκλογών έκλειναν όλα τα αεροσκάφη της εταιρείας για να μεταφέρουν ψηφοφόρους, χωρίς να καταβάλλουν εισιτήριο. Ουδείς έδειχνε να ενδιαφέρεται ή να ανησυχεί· όλοι ήξεραν ότι η Ολυμπιακή ήταν μια ωρολογιακή βόμβα, ήλπιζαν όμως ότι θα αργήσει να εκραγεί ή ότι θα εκραγεί στα χέρια κάποιου άλλου. Τώρα κλαίνε με μαύρο δάκρυ, κατηγορώντας ο ένας τον άλλον. Η υποκρισία στο απόγειό της. Παλαιότερα οι κυβερνήσεις, για να κρατήσουν την Ολυμπιακή στη ζωή, της χορηγούσαν ενισχύσεις και δάνεια. Από το 1981 όμως, όταν η χώρα έγινε μέλος των ευρωπαϊκών κοινοτήτων, βάσει της Συνθήκης της ΕΚ, απαγορεύονταν οι κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις, ιδιωτικές ή δημόσιες.
Αρχικώς, όταν η ελληνική κυβέρνηση χάρισε δάνειο 500 εκατ. δρχ. προς την Ολυμπιακή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιτάχθηκε και ζήτησε να επιστραφεί το δάνειο, διότι άλλως θα επρόκειτο για απαγορευμένη κρατική ενίσχυση. Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η άφεση του χρέους σχετίζεται με προσπάθεια εξυγίανσης της εταιρείας. Η επιτροπή δέχθηκε τον ισχυρισμό, αλλά ζήτησε να υποβληθεί πλήρες σχέδιο εξυγίανσης. Το σχέδιο εγκρίθηκε και άρχισε η προσπάθεια εξυγίανσης, πλην όμως δεν εφαρμόστηκε μέχρι τέλους, και η Ολυμπιακή συνέχιζε να βουλιάζει στα χρέη. Η επιτροπή αντελήφθη την κομπίνα και ζήτησε την επιστροφή του ποσού του δανείου.
Στη συνέχεια ήλθε η ίδρυση της νέας εταιρείας, των Ολυμπιακών Αερογραμμών, ως «μεγαλοφυές» σχέδιο για τη σωτηρία της Ολυμπιακής. Η επιτροπή επανήλθε, θεώρησε ότι η νέα εταιρία ταυτίζεται με την παλαιά και ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων του δανείου από τη νέα εταιρεία. Επιπλέον, διαπίστωσε ότι η παλαιά εταιρεία μίσθωνε τα αεροσκάφη της στη νέα εταιρεία σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, ότι η νέα εταιρεία δεν κατέβαλλε φόρους στο ελληνικό Δημόσιο ούτε ασφαλιστικές εισφορές στα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης. Η επιτροπή θεώρησε όλες αυτές τις «διευκολύνσεις» ως απαγορευμένες κρατικές ενισχύσεις οι οποίες έπρεπε να επιστραφούν.
Ολα αυτά τα ποσά τα οποία έπρεπε να επιστρέψει η Ολυμπιακή έφτασαν στο αστρονομικό ποσό των 800 περίπου εκατ. ευρώ, ποσό που η ελλειμματική Ολυμπιακή δεν μπορούσε να επιστρέψει. Στη συνέχεια, η Ολυμπιακή και η κυβέρνηση θυμήθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση ότι το Δημόσιο χρωστούσε στην Ολυμπιακή ένα ποσό του αυτού περίπου ύψους. Το ποσό αυτό προτάθηκε προς συμψηφισμό με το ποσό το οποίο, σύμφωνα με την επιτροπή, έπρεπε η Ολυμπιακή να επιστρέψει στο Δημόσιο. Ορθό νομικό επιχείρημα, γιατί όμως τόσο καθυστερημένα;
Είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι η κυβέρνηση δέχτηκε τις απόψεις της επιτροπής τόσο πρόθυμα, χωρίς αγώνα. Η κυβέρνηση πρέπει να δώσει τη μάχη της στο Δικαστήριο των ΕΚ. Εχει πολλά επιχειρήματα, όπως στο θέμα του συμψηφισμού. Περαιτέρω, υπάρχουν κρίσιμα νομικά ερωτήματα. Πρώτον, υπάγεται η Ολυμπιακή εξ ολοκλήρου στο νομικό καθεστώς των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης, αφού η Ολυμπιακή σε μεγάλο βαθμό (για εθνικούς λόγους και ανάγκες των νησιών μας) είναι επιχείρηση γενικού οικονομικού συμφέροντος, σύμφωνα με το άρθρο 86 παρ. 2 ΣΕΚ; Δεύτερον, δεν υπάγονται οι επίμαχες ενισχύσεις εν μέρει στις περιπτώσεις οι οποίες, κατ΄ άρθρον 87 ΣΕΚ, συμβιβάζονται ή δύναται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά;
Για όλα αυτά και άλλα πολλά πρέπει η υπόθεση να φθάσει στο ΔΕΚ, το οποίο θα αποφασίσει. Αλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που η επιτροπή και τα κράτη-μέλη φθάνουν στο Δικαστήριο ως αντίδικοι σε υποθέσεις κοινοτικού δικαίου.
Ο κ. Π. Ι. Κανελλόπουλος είναι καθηγητής του Δικαίου της ΕΕ στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, κάτοχος ευρωπαϊκής έδρας Jean Μonnet.



![Δώρο Πάσχα 2026: Μέχρι πότε καταβάλλεται, πώς υπολογίζεται [παραδείγματα]](https://www.tovima.gr/wp-content/uploads/2026/03/13/img_86531527006195-1024x683-1-90x90.jpg)