Καμπανάκι χτυπά για ακόμη μία φορά η Τράπεζα της Ελλάδος για τον υπερδανεισμό μερίδας των νοικοκυριών. Από τα ευρήματα έρευνας που διενήργησε η κεντρική τράπεζα προκύπτει ότι περισσότεροι από τους μισούς Ελληνες (52%) έχουν κάποιας μορφής δάνειο, είτε αυτό είναι στεγαστικό είτε καταναλωτικό ή πιστωτική κάρτα. Από αυτούς οι έξι στους δέκα δυσκολεύονται να πληρώσουν τη μηνιαία δόση. Το αποτέλεσμα αυτό είναι χειρότερο από το αντίστοιχο εύρημα της προηγούμενης έρευνας που έγινε το 2005. Τότε περίπου πέντε στους δέκα δήλωναν ότι δυσκολεύονταν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Εκτοτε τα πελατολόγια των τραπεζών διευρύνθηκαν και ο τραπεζικός ανταγωνισμός εντάθηκε, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να δανείζουν με πιο χαλαρά κριτήρια και τα επιτόκια ανέβηκαν κάνοντας ακριβότερες τις δόσεις. Τις συνέπειες του μείγματος αυτού επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος καθώς η έρευνα ολοκληρώθηκε το 2007 και από τότε τα επιτόκια έχουν ανεβεί κι άλλο εξαιτίας της πιστωτικής κρίσης, ενώ δεν αποκλείεται να συνεχίσουν να αυξάνονται. «Η ετήσια επιβάρυνση των νοικοκυριών από δάνεια (δηλαδή, οι δόσεις που καταβάλλουν ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματός τους) θα τείνει να αυξηθεί στο μέλλον και οπωσδήποτε θα επηρεάσει περισσότερο εκείνα τα νοικοκυριά που έχουν υπερδανειστεί ή έχουν σχετικώς χαμηλά εισοδήματα» σημειώνεται στα συμπεράσματα της έρευνας.

Μάλιστα από την επεξεργασία των στοιχείων της έρευνας προκύπτει ότι το 16% των νοικοκυριών που έχουν δανειστεί πληρώνουν δόσεις οι οποίες συνολικά υπερβαίνουν το 40% των εισοδημάτων τους. Αυτό σημαίνει ότι έχουν υπερδανειστεί. Αν, λοιπόν, τα ελληνικά νοικοκυριά ανέρχονται σε περίπου 3 εκατ. και από αυτά, σύμφωνα με την έρευνα, το 52% έχει δανειστεί, τότε 1.560.000 νοικοκυριά έχουν δάνεια. Από αυτό το ποσοστό το 16% πληρώνει δόσεις που ξεπερνά το 40% των εισοδημάτων του, δηλαδή περίπου 250.000 νοικοκυριά είναι υπερδανεισμένα.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι σύμφωνα με την έρευνα τα νοικοκυριά αυτά έχουν «φορτωθεί» το 36,6% των συνολικών χρεών των νοικοκυριών και μάλιστα το ποσόν αυτό σε σημαντικό βαθμό αφορά μη ενυπόθηκα δάνεια. Δηλαδή τα υπερδανεισμένα νοικοκυριά χρωστούν 34,4 δισ. ευρώ(!) ή το 16,5% του ΑΕΠ. Και έχουν δανειστεί πέρα από τις δυνατότητές τους όχι για αγορά κατοικίας αλλά για την κάλυψη καταναλωτικών και άλλων αναγκών. Είναι σαφές ότι οι χαμηλοί μισθοί, η ακρίβεια και ο εκρηκτικός πληθωρισμός έχουν αναγκάσει μερίδα νοικοκυριών να κατατρέξουν στη λύση του δανεισμού και στη συνέχεια να αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους προς τις τράπεζες.

Αυτό είναι ανησυχητικό όχι μόνο για τα νοικοκυριά, αλλά και για την οικονομία και το τραπεζικό σύστημα. Με δεδομένο ότι από το 2007 που ολοκληρώθηκε η έρευνα τα επιτόκια έχουν αυξηθεί εξαιτίας της πιστωτικής κρίσης, είναι προφανές ότι η θηλεία των χρεών που πνίγει τα νοικοκυριά έχει σφίξει περισσότερο. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει την ανάγκη εφαρμογής αυστηρότερων κριτηρίων αξιολόγησης των δανειοληπτών. «Υπάρχουν για τις τράπεζες περιθώρια βελτίωσης στη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου» σημειώνεται στην έρευνα.

Σχετικά με το κατά πόσο δυσκολεύονται τα νοικοκυριά να πληρώσουν τα χρέη τους, σύμφωνα με την έρευνα, «δύσκολο» ή «μάλλον δύσκολο» να αντιμετωπίσουν τις υποχρεώσεις τους απάντησαν ένας στους δύο για την πληρωμή των δόσεων των πιστωτικών καρτών (19,3%), σχεδόν έξι στους δέκα δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στην αποπληρωμή των δόσεων για τα στεγαστικά δάνεια (57,3%) και την πληρωμή λογαριασμών (57,9%) και σχεδόν επτά στους δέκα δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στην πληρωμή δόσεων άλλων τραπεζικών δανείων (68,4%) και στην πληρωμή ενοικίου (66,7%).

Η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι το μέσο χρέος κατά νοικοκυριό αυξάνεται ανάλογα με την αύξηση του εισοδήματος και της περιουσίας. Σε σύγκριση με τις προηγούμενες έρευνες, σε εκείνη του 2007 καταγράφεται σημαντική μεταβολή στη δανειοδοτική πολιτική των τραπεζών, η οποία φαίνεται ότι κατευθύνεται στην προσέλκυση πελατείας από τα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια.

Ετσι το 2007 δανείστηκε περισσότερα από 35.000 ευρώ το 21,5% των νοικοκυριών, όταν το 2005 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 12,7%. Πάντως τα περισσότερα νοικοκυριά (το 32,2% για πέρυσι) χρωστούν από 15.001 ευρώ ως 25.000 ευρώ και ακολουθούν τα νοικοκυριά (23,1%) που οφείλουν από 7.501 ευρώ ως και 15.000 ευρώ.