«Είμαι πιστοποιημένος κωμικός»
Πριν από μερικά χρόνια μού εξομολογούνταν πως όταν τον αναγνωρίζουν στον δρόμο κατεβάζει τα μάτια. «Είμαι ντροπαλός…» μου ψέλλιζε. Λίγα χρόνια αργότερα ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος παραμένει ντροπαλός, περισσότερο αναγνωρίσιμος, αλλά δεν κατεβάζει τα μάτια. «Πώς να το κάνω άλλωστε; Αυτή η δουλειά με ανεβάζει!». Η αλήθεια είναι ότι στην καριέρα του ο τριανταοκτάχρονος ηθοποιός στάθηκε τυχερός. Ηρκεσε ένα έγκλημα, αλλά και ένας χωρισμός, για να γίνει η καλή αρχή. Ακούγεται παράξενο, αλλά είναι γεγονός. Οι ρόλοι του στην τηλεοπτική σειρά του Θοδωρή Πετρόπουλου «Εγκλήματα» (ΑΝΤ1) και στη θεατρική παράσταση «Μόλις χώρισα» της Ομάδας Δράσις σε σκηνοθεσία Βασίλη Μυριανθόπουλου ήταν αυτοί που τον έκαναν ευρέως γνωστό, για να ακολουθήσουν αρκετοί ρόλοι στη συνέχεια (στο σίριαλ του Mega «Είσαι το ταίρι μου» και στην παράσταση του έργου του Λι Χολ «Μαγειρεύοντας με τον Ελβις» στο θέατρο Διάνα) που επιβεβαίωσαν την κωμική φλέβα του.
Μόλις δεκαέξι ετών ο Β. Χαραλαμπόπουλος ένιωσε το «κλικ» από τη συμμετοχή του σε σχολική παράσταση και αποφάσισε να στραφεί στην υποκριτική. Οριστικά και αμετάκλητα. Αλλη προοπτική δεν υπήρχε. Ακολούθησαν οι γνωστές διαδικασίες: εξετάσεις στη Δραματική Σχολή, φοίτηση στο Ωδείο Αθηνών, η πρώτη συμμετοχή σε θεατρική παράσταση – το 1992 στο «Καμπαρέ Στόρι» του Βαγγέλη Σειληνού -, συνεργασία με τη Μικρή Πόρτα της Ξένιας Καλογεροπούλου σε πολλές παραστάσεις, μεταξύ των οποίων και ο «Μορμόλης». Καθοριστική ωστόσο ήταν η συνεργασία του με την Ελένη Ράντου. Συνεργάζεται σταθερά μαζί της τα τελευταία χρόνια, όπως και εφέτος, και – όπως ο ίδιος επιβεβαιώνει – θα συνεχίσει και του χρόνου. Είναι σαν να έχουν πλέον δημιουργήσει μία μικρή αλλά άτυπη ομάδα. Σπεύδει να με διορθώσει: «Ποτέ δεν πίστευα στις ομάδες, πίστευα όμως πολύ στην παρέα, γιατί μπορεί να κάνει ομάδα άνευ χαρτοφυλακίου. Ετσι και με την Ελένη Ράντου. Ταιριάξαν τα “θέλω” μας, οι χαρακτήρες μας, οπότε γιατί να το αφήσω; Είναι τόσο δύσκολο να το βρεις αυτό στη δουλειά μας, που όταν έλθει, δύσκολα το αφήνεις…».
Αυτή την περίοδο παίζει στο θέατρο, στην τηλεόραση και συμμετέχει σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές διαφημίσεις. Πανταχού παρών. «Είμαι τυχερός, το παραδέχομαι. Τώρα βέβαια ακόμη περισσότερο. Αν δεν κάνεις στην αρχή υποχωρήσεις, δεν κάνεις ποτέ μετά. Πάντα με ενδιέφερε να κάνω πράγματα που μου αρέσουν. Βασίστηκα στο ένστικτό μου και μάλλον με δικαίωσε». Μήπως το παρακάνει; Μήπως κινδυνεύει να γίνει υπερπαραγωγικός και μαϊντανός; «Οχι, δεν νομίζω. Δεν θα μπορούσα άλλωστε. Η δουλειά αυτή απαιτεί πολλή ενέργεια κάθε φορά που την κάνεις. Πρέπει να τα δίνεις όλα». Και τι παίρνεις; «Αγάπη από τον κόσμο. Είναι συγκλονιστικό αυτό. Εμένα αυτό με τροφοδοτεί. Αλλωστε ζω πλέον μέσα από αυτή τη δουλειά. Ο κόσμος της δουλειάς είναι ο κόσμος μου. Εκεί κινούμαι, εκεί περνάω ακόμη και τον ελεύθερο χρόνο μου. Ο ηθοποιόςείναι σαν τον φαντάρο που στην πρώτη του άδεια μιλάει συνέχεια για τον στρατό. Αυτός μιλάει πάντα για τη δουλειά του».
Παραπλεύρως του θεάτρου ο Β. Χαραλαμπόπουλος κάνει μικρά αλλά προσεκτικά βήματα στον χώρο της τηλεόρασης: «Κίτρινος φάκελος», «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», «Η αγάπη άργησε μια μέρα», «Η εκτέλεση». Ο σκηνοθέτης με τον οποίο συνεργάστηκε κατά κόρον είναι ο Κώστας Κουτσομύτης. Ενδιάμεσα συμμετείχε σε αυτοτελή επεισόδια αστυνομικών σειρών, όπως π.χ. του Πάνου Κοκκινόπουλου, αφήνοντας να ξεδιπλωθεί μια άλλη πτυχή του ταλέντου του κόντρα στο κωμικό στοιχείο στο οποίο τον έχουμε συνηθίσει. Υποδύθηκε ρόλους δραματικούς, ρόλους αρκετά απαιτητικούς. Εφέτος συμμετείχε στο «10» του Μ. Καραγάτση, στον Alpha, σε σκηνοθεσία Πηγής Δημητρακοπούλου, σειρά που συζητήθηκε ιδιαίτερα για την ποιότητα και την διαφορετικότητά της. «Το καταλάβαμε από την πρώτη στιγμή κι εμείς, που συμμετείχαμε, ότι θα είναι κάτι ξεχωριστό. Μην πας μακριά. Οταν έχεις ένα τέτοιο κείμενο, το οποίο πέφτει και σε καλά χέρια, όλα μετά έρχονται. Είναι η ποιότητα των ανθρώπων που έκανε τη διαφορά. Ο επαγγελματισμός και η σοβαρότητα. Υπήρξαν κοινοί κώδικες και αγάπη γι’ αυτό που κάναμε. Ηταν σαν να ήμασταν ένας μεγάλος θίασος που ήξερε με τι έχει να κάνει, αλλά επιπλέον υποστηριζόταν από το σύνολο των συντελεστών».
Στη διάρκεια της συνομιλίας μας δεν σταματά να γελά, αλλά και να επαναλαμβάνει το ρήμα «ντρέπομαι». Νιώθω πως δεν βγαίνει ποτέ από τον ρόλο. Μου το επιβεβαιώνει: «Ο,τι και να κάνω, θέλω πάντα να υπάρχει ένας ρόλος. Ακόμη και στις διαφημίσεις, που με κατηγορούν ότι τις κάνω για λεφτά. Γιατί είναι κακό να είσαι επαγγελματίας και να αμείβεσαι; Ποτέ όμως δεν δέχθηκα να κάνω κάτι πρόχειρο, κάτι ενάντια στην αισθητική μου. Πάντα έπρεπε και πρέπει να υπάρχει ένας ρόλος». Εχει συμφιλιωθεί με την εικόνα που έχει ο κόσμος γι’ αυτόν. Εν μέρει άλλωστε είναι αποτέλεσμα πηγαίας ανάγκης και στοιχείο του χαρακτήρα του. «Σε μεγάλο ποσοστό, απ’ ό,τι φαίνεται, στη συνείδηση του κόσμου είμαι πιστοποιημένος κωμικός. Είναι κομμάτι της φύσης μου – μου άρεσε να κάνω τον κόσμο να γελάει πάντοτε. Στην πορεία είπα να γίνω πιο ηθοποιός, οπότε το ενσωμάτωσα στη δουλειά μου. Με ενδιαφέρει όμως να κάνω και κάτι διαφορετικό. Το δοκίμασα και αυτό, και μου άρεσε».
Τώρα θα κάνει κάτι ακόμη πιο διαφορετικό. Θα πρωταγωνιστήσει στον κινηματογράφο, σε ταινία της οποίας υπογράφει το σενάριο. Αυτό πώς προέκυψε; «Σκότωνα τον ελεύθερο χρόνο μου γράφοντας εδώ και χρόνια – είναι κάτι που με απασχολεί πολύ καιρό. Οταν το ολοκλήρωσα, το έδειξα, και ενδιαφέρθηκαν πολλοί να το γυρίσουν. Πάντως το κάνω σεμνά, μη φανταστείς ότι μπαίνω με θράσος σε αυτά τα χωράφια. Είναι κάτι που αγαπώ πολύ, γι’ αυτό και δεν θα κάνω θέατρο εφέτος το καλοκαίρι, ενδεχομένως ούτε τηλεόραση, λόγω γυρισμάτων». Οι ερωτήσεις που ακολουθούν αποδεικνύονται ρητορικές. Το σενάριο είναι κωμικό; «Ε, ναι!». Κι εσύ πώς νιώθεις στην παρθενική σεναριακή απόπειρά σου στον κινηματογράφο; «Μη με ρωτάς. Ντρέπομαι…».



