Α ντισυνταγματικό κρίθηκε χθες από το Συμβούλιο της Επικρατείας, για τρίτη φορά μέσα σε οκτώ μήνες, το σχέδιο προεδρικού διατάγματος που καθορίζει τις προϋποθέσεις και τον τρόπο πρόσληψης του εκπαιδευτικού προσωπικού των εκκλησιαστικών γυμνασίων και λυκείων. Τις δύο προηγούμενες αποφάσεις είχαν λάβει η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου όσο και το Ε΄ Τμήμα. Το υπουργείο Παιδείας επανέφερε για τρίτη φορά, αναδιατυπωμένο το διάταγμα, ωστόσο το ΣτΕ το επέστρεψε εκ νέου ως αντισυνταγματικό και παράνομο. Αυτή τη φορά το ΣτΕ γνωμοδότησε ότι είναι αντισυνταγματική και παράνομη η πρόβλεψη του διατάγματος που καθορίζει ως τυπικό προσόν διορισμού των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκκλησιαστικής εκπαίδευσης την ιδιότητα του «χριστιανού ορθόδοξου,λόγω του ειδικού σκοπού της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης». Μάλιστα, το διάταγμα προβλέπει ότι αν ο υποψήφιος εκπαιδευτικός δηλώσει ψευδώς πως είναι χριστιανός ορθόδοξος αυτό επισύρει «εκτός από ποινικές κυρώσεις και τον αποκλεισμό του από τη διαδικασία επιλογής». Οι σύμβουλοι Επικρατείας υπογραμμίζουν ότι το Σύνταγμα προστατεύει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και καθιερώνει την ισότητα πρόσβασης των ελλήνων πολιτών στις δημόσιες θέσεις. Δεν μπορεί λοιπόν να καθιερωθεί ως κώλυμα κατάληψης θέσης σε δημόσια υπηρεσία «η πίστη ή η αποχή από την πίστη σε θρησκευτική δοξασία,ούτε δικαιούται οποιαδήποτε υπηρεσία να ερευνήσει,αλλά ούτε υποχρεούται ο ενδιαφερόμενος να αποκαλύψει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις». Παράλληλα δεν είναι δυνατόν να προβλέπονται διαφορετικά προσόντα για τον διορισμό των εκπαιδευτικών της μέσης εκπαίδευσης, «με την επίκληση του ειδικού σκοπού της παρεχομένης στα εκκλησιαστικά γυμνάσια και λύκεια εκπαίδευσης», όπως αναφέρεται στο διάταγμα.

Ακόμη, παράνομη κρίθηκε η διάταξη που προβλέπει ότι για τη βαθμολογία των υποψηφίων λαμβάνονται υπόψη «συστατικές επιστολές,η συμμετοχή σε εκκλησιαστικές οργανώσεις,η βιωματική σχέση με την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και η ικανότητα του υποψηφίου να δημιουργεί το κατάλληλο παιδαγωγικό περιβάλλον για τους ειδικούς σκοπούς της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης». Οι δικαστές υπογραμμίζουν ότι τα παραπάνω κριτήρια δεν έχουν σχέση με «την ικανότητα εκφράσεως του υποψηφίου εκπαιδευτικού και της μεταδόσεως γνώσεων στους μαθητές».