Η Δύση φαίνεται ότι έχει αρχίσει να αποδέχεται την ανάγκη να δικαστεί ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς στη Σερβία προτού γίνει οποιαδήποτε κίνηση για την έκδοσή του στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία. Αν ο πρώην πρόεδρος δικαστεί στη χώρα του, το Βελιγράδι θα δείξει στους Σέρβους και στη διεθνή κοινότητα ότι η δημοκρατία λειτουργεί στη Γιουγκοσλαβία. Επιπλέον η ενοχή του κ. Μιλόσεβιτς θα είναι πιο «πειστική» για τους Σέρβους αν προκύπτει από τις αρχές του Βελιγραδίου και η μελλοντική έκδοσή του στο Δικαστήριο της Χάγης πιο εύκολα αποδεκτή από τον σερβικό λαό.
Σύμφωνα με το αρχικό κατηγορητήριο που είχε εκδώσει ο εισαγγελέας του Βελιγραδίου, ο κ. Μιλόσεβιτς κατηγορείται για κατάχρηση εξουσίας και διαφθορά. Μετά τη σύλληψή του, την περασμένη Κυριακή, προστέθηκε η κατηγορία της «παρακίνησης ατόμων να παρακωλύσουν τη δράση των αρχών». Η τελευταία κατηγορία βασίστηκε σε μαρτυρίες αστυνομικών ότι ο κ. Μιλόσεβιτς παρότρυνε την προσωπική φρουρά του να ανοίξει πυρ κατά των αστυνομικών που προσπαθούσαν να τον συλλάβουν. Εκτός από αυτές τις κατηγορίες οι αρχές ερευνούν πιθανή ανάμειξη του κ. Μιλόσεβιτς και σε άλλα εγκλήματα.
Πιο συγκεκριμένα ο πρώην πρόεδρος κατηγορείται ότι υπεξαίρεσε εκατομμύρια δολάρια από δασμούς τα οποία διοχέτευσε σε τραπεζικούς λογαριασμούς ή μοίρασε στον κύκλο του και στο Σοσιαλιστικό Κόμμα της Σερβίας. Εκτός από τον κ. Μιλόσεβιτς κατηγορούνται ο πρώην επικεφαλής των τελωνείων Μιχάλι Κέρτες, οι πρώην αναπληρωτές πρωθυπουργοί Νικόλα Σαΐνοβιτς και Γιόβαν Ζέβιτς και ο πρώην επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών Ράντομιρ Μάρκοβιτς. Τα κλεμμένα χρήματα ανέρχονται σε 1,7 δισ. δηνάρια (περίπου 55,4 δισ. δρχ.)και 197 εκατ. μάρκα (περίπου 34,3 δισ. δρχ.). Το συνολικό ποσό που κατηγορούνται ότι υπεξαίρεσαν φθάνει δηλαδή τα 90 δισ. δρχ., ποσό τεράστιο αν συγκριθεί με τα 50 εκατ. δολάρια (περίπου 19 δισ. δρχ.) που οι ΗΠΑ προσέφεραν ως βοήθεια προς το Βελιγράδι την περασμένη εβδομάδα εφόσον έκριναν ότι η σύλληψη του κ. Μιλόσεβιτς πληρούσε τις προϋποθέσεις που είχαν θέσει ως όρο για την αποδέσμευση του ποσού αυτού.
Ο πρώην πρόεδρος, ο οποίος αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης από πέντε ως 15 χρόνια, απαντά ότι θεωρεί τις κατηγορίες «πολιτικές», τις αρνείται όλες και υποστηρίζει ότι τα χρήματα διοχετεύθηκαν σε «κρατικές υποθέσεις», όπως στην αγορά όπλων, και δεν εμφανίστηκαν στον προϋπολογισμό «για λόγους κρατικής ασφαλείας».
Οι γιουγκοσλαβικές αρχές ερευνούν πέντε ακόμη κατηγορίες εναντίον του κ. Μιλόσεβιτς και των συνεργών του. Πρώτον, την παράνομη εξαγωγή χρυσού: οι συνεργοί του πρώην προέδρου φέρεται ότι μετέφεραν στην Ελβετία σημαντικές ποσότητες χρυσού από το χρυσωρυχείο του Μπορ στη Νότια Σερβία. Μέρος του χρυσού αυτού πουλήθηκε και τα έσοδα πιστεύεται ότι κατατέθηκαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Δεύτερον, την πλαστογράφηση εγγράφων από τον κ. Μιλόσεβιτς προκειμένου να περάσει στην κατοχή του μια πολυτελής βίλα. Τρίτον, πολιτικές δολοφονίες: πιστεύεται ότι η μυστική αστυνομία βρισκόταν πίσω από την απόπειρα δολοφονίας του Βουκ Ντράσκοβιτς, ηγέτη κόμματος της αντιπολίτευσης, το 1999· τη δολοφονία του Σλάβκο Κουρούβιγια, διευθυντή εφημερίδας της αντιπολίτευσης, το Πάσχα του 1999· και την απαγωγή του Ιβάν Στάμπολιτς, πρώην προέδρου της Σερβίας που είχε στραφεί εναντίον του κ. Μιλόσεβιτς. Ο κ. Στάμπολιτς απήχθη τον Αύγουστο του 2000 και έκτοτε έχουν χαθεί τα ίχνη του.
Η τέταρτη κατηγορία είναι η εκλογική απάτη: μετά τις γιουγκοσλαβικές προεδρικές εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου η Ομοσπονδιακή Εκλογική Επιτροπή προσπάθησε να στερήσει τη νίκη από τον πρόεδρο Βόισλαβ Κοστούνιτσα ισχυριζόμενη ότι δεν είχε συγκεντρώσει το απαιτούμενο 50% των ψήφων. Πέντε μέλη της επιτροπής αντιμετωπίζουν ήδη κατηγορίες ενώ μπορεί να εμπλακεί και ο ίδιος ο κ. Μιλόσεβιτς. Η πέμπτη κατηγορία αφορά το οργανωμένο έγκλημα: τον Μάρτιο η αστυνομία βρήκε 600 κιλά ηρωίνης τα οποία είχε τοποθετήσει η μυστική αστυνομία σε θυρίδα τράπεζας του Βελιγραδίου. Σημειωτέον ότι κατά τη σύλληψη των κκ. Κέρτες και Μάρκοβιτς η αστυνομία βρήκε ναρκωτικά στα γραφεία τους.
Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης κατηγορεί τον κ. Μιλόσεβιτς μαζί με τον κ. Σαΐνοβιτς, τον πρώην πρόεδρο της Σερβίας Μίλαν Μιλουτίνοβιτς, τον πρώην αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων Ντραγκόλιουμπ Οϊντάνιτς και τον πρώην υπουργό Εσωτερικών Βλάικο Στοϊλίκοβιτς για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» και «παραβιάσεις των νόμων ή του εθιμικού δικαίου του πολέμου».
Το 29 σελίδων επίσημο κατηγορητήριο αναφέρεται σε εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τον Ιανουάριο του 1999 στο Κοσσυφοπέδιο. Κατηγορεί τους πέντε προαναφερθέντες για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή μιας «εκστρατείας τρομοκρατίας» κατά των Κοσοβάρων Αλβανών και περιέχει συγκεκριμένα περιστατικά και λίστες θυμάτων.



