Το νέο θεσμικό πλαίσιο, η «ανοιχτή πληγή» της διαιτησίας, η κακοδιαχείριση και οι παράγοντες


Ριζικές αλλαγές θεσμικού, διοικητικού και οικονομικού χαρακτήρα σε ολόκληρο το φάσμα του αθλητισμού προαγγέλλει ο υφυπουργός Αθλητισμού κ. Ανδρέας Φούρας σε μία εφ’ όλης της ύλης συνέντευξή του προς «Το Βήμα».


Αναπτύσσοντας την πολιτική της κυβέρνησης στον τομέα του αθλητισμού και μιλώντας για τα φλέγοντα θέματα του χώρου (όπως διαιτησία, παράγοντες, διεκδίκηση της Ολυμπιάδας του 2004, διοργάνωση του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Στίβου 1997 και φαινόμενα κακοδιαχείρισης) ο κ. Φούρας ανακοινώνει ότι:


* Κατατίθεται σύντομα ο νέος αθλητικός νόμος.


* Αναδιαρθρώνονται τα επαγγελματικά πρωταθλήματα ποδοσφαίρου και μπάσκετ .


* Το μπάσκετ γίνεται πλήρως επαγγελματικό.


* Θεσμοθετείται η νομική και οικονομική ευθύνη για όλους τους παράγοντες αθλητικών ομοσπονδιών οι οποίοι διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα.


* Καθιερώνονται προγράμματα μαζικής άθλησης και άθλησης για άτομα με ειδικές ανάγκες





Η
«ΚΑΡΕΚΛΑ» του υφυπουργού Αθλητισμού είναι κατ’ εξοχήν δύσκολη, αφού τα συμφέροντα που διαπλέκονται στον χώρο δεν είναι μόνο οικονομικά και πολιτικά αλλά και τοπικά και συναισθηματικά, ενώ ταυτόχρονα τα προβλήματα σωρεύονται ελλείψει πολιτικής βούλησης από τις κυβερνήσεις των τελευταίων ετών. Την περασμένη εβδομάδα ο υφυπουργός Αθλητισμού κ. Ανδρέας Φούρας προανήγγειλε στη Βουλή ότι την άνοιξη θα φέρει στην Ολομέλεια προς ψήφιση τον νέο αθλητικό νόμο που θα αντικαταστήσει τον περίφημο Ν. 75/1975. Δεν είναι η πρώτη φορά όπου εξαγγέλλεται κάτι τέτοιο, αλλά όσοι γνωρίζουν τον σημερινό υφυπουργό Αθλητισμού και την ιστορία του έχουν βάσιμες ελπίδες ότι ο νέος νόμος θα γίνει επιτέλους πραγματικότητα.


Ο κ. Φούρας δεν είναι άκαπνος στην πολιτική ούτε νεόκοπος στον αθλητισμό. Ιδρυτικό μέλος του ΠαΣοΚ και βουλευτής Αχαΐας το 1989 και το 1996, διετέλεσε Γραμματέας του Αθλητικού Τομέα του Κινήματος επί σειράν ετών και διορίστηκε για πρώτη φορά σε κυβερνητική θέση τον Ιανουάριο του 1996 ως υφυπουργός Πολιτισμού αρμόδιος για τον Αθλητισμό (θέση που διατήρησε και στη νέα κυβέρνηση). Δεν είναι γνωστός για τις αθλητικές ή τις δημοσιογραφικές του επιδόσεις, όπως ορισμένοι προκάτοχοί του, ούτε τακτικός θαμών των τηλεοπτικών «παραθύρων» ­ μάλιστα αντιμετωπίζει τα φώτα της δημοσιότητας με αφοπλιστική αμηχανία. Οταν όμως η συζήτηση στρέφεται στον αθλητισμό, στην κοινωνική και στην πολιτική του διάσταση, είναι σαφές ότι ο κ. Φούρας γνωρίζει πολύ καλά το αντικείμενό του και το αντιμετωπίζει με συγκροτημένη σκέψη και τεκμηριωμένη άποψη περί του πρακτέου.


­ Το 1996 ήταν μια χρονιά διακρίσεων αλλά και κρίσεων στον ελληνικό αθλητισμό. Τι μπορούμε να περιμένουμε, από την πλευρά της αθλητικής ηγεσίας, για το 1997;


«Είδαμε το 1996 μεγάλες επιτυχίες, τέτοιες που ποτέ δεν είχε δει η χώρα, κυρίως στον ερασιτεχνικό αθλητισμό. Ταυτόχρονα όμως είδαμε στον λεγόμενο επαγγελματικό αθλητισμό ­ ποδόσφαιρο και μπάσκετ ­ να μειώνονται οι θεατές στα γήπεδα και οι τηλεθεατές. Αυτά τα δύο φαινόμενα έχουν το καθένα τη δική του ερμηνεία. Από τη μια πλευρά, οι επιτυχίες της Ατλάντα είναι το αποτέλεσμα μιας επένδυσης που έχει γίνει για μια περίοδο άνω των δέκα χρόνων: υπάρχει σταθερή στήριξη του σωματειακού αθλητισμού και ανάλογη ανάπτυξη της υποδομής με νέα έργα που έχουν δικτυωθεί περιφερειακά και γεωγραφικά. Το θέμα όμως του επαγγελματικού αθλητισμού είναι κρίσιμο, γιατί τόσο στο ποδόσφαιρο όσο και στο μπάσκετ διαμορφώνονται συνθήκες άνισων πρωταθλημάτων».


­ Πώς εννοείτε αυτή την ανισότητα;


«Το κακό με τον ελληνικό επαγγελματικό αθλητισμό είναι ότι καλούνται να συνυπάρξουν στα ίδια πρωταθλήματα ομάδες οι οποίες έχουν εντελώς διαφορετικές δυνατότητες, αθλητικές και οικονομικές. Υπάρχει ένα άνοιγμα ψαλίδας το οποίο δεν μπορεί να καλυφθεί στην πορεία, και όπως προσπαθούν όλοι μαζί να καταναλώσουν περισσότερα από τις προσδοκίες των οικονομικών αποτελεσμάτων τους, έχουμε έναν πτωχευμένο επαγγελματικό αθλητισμό. Οφείλουμε λοιπόν να προβληματιστούμε μέσα στο 1997 για πρωταθλήματα που θα διεξάγονται με όρους αθλητικής και οικονομικής αντιστοιχίας. Να περιοριστούν οι ομάδες των επαγγελματικών κατηγοριών και να αναπτύξουμε τη λογική εθνικών πρωταθλημάτων για όλες τις υπόλοιπες ομάδες, με αποτέλεσμα και πιο καθαρά να είναι τα πρωταθλήματα και να μην έχουμε τα οικονομικά ναυάγια».


­ Τα οποία οικονομικά ναυάγια ή «κανόνια» καλούμεθα να συμμαζέψουμε εκ των υστέρων. Προαναγγέλλετε συνεπώς κάποιες θεσμικές αλλαγές, των οποίων η ανάγκη είναι αισθητή εδώ και καιρό. Εχω την εντύπωση ότι η παρούσα κυβέρνηση είναι η πρώτη που αντιλαμβάνεται και την οικονομική διάσταση του αθλητισμού σε σχέση με τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος.


«Οι πόροι για τον αθλητισμό προέρχονται είτε από τον τακτικό προϋπολογισμό είτε από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων είτε από τα έσοδα του ΟΠΑΠ. Οφείλουμε όλοι να προστατεύσουμε και να υπερασπισθούμε και την τελευταία δραχμή. Αυτό θα πρέπει να γίνει με μηχανισμούς αποτελεσματικού ελέγχου των δαπανών και όχι με τον περιορισμό τους».


­ Παρ’ όλη την πολιτική σκληρής λιτότητας και τον σφικτό προϋπολογισμό;


«Θα μου επιτρέψετε μια γενικότερη τοποθέτηση. Ο λαός έχει κουραστεί από τα προγράμματα λιτότητας, αλλά αυτή τη φορά δεν έχουμε περιθώρια για αναστολές και αναβολές. Την 1.1.1999 θα κριθεί το ευρωπαϊκό μας μέλλον και οφείλουμε όλοι να συνεισφέρουμε σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια. Δεν υπάρχουν ιερές αγελάδες ­ όλοι θα πρέπει να δουν το πρόβλημα της χώρας, γιατί το μέλλον μας είναι ευρωπαϊκό. Από εκεί και πέρα όμως ο αθλητισμός δεν έχει περιθώρια για μείωση των διαθέσιμων πόρων ­ το 1989 είχε 0,86% του ΑΕΠ και τώρα έχει φθάσει στο 0,23%. Θα τα βγάλουμε πέρα με σκληρό έλεγχο, με περικοπές των δαπανών που μπορούν να περικοπούν χωρίς να πληγεί η ουσία του αθλητισμού, χωρίς να θιγεί η στήριξη του σωματειακού αθλητισμού, των προγραμμάτων των ομοσπονδιών και των προγραμμάτων μαζικού αθλητισμού και χωρίς να μειωθούν τα αθλητικά έργα, που η εμβέλειά τους, κατά τη γνώμη μου, είναι μεγαλύτερη από οποιοδήποτε άλλο έργο, ιδιαίτερα στις μικρές κοινωνίες ή στα περιθώρια των πόλεων».


­ Υπάρχει και η προοπτική της ανάληψης της Ολυμπιάδας του 2004, η οποία ενίοτε παρουσιάζεται και ως οικονομική πανάκεια. Σε ποιο σημείο βρίσκεται αυτή η προσπάθεια;


«Τον Μάρτιο στη Λωζάννη θα αποφασισθεί ποιες θα είναι οι πόλεις που θα μπουν στην τελική ευθεία για την κρίση της 6ης Σεπτεμβρίου 1997. Επικεφαλής της διεκδίκησης είναι η κυρία Γιάννα Αγγελοπούλου, μια γυναίκα η οποία δουλεύει συστηματικά και έχει αφήσει εξαίρετες εντυπώσεις στο εξωτερικό από τις παρεμβάσεις της και τον τρόπο που οργανώνεται η ελληνική προσπάθεια. Η επιτροπή αξιολόγησης βρήκε πολύ ενδιαφέροντα τα όσα συνέβησαν στην Ελλάδα όταν μας αξιολογούσε και έχουμε τη μεγάλη ελπίδα ότι είμαστε ήδη στις τέσσερις πόλεις που έχουν προκριθεί. Δεν είναι όμως εύκολη υπόθεση».


­ Οχι βέβαια, αλλά αυτή τη φορά έχουμε και την εμπειρία της προηγούμενης αποτυχημένης διεκδίκησης.


«Νομίζω ότι αυτή τη φορά έχουμε οργανώσει τον στόχο της διεκδίκησης σωστά. Υπάρχουν και κάποιες θεωρίες ότι έχουμε ήδη πάρει τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Αυτές όχι μόνο είναι λανθασμένες, είναι και επικίνδυνες, γιατί μπορούν να προκαλέσουν εφησυχασμό και να χάσουμε τη μάχη την πιο κρίσιμη ώρα. Η Λωζάννη τον Σεπτέμβριο δεν έχει σημασία μόνο για τον ελληνικό αθλητισμό, έχει σημασία και για την Ελλάδα. Η ανάληψη της διοργάνωσης μιας Ολυμπιάδας σού δίνει πάρα πολλές δυνατότητες για να είσαι στο προσκήνιο για επτά ολόκληρα χρόνια και να αξιοποιείς τον αθλητισμό ως πρεσβευτή σου».


­ Οσον αφορά τα απαιτούμενα έργα και το οικονομικό σκέλος της Ολυμπιάδας, ποιες είναι οι διαγραφόμενες προοπτικές;


«Τα έργα εξελίσσονται ανεξάρτητα από το αν θα αναλάβουμε ή όχι τη διοργάνωση. Οι προβλέψεις είναι ότι το μετρό, το αεροδρόμιο των Σπάτων και τα μεγάλα οδικά έργα θα είναι έτοιμα και σε χρήση το 2001. Τα αθλητικά έργα, τα οποία είναι έτοιμα σε ποσοστό 70% περίπου, εξελίσσονται επίσης ανεξάρτητα, κι έτσι δεν μπορούμε να τα προσμετρήσουμε στο οικονομικό κόστος της διοργάνωσης. Για τη διοργάνωση ­ αν μας ανατεθεί ­ θα πάρουμε, όπως έχουμε συμφωνήσει με τον πρόεδρο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής κ. Σάμαρανκ, 840 εκατ. δολάρια από τα τηλεοπτικά δικαιώματα, τη δυνατότητα να εμπορευθούμε ό,τι εμείς κρίνουμε με βάση τον ολυμπιακό καταστατικό χάρτη, ενώ θα πάρουμε και τα έσοδα από όλα τα εισιτήρια. Με αυτά τα δεδομένα και λαμβάνοντες υπόψη ότι το Ολυμπιακό Χωριό θα είναι μια νέα πόλη 20.000 κατοίκων που θα ανοικοδομηθεί για να πουληθεί στη συνέχεια, νομίζω ότι η διοργάνωση αυτών ειδικά των Αγώνων θα μπορεί να έχει και οικονομικό όφελος και όχι επιβάρυνση για τον ελληνικό λαό, αν είμαστε νοικοκύρηδες. Και γιατί να μην είμαστε επιτέλους νοικοκύρηδες σε αυτόν τον χώρο;».


­ Ισως είναι και θέμα προσώπων. Δύο από τις μεγαλύτερες κρίσεις στον ελληνικό αθλητισμό το 1996 εκδηλώθηκαν στον χώρο του ποδοσφαίρου και του στίβου, όπου οι ηγεσίες των ομοσπονδιών κατά γενική ομολογία δεν ήσαν οι καταλληλότερες, αλλά είχαν προκύψει από δημοκρατικές διαδικασίες.


«Η εκλογή των διοικήσεων των ομοσπονδιών είναι υπόθεση των σωματείων. Πράγματι το 1996 δοκιμαστήκαμε ως χώρα διεθνώς από την απειλή της ΦΙΦΑ ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο θα τεθεί εκτός διεθνών διοργανώσεων γιατί δεν υπήρχαν διαδικασίες προσαρμογής της ΕΠΟ προς τα διεθνώς κρατούντα. Στην πραγματικότητα η ηγεσία της ΕΠΟ επιχείρησε να εκβιάσει την ελληνική Βουλή για να αναδειχθεί η γενική της συνέλευση κυρίαρχο όργανο στο εσωτερικό Δίκαιο, κάτι που δεν συνέβη! Ψηφίσαμε μια διάταξη που έδινε στην ΕΠΟ τη δυνατότητα να κάνει γενική συνέλευση και να προσαρμόσει εκείνη το καταστατικό της σε δύο δεδομένα: στην ελληνική έννομη τάξη και στην παγκόσμια αθλητική πραγματικότητα. Με την ίδια διάταξη ο υφυπουργός Αθλητισμού παραιτήθηκε και από την τελευταία του αρμοδιότητα για το ποδόσφαιρο. Τώρα το ελληνικό ποδόσφαιρο έχει πλήρη αυτονομία, δεν έχει όμως ασυδοσία. Αυτό το θέμα αποτελεί πια παρελθόν, αλλά και μαύρη σελίδα στη σχέση του ελληνικού αθλητισμού με τον παγκόσμιο…».


­ Το θέμα του στίβου όμως βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.


«Η χώρα ανέλαβε τη ευθύνη να πραγματοποιήσει το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου τον Αύγουστο του 1997. Ο στίβος συνεχίζει να έχει μια ελκτικότητα και μια δύναμη ­ και ευτυχώς, γιατί στον στίβο τα πράγματα είναι πολύ κοντά στο αθλητικό ιδεώδες και σε αυτό που πολιτιστικά ως γεγονός παρήχθη σε αυτόν τον τόπο. Η χώρα όμως δεσμεύθηκε διά της υπογραφής του προέδρου του ΣΕΓΑΣ χωρίς να γνωρίζει σε πόσα πράγματα δεσμεύθηκε και χωρίς να έχει ακόμη σαφή εικόνα για το οικονομικό αποτέλεσμα εκείνων των δεσμεύσεων. Η τελική απώλεια δεν νομίζω ότι θα είναι πάνω από 3 δισ. Θα είναι όμως το όφελος αντίστοιχο του κόστους; Γιατί έχουμε βάλει δυο καρπούζια στη ίδια μασχάλη…».


­ Δηλαδή;


«Διεκδικήσαμε τη διοργάνωση του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος γνωρίζοντας ότι 20 ημέρες μετά τη διεξαγωγή του θα είναι η επιλογή της πόλης που θα φιλοξενήσει την Ολυμπιάδα του 2004. Σκεφθείτε: θα είμαστε στην τελική ευθεία 4 ή 5 πόλεις, όλοι οι άλλοι θα κρίνονται από τις υποσχέσεις τους και εμείς εκ του αποτελέσματος ­ την οργανωτική μας επιτυχία ή αποτυχία. Αυτό είναι κάτι που με φοβίζει και που θα έπρεπε ενδεχομένως να είχαμε αποφύγει».


­ Επιμένω στα πρόσωπα. Δεν ήταν περίεργο ότι τα μεγαλύτερα προβλήματα εμφανίστηκαν στις δύο μεγαλύτερες και πλουσιότερες ομοσπονδίες, των οποίων οι πρόεδροι απεδείχθησαν ικανοί στο εκλέγεσθαι; Ακούστηκαν πολλά για τη διαχείριση των χρημάτων τους…


«Νομίζω ότι είναι η εποχή όπου ο αθλητισμός θα πρέπει να έχει στη βιτρίνα του πεπαιδευμένους ανθρώπους, γιατί αρκετά πληρώσαμε τους απαίδευτους. Ενας πρόεδρος ­ ή μια ηγεσία αθλητικής ομοσπονδίας ­, αν δίνει χρήματα στα σωματεία και τεχνικά μέσα και προπονητές και τους πληρώνει, είναι ένας καλός πρόεδρος, με αυτή την έννοια. Εμφανίζεται όμως συχνά το φαινόμενο να είναι απλήρωτοι οι αθλητές, απλήρωτοι οι τεχνικοί και οι προτεραιότητες να είναι αλλού ­ στα ταξίδια και στις δημόσιες σχέσεις. Δυστυχώς για κάποιες μεγάλες ομοσπονδίες το 1994-95 δεν είχαν εγκριθεί οι προϋπολογισμοί τους. Από το 1996 δουλεύουν με εγκεκριμένους προϋπολογισμούς και από εφέτος οι ομοσπονδίες θα δουλεύουν και με υπόλογους, έτσι ώστε η κάθε δαπάνη να έχει και τα παραστατικά της, τα οποία και θα ελέγχονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο».


­ Αρα υπόσχεσθε…


«Διαφάνεια και κάθαρση».


­ Δεν είστε ο πρώτος που το λέει, είστε όμως ο πρώτος που τείνω να πιστέψω. Τι άλλο μπορούμε να περιμένουμε μέσα στο 1997;


«Αρχικά το νομοθετικό πλαίσιο για τη μετατροπή των Τμημάτων Αμειβομένων Καλαθοσφαιριστών του μπάσκετ σε ανώνυμες εταιρείες. Αυτή η ανορθόδοξη κατάσταση, όπου επιχειρήσεις λειτουργούν με το νομικό πλαίσιο ερασιτεχνικών σωματείων, πρέπει να σταματήσει. Δεν αντέχει στη λογική του μέσου πολίτη. Πρέπει τα ΤΑΚ να γίνουν ΑΕ, για να γνωρίζουμε όλοι ποιοι και πώς επενδύουν, και πού αναφερόμαστε».


­ Θα επεκταθεί αυτό και σε άλλα αθλήματα;


«Οχι, δεν το ζητάει το βόλεϊ. Το δεύτερο θέμα που ετοιμάζεται είναι το πλαίσιο για τον ειδικό αθλητισμό. Ως τις 12 Φεβρουαρίου οφείλω να εκδώσω υπουργική απόφαση που θα αναφέρει τι είναι αθλητικό σωματείο ατόμων με ειδικές ανάγκες, πώς διοικείται, πώς λειτουργεί, πώς συνενώνονται τα αθλητικά σωματεία σε ομοσπονδία, πώς νομιμοποιούνται και πώς ο ειδικός αθλητισμός ­ που και αυτός μάς έκανε υπερήφανους μέσα στο 1996 ­ πορεύεται, έτσι ώστε να βγάζει από την απομόνωση και το περιθώριο κάποιους πολίτες και να τους βάζει στο προσκήνιο, να τους πηγαίνει στους αθλητικούς χώρους, και μάλιστα εκεί να κάνουν θαύματα. Το τρίτο που έχει ενδιαφέρον είναι η επαναλειτουργία του Ολυμπιακού κολυμβητηρίου στο Ζάππειο. Με προγραμματική σύμβαση που υπογράφεται από το υφυπουργείο, την ΕΟΑ, την ΕΚΟΦ και τον Εθνικό ΓΣ θα αρχίσει να λειτουργεί ξανά, γιατί είναι ντροπή να λειτουργούσε το 1940 και να μη λειτουργεί το 1997».


­ Οι περισσότεροι φίλαθλοι ανησυχούν για τις δύο χρόνιες πληγές του ποδοσφαίρου και του μπάσκετ: τους παράγοντες και τη διαιτησία. Υπάρχει, φαντάζομαι, κάποιο σκεπτικό για την αντιμετώπισή τους…


«Πολλές φορές έχει εμφανισθεί ότι στην ηγεσία των ομάδων που έχουν φιλάθλους σε μαζική κλίμακα προσέρχονται άτομα που βάζουν το χέρι στην τσέπη. Αυτό είναι εν μέρει αλήθεια. Προσέρχονται, σύμφωνα με τους γνωρίζοντες, και άτομα τα οποία ενθυλακώνουν χρήματα από τον αθλητισμό. Δεν υπάρχουν στοιχεία για να γίνει συγκεκριμένη αναφορά, αλλά δεν νομίζω ότι μπορεί ένας υφυπουργός Αθλητισμού να αποκρύψει αυτό που είναι αντίληψη του μέσου φιλάθλου. Οι φίλαθλοι όμως έχουν τη δική τους δυναμική. Αν γυρίσουμε πίσω, στην ιστορία της Λάρισας, και δούμε ότι το πρώτο μπλόκο σε εθνική οδό το είδε η χώρα ουσιαστικά για αθλητικούς λόγους. Αξιοποιήθηκε η επιρροή των φιλάθλων για να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο ατιμωρησίας στα αθλητικά σωματεία, ιδίως όσον αφορά τις οικονομικές ατασθαλίες. Οι συνέπειες του νόμου δεν ήλθαν ποτέ, με αποτέλεσμα να διευρύνεται χρόνο με τον χρόνο η δυνατότητα αυτών που διοικούσαν αθλητικά σωματεία να παραβιάζουν νόμους, να αρνούνται υποχρεώσεις, να συσσωρεύουν χρέη και βεβαίως να χρησιμοποιούν πολιτικά τη μάζα των φιλάθλων για να μην επέρχονται αθλητικές συνέπειες».


­ Και ίσως όχι μόνον αθλητικές. Αλλά αυτή η κατάσταση υποτίθεται ότι άλλαξε το 1995, γεγονός που ίσως αιτιολογεί την αποχώρηση κάποιων ανθρώπων από τον χώρο…


«Από το 1995 ο έλεγχος των Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιρειών πήγε στο υπουργείο Εμπορίου, γιατί πρόκειται για ΑΕ. Εκτοτε τα πράγματα έσφιξαν, και έτσι έπρεπε να γίνεται. Δεν μπορούσε το υπουργείο που ήταν υπεύθυνο για την αθλητική διάσταση των σωματείων να ελέγχει και την οικονομική τους πλευρά και να ιεραρχεί ως προέχουσα την αθλητική παρουσία, διαγράφοντας ουσιαστικά την υποχρέωσή του να παρέμβει. Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα συνέβη το καταπληκτικό γεγονός να προσέρχονται στον αθλητισμό πρόσωπα τα οποία δεν είχαν καν έξωθεν καλή μαρτυρία ­ καταδικασθέντες από το κοινό ποινικό δίκαιο να εμφανίζονται, είτε αυτοπροσώπως είτε με ενδιάμεσα πρόσωπα, να κατέχουν την πλειοψηφία των μετοχών σε ΠΑΕ. Πρέπει να πάρει τέλος αυτή η υπόθεση. Τσάμπα πρόεδροι στον ελληνικό αθλητισμό δεν κάνουν καλό. Να εξυγιανθεί το σύστημα του αθλητισμού που παρέχει θέαμα, που έχει οικονομικούς στόχους. Να υπάρξει ειδικό νομικό πλαίσιο που να καλύπτει αυτή την πλευρά του αθλητισμού μας και να λειτουργήσουν όσοι θα διοικήσουν τέτοια σωματεία με τους κανόνες των ΑΕ. Γι’ αυτό και πρόεδρο της επιτροπής που επεξεργάζεται το σχέδιο του προεδρικού διατάγματος της μετατροπής των ΤΑΚ σε ΑΕ διόρισα τον γενικό διευθυντή του υπουργείου Εμπορίου».


­ Θα υπάρξουν κάποιες ειδικές ρυθμίσεις που θα εγγυώνται τον υγιή ανταγωνισμό των εταιρειών αυτών;


«Οταν τα ΤΑΚ γίνουν ΑΕ, θα συνεχίσουν για λίγο να χρηματοδοτούνται από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, αλλά μετά θα πάψουν, γιατί δεν το επιτρέπουν οι κανόνες ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Εδώ μπαίνει ένα θέμα: πώς δεν θα επιτρέψει η ελληνική πολιτεία σε κάποιους να επενδύουν περισσότερα από όσα μπορεί η ΑΕ να εισπράξει και ως προσδοκία, με αποτέλεσμα να δημιουργούν πτωχευμένες ΑΕ και στο μπάσκετ. Οφείλει η πολιτεία να βάλει έλεγχο έτσι ώστε, αν κάποιος επιθυμεί να συνεισφέρει εξ ιδίων, να μπορεί μεν, να μη χρεώνει όμως οικονομικά το σωματείο με τη δική του πολιτική και τελικά να το πτωχεύει».


­ Με τους αλλοδαπούς και τους κοινοτικούς παίκτες που προέκυψαν από την υπόθεση Μπόσμαν το σκηνικό έχει αλλάξει, ιδίως στο μπάσκετ.


«Η χρονιά 1996-97 δεν είναι καλή για το ελληνικό μπάσκετ. Αυτοί που έφτιαξαν πεντάδες από μη έλληνες παίκτες το πλήρωσαν σε θεατές στο γήπεδο και σε τηλεθέαση. Η χρονιά έδωσε υλικό για να προσανατολισθεί η σκέψη των διοικούντων: οι έλληνες φίλαθλοι δεν θέλουν να βλέπουν απλώς μπάσκετ, θέλουν ελληνικό μπάσκετ, με έλληνες παίκτες».


­ Με έλληνες παίκτες και έλληνες διαιτητές… Η ελληνική διαιτησία στο μπάσκετ τουλάχιστον δεν είναι χειρότερη από την υπόλοιπη ευρωπαϊκή, κάτι που δεν μπορούμε να το ισχυρισθούμε και για το ποδόσφαιρο.


«Σε γενικές γραμμές τα έχει πάει καλά στο μπάσκετ. Στο ποδόσφαιρο όμως από πολλά χρόνια η διαιτησία παίζει έναν σημαντικό ρόλο ώστε να το καθιστά αναξιόπιστο. Εγώ γνωρίζω ότι όταν κάποιος βγαίνει από την ενεργό δράση παίρνει έναν χαρακτηρισμό “τέως”. Λέμε… “τέως υπουργός”. Στην ελληνική διαιτησία υπάρχει ο καταπληκτικός νεολογισμός “διαιτητής μη εν ενεργεία”. Αν αναλύσει κάποιος το γιατί υπάρχει αυτός ο όρος, θα δει τον παραγοντισμό που ενδημεί στον χώρο και τη σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ αυτού που σφυρίζει και εκείνου που δεν σφυρίζει. Ο ένας περιμένει τον άλλον στη γωνία και έτσι διαμορφώνεται μια αλυσίδα ελέγχου και επιρροής, άρα μια αλυσίδα που δεν βοηθάει στην υγιή διαιτησία. Το πρόβλημα είναι δομικό, αλλά εγώ το βλέπω από την άποψη του πολιτικού και του φιλάθλου».


­ Κυρίως του φιλάθλου, αφού το υπουργείο δεν έχει πια καμιά αρμοδιότητα.


«Η διαιτησία δεν είναι το μοναδικό κακόηθες σώμα στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Δεν μιλάμε φυσικά για όλους τους διαιτητές ούτε για όλες τις περιόδους. Το θέμα της διαιτησίας του ποδοσφαίρου όμως είναι απόλυτη ευθύνη της ΕΠΑΕ και της ΕΠΟ. Οσα συζητήθηκαν τελευταία πρέπει να οδηγήσουν τους ιθύνοντες στο συμπέρασμα ότι δεν πάει άλλο. Υπάρχει μεγάλο πρόβλημα και οφείλουν να το λύσουν, κυρίως η ΕΠΟ και η ΟΔΠΕ. Οφείλουν να βάλουν το μαχαίρι στο κόκαλο και να δουν με ποιον τρόπο επιτέλους μπορούμε να έχουμε διαιτησία που θα φέρνει κόσμο στα γήπεδα και δεν θα τον διώχνει, που θα ανεβάζει την αξιοπιστία του ποδοσφαίρου και δεν θα την κατακρημνίζει, και που θα δίνει αξιοπιστία και στο ποδοσφαιρικό στοίχημα του ΟΠΑΠ. Αν βγάλουμε τον κομματισμό έξω από τη διαιτησία και αν κατανοήσουν οι δυνάμεις επιρροής στα εσωτερικά του ελληνικού αθλητισμού ότι κανέναν δεν βοηθάει η νίκη με ένα πέναλτι που δεν ήταν, τότε νομίζω ότι θα μπορούμε να έχουμε αξιόπιστο ελληνικό ποδόσφαιρο». Οι τέσσερις στόχοι του 1997


«ΤΟ ΒΗΜΑ» ζήτησε από τον υφυπουργό Αθλητισμού να αναπτύξει τις θεσμικές αλλαγές που προανήγγειλε στη Βουλή και να ιεραρχήσει τους στόχους του για το 1997.


* Ο πρώτος είναι, φυσικά, ο νέος αθλητικός νόμος, που συντάσσεται με ευρύ σκεπτικό. «Ενα νέο θεσμικό πλαίσιο που θα καλύπτει βασικές ανάγκες και θα δίνει δυνατότητα στον ελληνικό αθλητισμό να κινηθεί με σύγχρονο βηματισμό. Ενα καθαρό πλαίσιο που θα διαχωρίζει τον επαγγελματικό αθλητισμό, αυτόν δηλαδή που συνδέεται και με διαδικασίες εκμετάλλευσης αθλητικού θεάματος ­ άρα επιχείρηση ­, από τον υπόλοιπο αθλητισμό. Ο νόμος 75 του 1975 ήταν ένας νόμος προοδευτικός για την εποχή του, που όμως σήμερα αποτελεί αγκύλωση. Εχουμε καινούργια φαινόμενα στον αθλητισμό που κανείς δεν μπορούσε να εκτιμήσει, να αξιολογήσει και να φανταστεί το 1975. Εχουμε, π.χ., σημαντικές αλλαγές όσον αφορά τις διακρίσεις, τα ρεκόρ και τις επιδόσεις, που, αν δεν στηριχθούν σε εντελώς διαφορετική λογική κινήτρων, οι αθλητές δεν είναι διατεθειμένοι να αφιερώσουν τη ζωή τους για να έχουμε το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Το 1996 δώσαμε ηθικές και υλικές αμοιβές πολύ σημαντικές στους ολυμπιονίκες, αλλά αθλητισμό και αποτέλεσμα δεν παράγεις μόνο με την οπτική του ολυμπιονίκη. Οφείλεις να έχεις κίνητρα αποκατάστασης όσων διαθέτουν τη ζωή τους και ιδρώνουν τις φανέλες στα στάδια και στα γυμναστήρια».


* Ο δεύτερος στόχος είναι ένας σύγχρονος οργανισμός για τη μαζική άσκηση και η μεταφορά στην Τοπική Αυτοδιοίκηση της αρμοδιότητας και της ευθύνης για τη διοίκηση και τη λειτουργία των τοπικών σταδίων, μαζί με τους ανάλογους πόρους:


«Η νεολαία πρέπει να μαθαίνει να αγωνίζεται· και δεν υπάρχει καλύτερος χώρος από το στάδιο και το γυμναστήριο για να μάθει ο νέος τη σημασία του αγώνα. Αυτή τη δυνατότητα οφείλει να τη δίνει το κράτος στον πολίτη. Με έναν τέτοιο οργανισμό ο λαός θα αντιλαμβάνεται θετικά τον αθλητισμό, γιατί θα συμμετέχει ο ίδιος. Από το 1983-84 (επί θητείας Λαλιώτη), όπου τα προγράμματα μπήκαν στην καθημερινή ζωή του έλληνα πολίτη, ώς σήμερα η Τοπική Αυτοδιοίκηση βλέπει και βρίσκει στον μαζικό αθλητισμό μια πολύ δυναμική λειτουργία της στην καθημερινή σχέση δήμου – πολίτη. Ζει όμως τον παραλογισμό του σύγχρονου κράτους, όπου τα χρηματοοικονομικά των σταδίων και των γυμναστηρίων είναι αρμοδιότητα της ΓΓΑ, η διοίκηση του περιφερειακού διευθυντή, ενώ η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι αποξενωμένη ουσιαστικά από χώρους που κατ’ εξοχήν της ανήκουν».


* Ο τρίτος στόχος είναι η αναβάθμιση της επιστημονικής έρευνας στην Ελλάδα.


«Το ΕΚΑΕ (Εθνικό Κέντρο Αθλητικών Ερευνών) πρέπει να πάρει χαρακτηριστικά πανεπιστημιακά και να βοηθήσει πραγματικά τον ελληνικό αθλητισμό για υψηλές επιδόσεις, στηρίζοντας ταυτόχρονα την καθημερινή σχέση του έλληνα νέου με τον αθλητισμό. Εχουμε δυστυχώς πολλούς τραυματισμούς ή και θανάτους στους αθλητικούς χώρους και στα γήπεδα, και ως ένα βαθμό και τα δύο θα μπορούσαν να προληφθούν».


* Τέλος, έξι μήνες μετά τους θριάμβους της Ατλάντα, πρέπει να στρωθούμε στη δουλειά, αλλά με λογική Εθνικού Αθλητικού Σχεδιασμού.


«Συνήθως η χώρα θεωρεί περίοδο αθλητικής προετοιμασίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες το εξάμηνο που προηγείται των Αγώνων. Αυτή τη φορά θα πρέπει να έχουμε έναν σχεδιασμό 3,5 ετών, και έχουμε ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες έτσι ώστε στα μέσα Μαρτίου να εξαγγείλουμε τον ΕΑΣ για το Σίδνεϋ, για να γνωρίζουμε τι διεκδικούμε, ποια είναι τα μέσα μας, ποιοι είναι ο πόροι που θα διαθέσουμε και τι πρέπει να προσδοκά η Ελλάδα από τους αθλητές της στο Σίδνεϋ. Είναι μια δύσκολη ιστορία, γιατί πολλοί από τον χώρο των ομοσπονδιών μεγεθύνουν τους αθλητικούς στόχους με την οπτική των 3,5 ετών, υπάρχουν όμως δυνατότητες να έχουμε τα πόδια στη γη και το κεφάλι στον ουρανό και ο προγραμματισμός να έχει καρπούς στο Σίδνεϋ».