Μια συζήτηση που δεν έγινε και καθώς έδειξαν οι εκ Περισσού αντιδράσεις δεν επιθυμείται ιδιαιτέρως να γίνει! Ο λόγος για την αντιπαράθεση του ΚΚΕ με τις απόψεις που διατυπώνει στο βιβλίο του (Κριτική του σοβιετικού σχηματισμού, Εκδόσεις Αλφειός) το ιστορικό στέλεχος της κομμουνιστικής Αριστεράς και πρώην βουλευτής και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ κ. Κώστας Κάππος γύρω από τη φύση του πάλαι ποτέ κραταιού κοινωνικοοικονομικού οικοδομήματος στην πρώην ΕΣΣΔ.


Από την εποχή της κατάρρευσης των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν έχουν καταγραφεί αρκετές απόπειρες διερεύνησης των βαθύτερων αιτίων του ιστορικού «κραχ» από την πλευρά του κομμουνιστικού κινήματος. Ο σημαντικότερος λόγος κατά το σκεπτικό του κ. Κάππου ­ όπως στην περίπτωση του ΚΚΕ ­ δεν ήταν γνωστικός, αλλά πολιτικός και αφορούσε τις «δεσμεύσεις» που απέρρεαν από τις θέσεις τους στο παρελθόν και τις σχέσεις που είχαν με τα «αδελφά κόμματα» ­ τα οποία έσπευσαν (όλα σχεδόν) να προσχωρήσουν στη σοσιαλδημοκρατία.


* Περεστρόικα και «αντεπανάσταση»


Ενδεικτικά αναφέρεται στη θέση που διατύπωνε η γενική γραμματέας του ΚΚΕ κυρία Αλέκα Παπαρήγα στην «Πράβντα» (25.6.1991) ότι «οι ιδέες της περεστρόικας απαντούν στις απαιτήσεις της αναδιοργάνωσης του σοσιαλισμού» ­, για να μιλήσει αργότερα η ίδια για «αντεπανάσταση» (ο Περισσός έχει δώσει την εξήγηση ότι τότε το κόμμα ήταν στα πρόθυρα της διάσπασης).


Αξίζει επίσης να αναφερθεί ο ισχυρισμός του συγγραφέα περί παρέμβασης του ΚΚΣΕ στα εσωτερικά του ΚΚΕ υπό τη μορφή πιέσεων ώστε «να συνεργαστεί με την ΕΑΡ (σ.σ.: τη μετάλλαξη του ΚΚΕ εσ.) στη δημιουργία του Συνασπισμού με στόχο να υλοποιηθεί η θέση της περεστρόικας ότι πρέπει να ξεπεραστεί το σχίσμα ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα και στη σοσιαλδημοκρατία». Οπως αναφέρει μάλιστα, «δεν είναι τυχαίο ότι, μόλις υπογράφηκε το κοινό πόρισμα ΚΚΕ-ΕΑΡ, ο σοβιετικός πρεσβευτής επισκέφθηκε τα γραφεία της ΕΑΡ πρώτη φορά μετά το 1974 και προσκαλούνταν εκπρόσωποί της στις εκδηλώσεις της πρεσβείας».


Το 1995 το ΚΚΕ πραγματοποίησε συνδιάσκεψη με θέμα τις «εκτιμήσεις και τους προβληματισμούς για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη» με προοπτική «να συνεχιστεί η διερεύνηση και η συζήτηση». Η αντιπαράθεση με τις απόψεις του κ. Κάππου έδειξε ότι η «διερεύνηση» είχε σταματήσει στο 1995…


* Σοβιέτ και σοσιαλισμός


Στο βιβλίο του ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι το κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς που οικοδομήθηκε στην πρώην ΕΣΣΔ δεν ήταν σοσιαλισμός, αλλά ένας ιδιαίτερος «σοβιετικός σχηματισμός». Εκτιμά ότι σε αυτόν «οι εργαζόμενοι ήταν εντελώς αποξενωμένοι από τα μέσα παραγωγής και από τα αποτελέσματα της παραγωγής», αφού «δεν διηύθυναν την παραγωγή, αλλά μόνο εκτελούσαν» («εκτελούσα τάξη») και οι αμοιβές τους «ήταν πολύ μικρότερες από αυτές των διευθυντών» (που μαζί με την κομματική-κρατική κορυφή της πυραμίδας συγκροτούσαν τη «διευθύνουσα τάξη»). Οι αμοιβές των εργαζομένων καθορίζονταν με βάση την απόδοση, δηλαδή η διανομή γινόταν με βάση τον μηχανισμό των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, οι οποίες διατηρούνταν ­«κάτι που είναι ξένο προς τον σοσιαλισμό», όπως σημειώνει, ενώ επιπλέον το κράτος δεν είχε απονεκρωθεί.


Αν και, όπως αναγνωρίζει, «δεν υπήρχαν τα βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού» ­ τουναντίον, η πρώην Σοβιετική Ενωση ήταν «αντιιμπεριαλιστική, αντικαπιταλιστική» χώρα και πέτυχε «σημαντικές νίκες και μεγάλες κατακτήσεις, που σημάδεψαν την ιστορία του 20ού αιώνα» ­, ο συγγραφέας θεωρεί ότι από το 1936 η ΕΣΣΔ είχε περάσει στον λεγόμενο «σοβιετικό τρόπο παραγωγής», όπου η «διευθύνουσα τάξη» κατείχε τους όρους παραγωγής και υπήρχε «μια μορφή εκμετάλλευσης», αποτέλεσμα της «αποξένωσης της εκτελούσας τάξης από τη διαχείριση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών υποθέσεων».


Είχε προηγηθεί από το 1918 η εγκατάλειψη επαναστατικών μέτρων στη διεύθυνση και στον έλεγχο της παραγωγής, όπως οι εκλεγμένες διευθύνσεις που τη θέση τους στα εργοστάσια και στις επιχειρήσεις πήραν οι μονοπρόσωπες διοικήσεις. Ετσι καταργήθηκε η συλλογικότητα, η αιρετότητα και η ανακλητότητα των διευθυντών των επιχειρήσεων. Η πολιτική εξουσία έφυγε από τον έλεγχο των «εργατικών κολεκτίβων» και το σύστημα των Σοβιέτ έχασε το στήριγμα των οργάνων του σε αυτές. Η εξουσία έτσι πέρασε αποκλειστικά στα χέρια του κόμματος, που «υποδείκνυε ποιοι θα εκλεγούν», εκμηδενίζοντας παράλληλα «κάθε αντιπαράθεση απόψεων».


* Επιστροφή στον καπιταλισμό


Η εισαγωγή του κέρδους ως κριτηρίου της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης του 1965, αλλά και 20 χρόνια μετά οι μεταρρυθμίσεις της περεστρόικας, «που είχαν στόχο να αλλάξουν οι παραγωγικές σχέσεις, δηλαδή όσοι κατείχαν τα μέσα παραγωγής (σ.σ.: «διευθύνουσα τάξη») να αποκτήσουν και την κυριότητα», σηματοδοτούσαν για τον συγγραφέα την «επιστροφή στον καπιταλισμό».


Στην αντιπαράθεση της «διευθύνουσας τάξης» και της «εκτελούσας τάξης» αποδίδει ο κ. Κάππος και τα φαινόμενα καταπίεσης και διώξεων στη δεκαετία του ’30 με στόχο να καμφθεί η αντίσταση της δεύτερης, υπό το θεωρητικό προκάλυμμα ότι «όσο προχωρεί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού τόσο δυναμώνει η ταξική πάλη».