ΕΝΑ από τα λεγόμενα «εθνικά μας θέματα» δημιουργήθηκε με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την ανεξαρτητοποίηση της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας, της Δημοκρατίας των Σκοπίων, όπως προτιμούμε να την αποκαλούμε εμείς. Διάφορα επιμέρους θέματα ρυθμίστηκαν, όπως φαίνεται, και απομένει το θέμα του ονόματος του νέου αυτού κράτους. Η κυβέρνηση και, φαίνεται, ένα μεγάλο τουλάχιστον μέρος των κατοίκων του επιμένουν στην ονομασία «Μακεδονία», ενώ εμείς απορρίπτουμε τη χρήση του ονόματος αυτού (και των παραγώγων του).
Οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε αδιέξοδο. Το όνομα «Μακεδονία» χρησιμοποιείται από τους ίδιους τους κατοίκους του νέου κράτους, ενώ εμείς αγωνιζόμαστε στον διεθνή στίβο να περιορίσουμε τη χρήση του ονόματος αυτού και επιδιώκουμε να επιβάλουμε, με συνεχώς μειούμενη επιτυχία, την περίφραση «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» (ή το ακρωνύμιο FYROM στα αγγλικά) ή συνιστούμε καινούργια ονόματα, όπως Δαρδανία κ.τ.τ. Μα είναι ποτέ δυνατό να περιμένουμε να επικρατήσουν στα αλήθεια τέτοιες περιφράσεις, και μάλιστα όταν τις απορρίπτουν οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι; Πώς θα μας φαινόταν αν κάποιος επέμενε, το 1830, πως το νεοσύστατο τότε νέο Ελληνικό κράτος θα έπρεπε να ονομασθεί «η τέως Οθωμανική επαρχία της Ελλάδος»;
Δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι η χρήση του αρχαίου ονόματος Μακεδονία και Μακεδόνες, από ένα λαό σλαβικό, που έφθασε στην περιοχή 900 χρόνια μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, είναι καταχρηστική. Και δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι η χρήση του κρύβει (ή μπορεί να κρύβει) διεκδικήσεις εις βάρος της Ελλάδος (μολονότι προέρχονται από κράτος πολύ μικρότερό μας). Παραμένει αληθές όμως ότι ένα μέρος της ιστορικής Μακεδονίας βρίσκεται σήμερα μέσα στο κράτος των Σκοπίων (π.χ. το Μοναστήρι, δηλ. τα σημερινά Μπιτόλια). Και, ακόμη σπουδαιότερο, ότι το όνομα Μακεδονία χρησιμοποιήθηκε για την ομόσπονδη αυτή δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας από την επικράτηση του Τίτο στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, χωρίς ποτέ, απ’ όσο γνωρίζω, η Ελλάς να διαμαρτυρηθεί.
Το αποτέλεσμα είναι πως σήμερα οι κάτοικοι της Δημοκρατίας των Σκοπίων, ως την ηλικία των εξήντα ετών, δεν γνωρίζουν παρά ένα μόνο όνομα για την πατρίδα τους, της οποίας ψήφισαν και την ανεξαρτησία. Για Μακεδονία τους μίλησαν στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο, για Μακεδονία ζητωκραύγασαν στις εθνικές και άλλες γιορτές τους, ως Μακεδόνες διακρίνονταν από τους υπόλοιπους Γιουγκοσλάβους. Και τώρα ερχόμαστε εμείς να τους πούμε πως με μια μονοκονδυλιά θα πρέπει να τα σβήσουν όλα αυτά και να αλλάξουν το όνομα της χώρας τους. Ποια πολιτική δύναμη θα μπορούσε να επιβάλει κάτι τέτοιο στον πληθυσμό; Πώς θα μας φαινόταν αν κάποιος ισχυρότερος από μας επέμενε ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τη χρήση του ονόματος «Ελλάς» και να το αντικαταστήσουμε με το Grece ή το Yunanistan; Τέτοιες αλλαγές μόνο διά της βίας μπορούν να επιβληθούν και είναι βαθύτατα αντιδημοκρατικές και αντιπαραγωγικές εφόσον αναπόφευκτα θα δημιουργήσουν δικαιολογημένες αντιδράσεις.
Δεν πρέπει άλλωστε να λησμονούμε πως οι κάτοικοι του κράτους των Σκοπίων μιλούν μια γλώσσα που είναι στενότατη συγγενής της βουλγαρικής. Οτι οι κάτοικοι της περιοχής κατά τον Μεσαίωνα θεωρούσαν πως ήταν Βούλγαροι και πως κατά τους νεότερους χρόνους πολλοί σλαβόφωνοι της ευρύτερης Μακεδονίας πολέμησαν ως Βούλγαροι εναντίον των Ελλήνων. Αυτά είναι γνωστά σε όσους γνωρίζουν την ιστορία. Αλλά και όσοι διάβασαν μόνο τον Καιρό του Βουλγαροκτόνου και τα Μυστικά του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα (συμπεριλαμβανομένου, ελπίζω, και του εγγονού της), θα θυμούνται πως στα βιβλία αυτά οι αντίπαλοι των προγόνων μας αποκαλούνται Βούλγαροι.
Η βουλγαρική αυτή καταγωγή είναι γνωστή και στους κατοίκους των Σκοπίων, όπου υπάρχει και φιλο-βουλγαρικό εθνικιστικό κόμμα εξαιρετικά ισχυρό. Είναι βέβαια γνωστή και στη Σόφια, η οποία ποτέ δεν έπαψε να επαναλαμβάνει την ειδική σχέση που έχει με την περιοχή αυτή, υπενθυμίζοντας πως η πρωτεύουσα του βουλγάρου τσάρου Σαμουήλ ήταν η πόλη της Αχρίδας. Οταν το κράτος των Σκοπίων ανεξαρτητοποιήθηκε με το όνομα «Μακεδονία», η Βουλγαρία έσπευσε να το αναγνωρίσει με το όνομα αυτό, προσθέτοντας όμως πως δεν αναγνωρίζει το όνομα ως προς τον λαό. Ασφαλώς υπάρχουν, και στη Σόφια και στα Σκόπια, άνθρωποι που επιθυμούν την ένωση των δύο χωρών. Την θέλουμε κι εμείς;
Αν κοιτάξει κανείς τον χάρτη και λάβει υπόψη την ανυπαρξία ικανοποιητικού οδικού δικτύου στην Αλβανία, διαπιστώνει πως η διά ξηράς επικοινωνία της χώρας μας με την Ευρώπη περνά υποχρεωτικά ή από το κράτος των Σκοπίων ή από τη Βουλγαρία. Ο αναγνώστης ας κρίνει αν μας συμφέρει να ενοποιηθούν τα δύο αυτά κράτη. Πάντως, οι πιέσεις που ασκεί η Ελλάδα στο κράτος του κ. Gligorov, αν φθάσουν στα άκρα, διακινδυνεύουν να οδηγήσουν σε λύσεις που δεν μας αρέσουν.
Ο δρόμος τον οποίο πήραμε ως προς το όνομα της γειτονικής χώρας είναι ανηφορικός και μας εξέθεσε διεθνώς. Σημασία έχει να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση, πιθανώς με ένα σύνθετο όνομα, που και τα ελληνικά συμφέροντα θα προστατεύει και θα αναγνωρίζει στα Σκόπια το δικαίωμα να ονομάζονται κατά τρόπο που τους είναι αποδεκτός. Υπάρχει ένα απόστημα το οποίο πρέπει να καθαρίσει το ταχύτερο χωρίς νικητές και ηττημένους, χωρίς θριαμβολογίες και μνησικακίες. Πρέπει το ταχύτερο να αποκατασταθούν ομαλές και φιλικές σχέσεις με τους γείτονές μας, σχέσεις πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές, αν η Ελλάδα πρόκειται να παίξει κάποιο ρόλο στα Βαλκάνια, όπως προοιωνίζεται ο Πρωθυπουργός μας.
Δεν υπάρχει πια λόγος να τραβάμε την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα. Καλύτερα να χρησιμοποιήσουμε λιγάκι και το μυαλό μας.
Ο κ. Ν. Οικονομίδης είναι καθηγητής της Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής του Ινστιτούτου Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.



