Στο Κράτος Δικαίου όλα τα όργανά του (και κατ’ εξοχήν τα δικαστήρια) υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Στα δικαιώματα αυτά εντάσσονται η ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου (έννοια που περιλαμβάνει και τα βιβλία) και η ελευθερία της επιστήμης και της έρευνας. Ως εγγύηση αυτών των ελευθεριών το Σύνταγμα απαγορεύει τη λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο, καθώς και την κατάσχεση των εντύπων εν γένει, εκτός τεσσάρων εξαιρετικών περιπτώσεων, στις οποίες δεν προβλέπεται ως λόγος η προσβολή της προσωπικότητας.


Οπως έχουν κρίνει σχεδόν παγίως τα δικαστήρια, η προστασία της προσωπικότητας, η οποία θίγεται από ορισμένο δημοσίευμα ή περιεχόμενο βιβλίου, γίνεται με όλα τα μέσα που ορίζει ο νόμος (ποινικές κυρώσεις και αξιώσεις αποζημίωσης), εκτός όμως της απαγορεύσεως της κυκλοφορίας του εντύπου, την οποία απαγορεύει το Σύνταγμα. Ζήτημα επιβολής λογοκρισίας (να ορίσει δηλαδή μια δικαστική απόφαση τι πρέπει να περιέχει ή να μην περιέχει ένα βιβλίο) δεν έχει τεθεί, ως αυτονοήτως κείμενο εκτός νομιμότητας.


Αυτά ίσχυαν ως τώρα. Για λόγους ιστορικής πληρότητας σημειώνεται ότι στη διάρκεια της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας έγιναν ορισμένες κατασχέσεις βιβλίων, στις περιπτώσεις πάντως που κατ’ εξαίρεση επιτρέπει το Σύνταγμα, και απαγορεύθηκε η προβολή ταινίας, με δεδομένο όμως ότι το Σύνταγμα δεν επεκτείνει την προστασία του Τύπου στα κινηματογραφικά έργα. Οι περιπτώσεις αυτές συνιστούν ασφαλώς εκδηλώσεις ανελευθερίας, οι οποίες πάντως διέθεταν (πρό)σχήμα νομιμότητας.


Η πρόσφατη δικαστική απόφαση που απαγορεύει την κυκλοφορία βιβλίου, «πράγμα που είναι κατ’ αποτέλεσμα ταυτόσημο με την κατάσχεση που απαγορεύει το Σύνταγμα», όπως έκριναν οι ως τώρα αποφάσεις, και καθορίζει αρνητικά, αλλά επιτακτικά το περιεχόμενό του (τι δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνει), επιβάλλει ότι το Κράτος Δικαίου απαγορεύει: κατ’ αρχήν την κατάσχεση εντύπων και πάντοτε τη λογοκρισία. (ΜΠρΑθ 22338/1996 ΝοΒ 1997.73, ΜΠρΑθ 8064/1986 ΝοΒ 1987.403, ΜΠρΗρ 345/1979 Δ 11.58).


Με τα δεδομένα αυτά ανακύπτουν τα ακόλουθα μείζονα ζητήματα, πέραν της συγκεκριμένης υποθέσεως, η οποία παραμένει δικαστικά και ιστορικά εκκρεμής:


Πρώτον, αν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση υπέρβασης εξουσίας, δηλαδή άσκησης εξουσίας την οποία δεν παρέχει (ή ακριβέστερα, απαγορεύει) το Σύνταγμα στα δικαστήρια, ή για εκδήλωση μιας θεσμικά και πολιτικά ανησυχητικής αντίληψης, ότι η δικαστική λειτουργία είναι η εξουσία υπερβάσεως του νόμου.


Αν συμβαίνει το πρώτο, τότε πρόκειται για μια δικαστική κρίση, που έσφαλε κατά τρόπο νομικώς θεμελιώδη. Οι νομικά πλημμελείς δικαστικές κρίσεις εξαφανίζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος και η νόμιμη τάξη αποκαθίσταται με την έκδοση μιας νομικώς βάσιμης απόφασης. Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης των πολιτών στην επάρκεια των δικαστηρίων να λειτουργούν ως «φυσικοί προστάτες» των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι το ουσιώδες υπόλοιπο της δικαστικής αυτής αστοχίας. (Α. Σβώλου ­ Γ. Βλάχου, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, τ. Β’, 1955, σελ. 10-11).


Αν όμως συμβαίνει το δεύτερο, τότε πρόκειται για νοσηρή εκδήλωση της εγγενούς κρίσης νομιμοποίησης της δικαστικής λειτουργίας, της μόνης δηλαδή από τις «συντεταγμένες κρατικές εξουσίες» η οποία δεν ελέγχεται βάσει της δημοκρατικής αρχής. Αλλωστε, η δικαστική εξουσία είναι τόσο «δραστική», ώστε το ενδεχόμενο αυθαιρεσίας κατά την άσκησή της να δημιουργεί σοβαρότατους κινδύνους για τις ελευθερίες των πολιτών και την προσωπική ασφάλεια όλων. Η δικαστική εξέλιξη της συγκεκριμένης εκκρεμούς υποθέσεως θα καταδείξει τον χαρακτήρα της νωπής δικαστικής κρίσης ως ατυχούς συμπτώσεως ή δυσοιώνου συμπτώματος.


Δεύτερο ζήτημα που θέτει η προβληματική της απόφασης είναι η αδυναμία κατανόησης μιας βασικής ρύθμισης του Συντάγματος. Η γενική αρχή του, σύμφωνα με την οποία ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, αποτελεί εγγύηση ότι ο δικαστής δεν θα ελαττώσει και, πολύ περισσότερο, δεν θα καταργήσει την προστασία που παρέχει το Σύνταγμα και ο νόμος στην προσωπικότητα κάθε ανθρώπου. Η ελευθερία είναι το σπουδαιότερο αγαθό που πηγάζει από την προσωπικότητα και η προστασία της, κατά την έκφραση των ιδεών και κατά την επιστημονική έρευνα, διαθέτει συνταγματική θεμελίωση και κατοχύρωση. Η προστασία εκείνου που πράγματι ή από διαθέσεως ή υποκριτικά θίγεται από την έκφραση των ιδεών και των επιστημονικών σκέψεων άλλου είναι αυτή που ορίζει ο νόμος και σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να περιλάβει μέσα τα οποία κατηγορηματικά απαγορεύει το Σύνταγμα.


Τρίτο ζήτημα είναι η διάκριση του δικαστικού λόγου από τη μη θεσμοποιημένη έκφραση των στοχασμών κάθε ανθρώπου. Η δικαστική προστασία και ο δικαστικός έλεγχος δεν σημαίνει παρά τούτο μόνο: ότι τα δικαστήρια, στο πλαίσιο μιας δικαιοκρατικά οργανωμένης διαδικασίας, επιλύουν διαφορές ιδιωτικού ή δημόσιου χαρακτήρα και αποφασίζουν για την ενοχή ή την αθωότητα κατηγορουμένων και εφαρμόζουν τον νόμο ανεξάρτητα από τις προσωπικές απόψεις των δικαστών περί του επιστημονικώς, πολιτικώς ή φιλοσοφικώς ορθού. Ο δικαστής, ως κρατικό όργανο και μάλιστα ως τελικός κριτής και εγγυητής της νομιμότητας, βαρύνεται ιδιαίτερα με το καθήκον τηρήσεως του Συντάγματος και των νόμων. Η αρχή της κυριαρχίας του νόμου, που διέπει καθολικά τις πολιτειακές λειτουργίες, έχει ιδιάζουσα σημασία στην περιοχή της απονομής της δικαιοσύνης. Διότι η δικαστική κρίση είναι εξ ορισμού υποκειμενική. Υπόκειται δηλαδή στην ατέλεια της ανθρώπινης γνώσης και στην αδυναμία πλήρους δεοντολογικού ελέγχου της προσωπικής νοοτροπίας: «Και το φιλείν ήδη και το μισείν και το ίδιο συμφέρον συνήρτηται πολλάκις, ώστε μηκέτι δύνασθαι θεωρείν ικανώς το αληθές, αλλ’ επισκοτείν τη κρίσει το ίδιον ηδύ ή λυπηρόν» (Αριστοτέλους Ρητορική Α1, 1354 a 33 – b 11). Η μόνη εξασφάλιση του κρίνοντος και των κρινομένων είναι αναγωγή στην αντικειμενικότητα, στη διαχρονικότητα και στην καθολικότητα του νόμου, στην κρίση του νομοθέτη, ο οποίος «ου κατά μέρος, αλλά περί μελλόντων τε και καθόλου εστίν» κατά τον αριστοτελικό ορισμό. Οταν μάλιστα ο νόμος (και ιδίως το Σύνταγμα) είναι σαφής και ανεπίδεκτος παρερμηνείας, τότε η άσκηση δικαστικής δικαιοδοσίας καθ’ υπέρβαση των ορίων του αποβαίνει απολύτως αδικαιολόγητη. Η ειδικότερη αξιολόγηση του πραγματικού της υπόθεσης αυτής παρίσταται αλυσιτελής, αφού το πρωταρχικό ζήτημα αποτελεί η διάταξη της απόφασης, με την οποία απαγορεύεται η κυκλοφορία του βιβλίου «ως έχει», δηλαδή πρακτικώς κατάσχονται τα αντίτυπά του που περιέχουν το «εξοβελιστέο» μέρος και καθορίζεται αρνητικά το περιεχόμενο του βιβλίου (με τον αποκλεισμό ορισμένου μέρους του), δηλαδή ασκείται λογοκρισία. Τέτοια όμως δικαιοδοσία δεν παρέχει το Σύνταγμα στα δικαστήρια. Οποια λοιπόν και αν είναι η κριτική θέση απέναντι στο βιβλίο και στα επιμέρους περιεχόμενά του, βέβαιο είναι πάντως ότι δεν επιτρέπεται να απαγορευθεί η κυκλοφορία του, δηλαδή να κατασχεθεί και να επιβληθεί το περιεχόμενό του, δηλαδή να λογοκριθεί η μελλοντική έκβασή του. Πρόκειται για αδιαπραγμάτευτο ζήτημα αρχής, πριν, πέρα και ανεξάρτητα από την ουσία της συγκεκριμένης διαφοράς. Η επικαλούμενη ηθική βλάβη από την κυκλοφορία του βιβλίου θα σταθμιστεί με το δικαίωμα της έκφρασης και την ελευθερία της επιστήμης στη συγκεκριμένη περίπτωση και θα ικανοποιηθεί ενδεχομένως με τα άλλα μέσα που παρέχει το δίκαιο, το οποίο συνιστά «ενιαίον όλον».


Τέταρτο ζήτημα είναι η επισημαινόμενη αναντιστοιχία μεταξύ της δικαστικής κρίσης και μιας γενικά αποδεκτής αρχής του νομικού και καθόλου πολιτισμού: ότι η επιστημονική γνώμη δεν υπόκειται σε νομική κύρωση, όσον εσφαλμένη και αν θεωρείται. Υποβάλλεται μόνο στον επιστημονικό αντίλογο. Στην κριτική, στη διαφωνία, στη θεωρητική απόρριψη, με την επιφύλαξη, πάντοτε, του ανθρώπινου λάθους. Το δίκαιο ασχολείται μόνο με πράξεις. Βεβαίως, οι σκεπτικιστές επιμένουν ότι «η λεγόμενη ελευθερία του φρονήματος αποτελεί και στην εποχή μας θεωρητικό αίτημα με αβέβαιο θεσμικό αντίκρυσμα». (Ν. Παρασκευόπουλος, Φρόνημα και καταλογισμός στο Ποινικό Δίκαιο, 1987, σελ. 24-25). Δεν υπέθεταν όμως ότι θα γινόταν ευθέως έλεγχος επιστημονικών απόψεων και μάλιστα παρά το Σύνταγμα.


Απομένει ένα τελευταίο αλλά πολυσήμαντο ζήτημα: πρόκειται για τη «λανθάνουσα αντισυνταγματικότητα της καθημερινής δικαστικής πρακτικής». Ο όρος ανήκει σε ανώτατο πλέον δικαστή που αναφέρεται στο σοβαρότατο αυτό πρόβλημα κατά την απονομή της δικαιοσύνης: «Εμείς οι δικαστές δεν έχουμε πολύ καλές σχέσεις με το Σύνταγμα, ως κείμενο της καθημερινής πρακτικής(…). Οι τυποποιημένες αιτιολογίες και οι ευφυείς αποσιωπήσεις καλύπτουν την τυπική προσήλωση στις συνταγματικές διατάξεις. Το Σύνταγμα όμως, περισσότερο από κάθε άλλο νομικό κείμενο, είναι πολύ λιγότερο τύπος και πολύ περισσότερο ουσία. Οι έντεχνες διατυπώσεις αποφεύγουν τις νομικές ακυρότητες, δεν δημιουργούν όμως το ήθος της εξουσίας, ιδιαίτερα το ήθος της δικαστικής εξουσίας, conditio sine qua non για την κανονική λειτουργία των θεσμών».


Στον ίδιο δικαστή και στοχαζόμενο συμπολίτη μας ανήκει το επίμετρο αυτών των παρατηρήσεων ­ μνημονεύει την περίφημη μειοψηφία του μεγάλου αμερικανού δικαστή Ο. W. Holmes στην υπόθεση R. Schwimmer: «… αν υπάρχει κάποια συνταγματική αρχή που επιβάλλει μεγαλύτερη προσήλωση από τις άλλες, αυτή είναι η αρχή της ελευθερίας της σκέψης ­ και συνακόλουθα της έκφρασής της όχι της ελευθερίας της σκέψης γι’ αυτούς που συμφωνούν μαζί μας, αλλά της ελευθερίας για τη σκέψη την οποία μισούμε…».


Με αφορμή αυτή τη σκέψη ο έλληνας δικαστής επιλέγει: «Οι συνταγματικά κατοχυρωμένες ελευθερίες φαίνεται να υπάρχουν για οτιδήποτε οι πολλοί ­ και όλοι εύκολα επιδιώκουμε να ενταχθούμε στους πολλούς ­ θεωρούν σύννομο και ορθό, και όχι για τις ελευθερίες που η άσκησή τους μας ενοχλεί, όπως οι εκφραζόμενες σκέψεις τις οποίες δεν συμμεριζόμαστε και ασφαλώς όχι για τις σκέψεις τις οποίες μισούμε (…) Περιστασιακές δυσχέρειες και σκοπιμότητες δεν αποτελούν επαρκή αιτιολογία για να απεμπολήσουμε βασικές αρχές, πάνω στις οποίες η κοινωνία μας δομείται ως τάξη δικαίου και η αναγνώριση της ελευθερίας στην έκφραση σκέψεων τις οποίες μισούμε είναι μια από τις αρχές αυτές. Ο σημερινός περιορισμός της ελευθερίας του άλλου ενέχει τον κίνδυνο του αυριανού περιορισμού της δικής μου ελευθερίας. Και αυτή την ελευθερία όλων, των άλλων, του ενός, είμαστε ταγμένοι να προασπίζουμε, εύκολα σε καιρούς ήσυχους και ομαλούς, δύσκολα σε εποχές ταραγμένες. Αλλά ποια εποχή στην ιστορία του τόπου μας ήταν ήσυχη και ομαλή;» (Γ. Ρήγος, Ελευθερία και γλώσσα, σελ. 48, 85-87).


Ασφαλώς η εποχή της περιορισμένης λογοκρισίας και της υπό άλλο όνομα κατάσχεσης των βιβλίων δεν είναι αυτή της ρίψεώς τους στην πυρά. Ο περιορισμός της ελευθερίας δεν είναι όμως θέμα ποσοτικό. Διότι η ελευθερία είναι ορισμός ποιότητας. Και, ως φαίνεται, πολίτη, «ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν». (Μ. Κατσαρός, Η διαθήκη μου, Κατά Σαδδουκαίων).


Ο κ. Χριστόφορος Δ. Αργυρόπουλος είναι δικηγόρος.