Στο πλαίσιο της ελληνικής προεδρίας, συγκλήθηκε, μεταξύ 13 και 16 Μαρτίου, με πρωτοβουλία του υπουργού Παιδείας και με οργανωτική ευθύνη του Πανεπιστημίου Αθηνών, το Διεθνές Ιστορικό Συμπόσιο με θέμα «Η ιδέα της Ευρωπαϊκής Κοινοπολιτείας: η ιστορική διάσταση». Οι εισηγητές, κορυφαίοι ειδικοί από τον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, αναζήτησαν τα σημεία σύγκλισης στην κοινή ιστορική διαδρομή των ευρωπαϊκών λαών από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Στις δύο τελευταίες συνεδριάσεις, με αναφορά στη νεότερη και τη σύγχρονη Ευρώπη, έλαβαν μέρος οι καθηγητές, Χ. Καρρετέρο Ζαμόρα, Ι. Χασιώτης, Κ. Ζίγκλερ, Π. Κιτρομηλίδης, Μ. Βοβέλ, Ρ. Φρανκ, Α. Φλερύ, Α. Βαρσόρι, Γ. Πρεβελάκης, Α. Μίλγουορντ, Λ. Τσούκαλης, Τζ. Νταν. Ο καθηγητής Κ. Σβολόπουλος, πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής, συμμετέσχε με παρέμβαση σχετική με το θέμα του άρθρου που δημοσιεύεται σήμερα.


Υπάρχει, πράγματι, μία Ευρώπη προς την οποία έστρεψε η Ελλάδα το βλέμμα; Αν ναι, ποια είναι αυτή η Ευρώπη; Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν δυνατό να επισημανθούν ορισμένα χαρακτηριστικά που αντανακλούν μια ορισμένη εικόνα της. Ενίοτε, αναδεικνύονται μέσα από τα χαρακτηριστικά αυτά και κάποιες σταθερές που θα ήταν δυνατό να ενταχθούν σε μια διαδικασία αφομοίωσης· η αναζήτησή τους οφείλει να επιχειρηθεί στο πολιτικό και στο θεσμικό, στο οικονομικό, στο κοινωνικό ή στο πολιτιστικό πεδίο. Θα ήταν, τέλος, δυνατό να διατυπωθεί το ερώτημα αν τα κριτήρια ή τα κίνητρα που προσδιόρισαν την όποια επιλογή σε σχέση με την ιδέα της Ευρώπης συνέχονταν με μια δυναμική πρόσφορη να ευνοήσει την τάση της συνένωσης.


Πώς θα όφειλε, αρχικά, να προσδιοριστεί ο όρος «Ευρώπη», όπως έχει γίνει δεκτός, γενικώς, στην Ελλάδα; Στο πεδίο της γεωγραφίας η αντίληψη της Ευρώπης ουδέποτε αποκόπηκε από το πολιτιστικό κριτήριο, το οποίο – κατά την άποψη αυτή – προσδιορίζει τη φυσιογνωμία της. Η άποψη ότι τα φυσικά της σύνορα εκτείνονται από τον Ατλαντικό στα Ουράλια και από τον Αρκτικό ωκεανό στη Μεσόγειο δεν έχει σοβαρά αμφισβητηθεί· αλλά, παράλληλα, έγινε γενικώς πάντοτε αποδεκτό ότι η ενιαία μορφή της Ευρώπης είναι απότοκη της πολιτιστικής της ομοιογένειας. Η Ευρώπη υπάρχει όπου υπάρχει ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, είχε υποστηρίξει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. Ποια είναι όμως τα κριτήρια που προσδιορίζουν την «πολιτιστική ομοιογένεια»; Θεμέλιό της, απαντά ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, η Ελλάδα, η Ρώμη, ο Χριστιανισμός και, επίσης, ο Βορράς· ο Ελληνισμός, η Ρώμη, το ιταλικό, γαλλικό, αγγλικό και γερμανικό πνεύμα, υποστηρίζει ο Γιώργος Θεοτοκάς. Η ένταση, μάλιστα, του αισθήματος της συμμετοχής σε μια πολιτιστική κοινότητα, η οποία εκτείνεται από το ένα άκρο στο άλλο της ηπείρου, αναδεικνύεται παραστατικά μέσω ενός κειμένου του: την ημέρα της εισόδου των ναζί στο Παρίσι, αποκάλυπτε από κοινού με τον Γιώργο Σεφέρη ότι, και οι δύο, διαποτισμένοι και εμπνευσμένοι από «μια ορισμένη αντίληψη της ελευθερίας του πνεύματος, μια ορισμένη αίσθηση του Ελληνισμού και μια παράλληλη αίσθηση της Ευρώπης», είχαν μείνει, σ’ αυτές «τις ώρες της δυστυχίας», «σαστισμένοι, σπασμένοι, άβουλοι και άδειοι»· μαζί με το Παρίσι – πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης – είχε «γκρεμιστεί» η παιδεία, ο πολιτισμός, ο κόσμος, η εποχή τους…


* Οι αγώνες για ανεξαρτησία


Εντός των ορίων που έχουν προσδιοριστεί στη διαδρομή των αιώνων από τον πολιτισμό, ποιες ιδέες προσφέρθηκαν για να προσδώσουν στην Ευρώπη ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόσωπο; Θα αρκούσε μια συνοπτική ιστορική θεώρηση προκειμένου να διαπιστωθεί ότι οι Ελληνες είχαν ενωρίς κατά τον 19ο αιώνα επιλέξει τη Νέα Ευρώπη – των ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της λαϊκής κυριαρχίας και του δικαιώματος των λαών στην αυτοδιάθεση. Στο όνομα των βασικών αυτών αρχών οι μαχητές του αγώνα της ανεξαρτησίας διεξεδίκησαν, το 1821, μία θέση στους κόλπους του «πολιτισμένου κόσμου», ο οποίος δεν ήταν τότε άλλος από τον ευρωπαϊκό: «Η ώρα ήλθεν, ω Ανδρες Ελληνες! Προ πολλού οι λαοί της Ευρώπης πολεμούντες υπέρ των ιδίων Δικαιωμάτων και ελευθερίας αυτών μας επροσκάλουν εις μίμησιν!».


Εύλογο είναι, κατά συνέπεια, να υποστηριχτεί ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, διαμορφώθηκε στην ευρύτερη έκταση της ευρωπαϊκής ηπείρου μία κοινότητα ιδεών, θέσεων, ακόμη και πολιτικών επιδιώξεων· να καταδειχτεί, ειδικότερα, ότι, προς μία αντίθετη κατεύθυνση, έστρεψαν και οι άλλοι Ευρωπαίοι το βλέμμα προς τους Ελληνες. Ενα ισχυρό κίνημα, πολιτικό και πνευματικό, που επεκτάθηκε απ’ άκρου σ’ άκρο της ηπείρου, όπως ο Φιλελληνισμός, εισφέρει την αποδεικτική μαρτυρία. Τα κίνητρα των οπαδών του δεν διέφεραν ουσιαστικά από όσα είχαν παρωθήσει τους Ελληνες να αντιδράσουν στην καταπίεση: μνήμες του παρελθόντος, υποθήκες της Αρχαίας Ελλάδας, προάσπιση της χριστιανικής πίστης· για τους περισσότερους, αγάπη της ελευθερίας και σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· πολύ πέρα από μία συγκυριακή αντίδραση, ο Φιλελληνισμός αποτέλεσε σύμβολο, μέσω του οποίου αναπήδησαν οι βαθύτερες αναζητήσεις της πλειονότητας των ενεργών μελών της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης· θα ήταν δυνατό να υποστηριχτεί, από κοινού με τον Κ. Θ. Δημαρά, ότι η επαναστατημένη Ελλάδα λειτούργησε, τότε, ως «καταλύτης» στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο.


* Η φιλελεύθερη ιδεολογία


Ακαρπη θα απέβαινε η τυχόν αναζήτηση και στη συνέχεια ανάλογων δεσμών αλληλεγγύης μεταξύ των Ελλήνων και των λοιπών Ευρωπαίων. Η Ευρώπη ως αστερισμός κρατών-εθνών, ικανών να συνδεθούν – κατά την άποψη του Ματσίνι – με τους δεσμούς της αλληλεγγύης, δεν ευοδώθηκε. Η αμείλικτη αντιπαράθεση των εθνικισμών και η πρακτική της ισορροπίας των δυνάμεων ανέστειλαν, στη διάρκεια του 19ου αιώνα, κάθε απόπειρα συσσωμάτωσης των χωρών της ηπείρου – μικρών και μεγάλων – σε συμπαγές σχήμα θεσμοποιημένης συνεργασίας. Οι Ελληνες δεν απέκλιναν, ούτε και οι ίδιοι, από την αντίληψη αυτή· μολοντούτο, δεν έπαυσαν να προσβλέπουν στην εικόνα μιας Ευρώπης δημοκρατικής, όπως αποδεικνύει η αναγωγή του φιλελευθερισμού σε κυρίαρχη ιδεολογία και η υιοθέτηση και εφαρμογή του κοινοβουλευτισμού ήδη κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Στην εκπνοή της χρονικής αυτής περιόδου, ο Βενιζέλος θα επισημάνει τους παράγοντες που είχαν προσδιορίσει την επιλογή του υπέρ των Συμμάχων στη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου: πέρα από την προάσπιση των εθνικών της συμφερόντων, η Ελλάδα δεν ήταν δυνατό να μείνει αδιάφορη ενώπιον του «υπερτάτου αγώνος, ο οποίος διεξήγετο μεταξύ της δημοκρατίας και της απολυταρχίας».


Οι ιδεολογικές αυτές παράμετροι δεν είναι νοητό να αγνοηθούν προκειμένου να ερμηνευθεί η θετική στάση της Ελλάδας απέναντι στην ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η οποία προτάθηκε κατά την περίοδο μεταξύ των δύο πολέμων. Ασφαλώς, δεν ήταν οι μόνες που έστρεψαν τους Ελληνες προς την κατεύθυνση αυτή. Η διαφύλαξη της ειρήνης, η κατοχύρωση της ασφάλειας, η προοπτική της οικονομικής ανάπτυξης βάρυναν αισθητά την απόφαση της Αθήνας – πρωθυπουργός ο Βενιζέλος – να υιοθετήσει απρόσκοπτα και ανεπιφύλακτα το Σχέδιο Μπριάν, το 1930· ή στην αντίστοιχη μιας πλειάδας σημαντικών του πολιτικών και πνευματικών προσωπικοτήτων να προσχωρήσουν στην Πανευρωπαϊκή Ενωση κατά τη δεκαετία του 1920. Είχαν μόλις, πράγματι, διαπιστώσει ότι, για πρώτη φορά, η ιδέα της οργάνωσης μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών ενός καθεστώτος σταθερής και συστηματικής συνεργασίας έτεινε σταθερά πλέον να συναφθεί με μία θεμελιακή προϋπόθεση: την ελεύθερη έκφραση των ίδιων των λαών, όχι πλέον τη βούληση των ισχυρών να επιβάλουν την ενότητα μέσω του καταναγκασμού ή της βίας. Οι Ελληνες, διαποτισμένοι από τα δημοκρατικά ιδεώδη και προσβλέποντας σταθερά στην «ισηγορία» μεταξύ μεγάλων και μικρών κρατών, πλειοδοτούσαν ήδη στην ανάγκη για τη σύναψη της αλληλεγγύης αυτής με την αρχή της ισότητας.


* Η ευρωπαϊκή ενοποίηση


Πάνω στην ίδια βάση θεμελιώθηκε, την επαύριον του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, η ελληνική πολιτική της προσήλωσης στην ιδέα της ενωμένης Ευρώπης. Ο προσανατολισμός αυτός είχε ήδη διαφανεί κατά τη σκοτεινή περίοδο της ένοπλης σύρραξης. Μετά την αποκατάσταση της ειρήνης, με αφετηρία τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Ενωσης, το 1947, και κυρίως του Συμβουλίου της Ευρώπης, ως την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και την προσχώρησή τους σε αυτές, το 1961, οι ελληνικές κυβερνήσεις τάχθηκαν σταθερά υπέρ της ευρωπαϊκής ενότητας και εργάστηκαν για την πραγμάτωσή της. Μάρτυρες της φρίκης του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, συμμερίζονταν την κοινή επιθυμία να τερματιστεί η οδυνηρή διαίρεση μεταξύ των Ευρωπαίων. Αλλά, και ως μέλη της ελληνικής εθνικής οικογένειας, απέβλεπαν στην επίτευξη, μέσω της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ειδικότερων στόχων: ενίσχυση της ασφάλειας, διασφάλιση της θέσης της Ελλάδας στους κόλπους του δυτικού κόσμου, συμβολή στην οικονομική και κοινωνική ανόρθωσή της, κατοχύρωση των δημοκρατικών θεσμών· όλα αυτά, στο πλαίσιο της κοινής πολιτιστικής παρακαταθήκης μεταξύ των Ελλήνων και των άλλων λαών της Ευρώπης… Αξιο υπογράμμισης, η υιοθέτηση των αρχών και των κανόνων αυτών υπήρξε αμοιβαία και αμφίδρομη: η σθεναρή αντίδραση των εταίρων της ΕΟΚ στο στρατιωτικό καθεστώς, μεταξύ 1967-1974, και, μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η υποδοχή της Ελλάδας ως πλήρους κράτους-μέλους στους κόλπους των Κοινοτήτων, δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης.


Δεν υπάρχουν, ασφαλώς, τα περιθώρια ώστε να επιχειρηθεί στο πλαίσιο της συνοπτικής αυτής προσέγγισης, αναγκαστικά σχηματικής, η αποτίμηση της συμβολής των επιμέρους παραγόντων στη συγκεκριμένη σύνθεση αναζητήσεων, επιδιώξεων και κινήτρων. Δεν θα όφειλε όμως να παραλειφθεί η επισήμανση του γεγονότος ότι η Ευρώπη προς την οποία προσέβλεψαν σταθερά οι Ελληνες υπήρξε ενιαία στη σύλληψη και δυναμική στην αντίληψη για την ανάπτυξή της. Αφότου, εξάλλου, επιχειρήθηκε να προσδιοριστούν τα όρια και τα πλαίσια ενός ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου, οι Ελληνες απέρριψαν κάθε ιδέα εσωτερικής διαίρεσης, κάθε απόπειρα χάραξης διαχωριστικών γραμμών στο έδαφος της γηραιάς ηπείρου. Η σημερινή συγκυρία προσφέρεται για να δικαιώσει την τοποθέτηση αυτή, η οποία υπήρξε απότοκη επιλογών που διατυπώθηκαν και λειτούργησαν σε ευρύτερη ιστορική διάρκεια.